Οι εγωιστές στον έρωτα: Πώς σκοτώνουν την αγάπη

28 Απριλίου 2015

Είναι  αναγκαίο να διαχωρίσουμε τον εγωκεντρισμό από την εγωλατρία. Εγωκεντρισμός είναι να αισθάνεσαι ιως είσαι το κέντρο του κόσμου — και, πράγματι, ούτε αυτό θεωρώ ότι είναι κακό. Γιατί ο άνθρωπος ΕΙΝΑΙ το κέντρο τον κόσμου Αλλά... ποιανού κόσμου; Προσοχή: του κοσμου που κατοικεί ο ίδιος: του ΔΙΚΟΥ ΤΟΥ κόσμου. Ας το καταλάβει. 

Αφηγείται ο ψυχοθεραπευτής Χόρχε Μπουκάι 

Ο κόσμος που απαρτίζεται απ όλα τα πράγματα που γνωρίζω κι αγαπώ έχει επίκεντρο εμένα, και ο κόσμος όλων των ΔΙΚΩΝ ΣΟΥ πραγμάτων έχει κέντρο του ΕΣΕΝΑ.

0 καθένας μας είναι το κέντρο του κόσμου όττου ζει, κι όλα όσα συμβαίνουν γύρω του περνάνε αναγκαστικά απ’ αυτόν.

Η εγωλατρία παραπέμπει αλλού: στο να νομίζει κάποιος πως είναι το κέντρο του κόσμου και της ζωής των άλλων. Κι εδώ είναι το μπέρδεμα. Το κακό, το αρρωστημένο και το φοβερό είναι η εγωλατρία κι όχι ο εγωκεντρισμός, γιατί ο εγωλάτρης (εγωλατρία σημαίνει θεοποίηση του εγώ) νομίζει πως είναι θεός· θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο ον. Αλλο είναι να ξέρω πως είμαι το κέντρο του κόσμου όπου ζω εγώ (και να δέχομαι ότι ο απέναντι είναι το κέντρο του κόσμου όπου ζει εκείνος, και η θυρωρός της πολυκατοικίας μου είναι το κέντρο του κόσμου όπου ζει αυτή, κι ο φίλος μου ο Πέπε είναι “το κέντρο του κόσμου του Πέπε”, κι άλλο, πολύ διαφορετικό, να νομίζω πως εγώ είμαι το κέντρο του κόσμου όπου ζουν όλοι αυτοί.

Αυτό είναι εγωλατρία, αυτό είναι ματαιοδοξία, αυτό είναι κάτι ανάξιο, όπως ανάξιο είναι να μειώνω τον εαυτό μου επιτρέποντας στους άλλους να θεωρούν πως αποτε-λούν εκείνοι το κέντρο της δικής μου ζωής.

Αν αποφασίσω να γίνει ο φίλος μου ο Χοσέ το κέντρο της ζωής μου, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά βρίσκομαι από τον Χοσέ, πάντα κάπου γύρω του θα τριγυρίζω. Αν τα λεφτά που βγάζω είναι το κέντρο της ύπαρξής μου, η ύπαρξή μου θα περιστρέφεται γύρω από τα λεφτά. Το ίδιο συμβαίνει με την εξουσία, το σεξ ή τη δόξα. Ο μόνος τρόπος για να μην περιστρέφεται η ζωή μου γύρω από κάτι ή κάποιον, είναι να γίνω ο ίδιος το κέντρο της ζωής μου· το κέντρο του δικού μου κόσμου. Κι όταν εγώ το ξέρω, και το ξέρει κι ο Χοσέ. τότε μπορούμε αυτός κι εγώ να είμαστε κόσμοι που συναντιούνται: ο δικός μου με επίκεντρο εμένα, κι ο κόσμος του Χοσέ με επίκεντρο εκείνον,

Επίτρεψέ μου να σου πω τη δική μου εκδοχή αυτής της ιστορίας, που θεωρώ ότι έχει άμεση σχέση με το θέμα των καλών και των κακών ερώτων. Είναι από τις ωραιότερες και πιο συγκινητικές ιστορίες αγάπης που έχω ακού-σει ποτέ. Την έκανε γνωστή ένας αμερικανός συγγραφέας ονόματι Ο’Χένρι, που τη βρήκε μέσα σ’ ένα παλιό ελβετικό παραμύθι των Χριστουγέννων.»

