Πότε η αγάπη μας κάνει να πονάμε

21 Μαΐου 2015

Εκείνος ή εκείνη που αγαπά με πάθος περιμένει από τον άλλο μια αγάπη άνευ όρων, ολοκληρωτική, απόλυτη. Έτσι η αγάπη γίνεται μαρτύριο: ένας πόνος που τροφοδοτείται από μια επιθυμία κτητικότητας χωρίς όρια και από μια αδιάκοπη ζήλια για όλα εκείνα που ο άλλος βιώνει. «Δεν ανέχομαι να κοιτάζει άλλο άντρα. Αλλά δεν ανέχομαι ούτε και να την κοιτάζει άλλος άντρας». Κτητικότητα και ζήλια που τίποτα δεν μπορεί να καταλαγιάσει- ακόμη κι όταν ο άλλος είναι παρών και μας αγαπά, εμείς αμφιβάλλουμε για την αγάπη του. «Όταν μου λέει πως με αγαπά, δεν την πιστεύω». Όταν είσαι εδώ, ήδη δεν είσαι πια εδώ. Κι όταν είσαι μαζί μου, μου λείπεις ήδη.

«Όταν δεν είναι εδώ, μου λείπει, απόδειξη ότι τον αγαπώ», «Όταν ο φόβος μού σφίγγει το στομάχι, όταν τρέμω, όταν τη σκέφτομαι νύχτα και μέρα, σε σημείο που να μην μπορώ να κοιμηθώ, ούτε να φάω, τότε ξέρω ότι την αγαπώ», «"Οταν είμαι πάντα εκεί, ενώ αυτή με κάνει τόσο να υποφέρω, είναι φανερό ότι την αγαπώ». Είναι επειδή υποφέρω τόσο που σε αγαπώ τόσο - ή επειδή σε αγαπώ μέχρι τρέλας που τρελάθηκα; Χάνω τα λογικά μου.

Η οδύνη μιας τρελής και απελπισμένης απαίτησης απέναντι σε μια αγάπη την οποία μας αρνούνται. Απαίτηση που απηχεί μια απαίτηση του παρελθόντος την οποία μας αρνήθηκαν, την οποία αγνόησαν, υποτίμησαν. Το μωρό, το παιδί μεγάλωσαν, αλλά ο έφηβος κρατά στη μνήμη του μια δυστυχισμένη αγάπη και δεν μπορεί να σκεφτεί την αγάπη αλλιώς. «Η μητέρα μου δε με έκανε ποτέ μπάνιο, ποτέ δε με φιλούσε, ποτέ δε μου έλεγε μια γλυκιά κουβέντα. Όταν έκλαιγα, απειλούσε να με τιμωρήσει, και όταν επαναστατούσα, οι κυρώσεις ήταν ακόμη πιο αυστηρές. Ο πόνος μου μεταμορφώθηκε σε οργή, οργή την οποία κατέληξα να πνίξω. Αλλά ο πόνος μου δε σταμάτησε ποτέ». Αγαπώ σημαίνει υποφέρω, υποφέρω σημαίνει αγαπώ. Υποφέρω, άρα σ’ αγαπώ.

«Σου έδωσα τα πάντα, ακόμη και τον πόνο», είπε ο Ντ Ανούντσιο στην Ελεονόρα Ντούζε, όπως γράφει η Φλοράνς Μοντρεϊνό. Από τότε που σε γνώρισα δεν ξέρω τι θα πει γαλήνη. Όταν είσαι παρούσα, είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, κι υστέρα, μια λέξη σου, μια λέξη παραπάνω, μια απάντηση αφηρημένη, ένα βλέμμα που δε με βλέπει, ένα χαμόγελο που δεν απευθύνεται σε μένα -προτι-μώ να μη σκέφτομαι σε ποιον απευθύνεται, αλλά δεν μπορώ- και βρίσκομαι στην Κόλαση. Πώς κατέληξα να γίνω το παιχνίδι μιας παρεξήγησης; Γιατί ξέρω ότι τον πόνο που με κατακλύζει είμαι εγώ που τον προκαλώ.