Η ιστορία μιλάει για ένα ωραίο νεαρό ζευγάρι σ' ένα χωριουδάκι ξυλοκόπων κοντά σ' ένα βουνό, που αρραβωνιάστηκαν όταν εκείνη ήταν δεκατριών κι εκείνος δεκαοκτώ. Εκείνος, καθώς είχε μάθει να κόβει ξύλα από μικρό παιδί, ήταν ψηλός, σβέλτος και μυώδης, κι εκείνη ήταν ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά ώς τη μέση της και υπέροχα γαλανά μάτια.

Η ιστορία λέει, λοιπόν, ότι οι δύο νέοι έφτασαν στον αρραβώνα με τις ευλογίες όλου του χωριού. Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνη έγινε δεκαοκτώ κι εκείνος είκοσι τριών, το χωριό ολόκληρο συμφώνησε να βοηθήσει τους δύο νέους να παντρευτούν.

Τους έκαναν δώρο μια ξύλινη καλύβα κι ένα μικρό κομμάτι γης με δέντρα για να μπορεί εκείνος να δουλεύει ως ξυλοκοπος. Παντρεύονται λοιπόν τα παιδιά, και μετά το γάμο πάνε να ζήσουν εκεί προς μεγάλη χαρά όλων, των ίδιων, των οικογενειών τους και του χωριού, που είχε βοηθήσει τόσο αυτή τη σχέση.

Και ζουν εκεί όλες τις μέρες του χειμώνα, του καλοκαιριού, της άνοιξης και του φθινοπώρου, και χαίρονται πολύ που είναι μαζί. Πλησιάζει η πρώτη επέτειος του γάμου τους, κι εκείνη νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι για να του δείξει τη μεγάλη της αγάπη. Σκέφτεται να του κάνει ένα δώρο που θα έχ€ΐ νόημα. Αν του χαρίσει ένα καινούργιο τσεκούρι; Με αυτό θα έχει να κάνει τη δουλειά του... Ένα πουλόβερ πλεγμένο οπό την Ιδια δεν την ικανοποιεί γιατί του έχει ήδη πλέξει διάφορα ρούχα με άλλες ευκαιρίες, κι ένα ωραίο φαγητό πάλι δεν της φαίνεται αρκετά μεγαλοπρεπές...

Αποφασίζει να πάει στο χωριό για να δει μήπως βρει εκεί κάτι, κι αρχίζει να τριγυρνάει στους δρόμους. Βέβαια, όσο κι αν ψάχνει, δε βρίσκει και τίποτα σπουδαίο που να μπορεί ν' αγοράσει με τα λιγοστά που βάζει στην άκρη απ' τα ρέστα.

Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, το μοναδικό του χωριού, βλέπει στη βιτρίνα μια ωραία, χρυσή αλυσίδα. Αυτομάτως θυμάται πως υπάρχει ένα μόνο υλικό πράγμα που εκείνος λατρεύει και θεωρεί στ' αλήθεια πολύτιμο: ένα χρυσό ρολόι που του είχε χαρίσει ο παππούς του πριν πεθάνει. Απ' όταν ήταν παιδάκι, αυτό το ρολόι το φύλαγε σε μια παλιά θήκη που έχει πάντα δίπλα στο κρεβάτι, και κάθε βράδυ άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαζε το ρολόι από τη θήκη του, το σκούπιζε, το κούρδιζε λιγάκι, το άκουγε μέχρι να σταματήσει, το ξανασκούπιζε, το χάιδευε για λίγο και το ξανάβαζε στη θήκη του.

Εκείνη σκέφτεται: «Τι θαυμάσιο δώρο θα ήταν αυτή η χρυσή αλυσίδα για κείνο το ρολόι...» Μπαίνει στο μαγαζί να ρωτήσει πόσο κάνει, και μένει άναυδη ακούγοντας την απάντηση. Κάνει πολύ παραπάνω απ' όσο είχε φανταστεί κι απ' όσα είχε μαζέψει. Θα έπρεπε να περιμένει τρεις επετείους για να μπορέσει να την αγοράσει, αυτή όμως δεν μπορεί να περιμένει τόσο πολύ.

Φεύγει από το χωριό αρκετά λυπημένη, και σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει για να βρει τα λεφτά για την αλυσίδα. Καθώς δεν έχει μάθει να κάνει κάποια εργασία, στύβει το μυαλό της για να βρει μια λύση, ώσπου, περνώντας έξω από το μοναδικό κομμωτήριο του χωριού, βλέπει μια επιγραφή που λέει: «Αγοράζουμε φυσικά μαλλιά». Καθώς εκείνη έχει τα ξανθά της μαλλιά άκοπα από την ηλικία των δέκα, μπαίνει αμέσως μέσα να ρωτήσει.

Τα λεφτά που προσφέρουν φτάνουν για ν' αγοράσει τη χρυσή αλυσίδα και περισσεύουν για να πάρει κι ένα κουτί όπου θα φυλάνε την αλυσίδα μαζί με το ρολόι. Χωρίς δισταγμό, λέει στην κομμώτρια:

«Αν έρθω σε τρεις μέρες για να σας πουλήσω τα μαλλιά μου, θα τ' αγοράσετε;»

«Βέβαια» είναι η απάντηση.

«Τότε, σε τρεις μέρες θα είμαι εδώ.»

Επιστρέφει στο κοσμηματοπωλείο, λέει να της κρατήσουν την αλυσίδα και γυρίζει σπίτι της χωρίς να πει τίποτα.

Την ημέρα της επετείου, το ζευγάρι αγκαλιάζεται λίγο πιο σφιχτά απ' ό,τι συνήθως, εκείνος φεύγει για τη δουλειά κι εκείνη κατεβαίνει στο χωριό.

Στο κομμωτήριο της κόβουν κοντά τα μαλλιά, παίρνει τα λεφτά και πάει στο κοσμηματοπωλείο. Αγοράζει τη χρυσή αλυσίδα και το ξύλινο κουτί, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και περιμένει να 'ρθει το βράδυ και να γυρίσει εκείνος απ' τη δουλειά.

Αντίθετα από άλλες φορές που άναβε όλα τα φώτα για να τον περιμένει, απόψε ανάβει μόνο δύο κεριά και φοράει ένα μαντίλι στο κεφάλι, γιατί του αρέσουν πολύ τα μαλλιά της και δεν θέλει να καταλάβει πως τα έχει κόψει. Μετά, θα βρει χρόνο να του εξηγήσει...

Κι έρχεται εκείνος. Αγκαλιάζονται σφιχτά και λένε ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Τότε, παίρνει αυτή κάτω από το τραπέζι το ξύλινο κουτί που περιέχει τη χρυσή αλυσίδα για το ρολόι. Πάει κι εκείνος στο ντουλάπι και βγάζει ένα μεγάλο κουτί που το είχε φέρει στο σπίτι την ώρα που εκείνη έλειπε στο χωριό. Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο τεράστια διακοσμητικά χτενάκια για τα μαλλιά της. Για να τα αγοράσει, είχε πουλήσει το χρυσό ρολόι του παππού...

Αν πιστεύεις ότι η θυσία είναι το μέτρο της αγάπης, σε παρακαλώ να μην ξεχάσεις αυτήν την ιστορία. Η αγάπη δεν μετριέται μόνο με το πόσο πολύ γινόμαστε θυσία για τον άλλον, αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα. μι το πόσο πολλή χαρά μας δίνει η ύπαρξή του.

Αν σ’ αγαπάω, τότε πασχίζω να καλλιεργήσω τις συν* θήκες για να συνυπάρξουμε μέσα στην πιο μεγάλη χαρά: τη συνάντηση. Μια συνάντηση όπου εσύ θα ξέρεις ότι είμαι δίπλα σου γιατί μ’ αγαπάω και με ευνοώ, κι εγώ θα ξέρω ότι είσαι μαζί μου γιατί, κάνοντας χρήση των καλύτερων εγωισμών σου, με διαλέγεις για να είμαι μαζί σου. 


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Edgar Wallace
Η Σκέψη της ημέρας
3:17 Edgar Wallace