Πώς με κατάντησες έτσι, καταραμένη μάγισσα, που με γνωρίζεις καλύτερα απ’ ό,τι γνωρίζω εγώ τον εαυτό μου. Ύπουλο πλάσμα, μου είχες τόσα υποσχεθεί, κι εγώ θέλησα να σε πιστέψω. Αλλά ήσουν τόσο νέα, τόσο παράξενη, τόσο ερωτευμένη με την ελευθερία. Ήθελες να ζήσεις τη ζωή σου κι εγώ ήθελα να σε κρατήσω κοντά μου. Γίνεσαι όλο και πιο θλιμμένη κι εγώ γίνομαι όλο και πιο δυστυχισμένος. Δεν είσαι πια αυτή που γνώρισα, γελαστή, ευτυχισμένη, τρυφερή. Τώρα κλαίω και σε βλέπω να κλαις. Κι όταν γελάς, εγώ δε γελάω πια. Όταν γελάω, εσύ δε γελάς πια.

Αισθανόμουν τόσο νέος κοντά σου. Βρήκα τη δύναμη και τη ζωντάνια του νέου άντρα που δεν υπήρξα ποτέ. Μαζί σου γινόμουν είκοσι ετών -έστω κι αν αυτή η ηλικία έχει περάσει για μένα προ πολλού- και τώρα γέρασα μέσα σ’ ένα χρόνο περισσότερο απ’ ό,τι σε όλη μου τη ζωή. Χωρίς εσένα δεν είμαι πια τίποτα, χωρίς εσένα πεθαίνω, χωρίς εσένα μισώ τον εαυτό μου. Μονάχα εσύ μπορείς να με μάθεις να αγαπώ τον εαυτό μου.

«Όταν τη γνώρισα, ο εαυτός μου με αηδίαζε. Εκείνη μου ξανάδωσε τη δύναμη να αγαπήσω και την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να αγαπηθώ».

Εκείνος ή εκείνη που αγαπά με πάθος περιμένει από τον άλλο να του επιτρεψει να αγαπήσει τον εαυτό του, γιατί δεν τον αγαπά. Ρίχνεται, λοιπόν, σε μια αγκαλιά χωρίς αγάπη ή χάνεται μέσα σε μια αγάπη αδύνατη και βασανιστική. Αν αγαπούσα τον εαυτό μου, δε θα αγαπούσα εσένα.

Μήπως δεν έπεσα στην αγκαλιά σου επειδή ήξερα ότι θα με συνέτριβε, ότι θα χανόμουν μέσα της; Δε σου δόθηκα ξέροντας πως μια μέρα δε θα με ήθελες πια; Σε ήθελα επειδή με ήθελες, αλλά φοβόμουν ότι μια μέρα θα γινόμουν παιχνιδάκι στα χέρια σου. Ότι εξαιτίας σου δε θα ήμουν πια εγώ. Συνεχίζω όμως να σε θέλω. Δεν καταλαβαίνω τον εαυτό μου. Σ’ αγαπώ, και την ίδια στιγμή κακίζω τον εαυτό μου γι’ αυτή την αγάπη.

Μέσα στο πάθος μοιάζουμε με ναρκομανή, πολύ γρήγορα μας ξεπερνάει αυτό που νομίζαμε ότι ελέγχαμε. Δεν ανήκουμε πια στον εαυτό μας. Κι αν θεωρούσαμε το πάθος παιχνίδι, γρήγορα γινόμαστε παιχνίδι του πάθους μας, αντικείμενο των δικών του παρορμήσεων. Και αντικείμενο των παρορμήσεων του άλλου. Θέλουμε να του ανήκουμε και να είμαστε τα πάντα για εκείνον. Δεν είμαστε πια τίποτα για τον εαυτό μας. Σ’ αγαπώ και δίνομαι σε σένα. Μου αρέσει να δίνομαι σε σένα. 

Ορισμένοι δοκιμάζουν μια έντονη ευχαρίστηση στην εγκατάλειψη: στο να εγκαταλείπονται στη θέληση του άλλου. Μέχρι τη στιγμή που εγκαταλείπουν οι ίδιοι. Για ένα διάστημα τους φαινόταν καλό να εμπιστευτούν σε κάποιον άλλο ένα πεπρωμένο πολύ βαρύ για να το σηκώσουν μόνοι, να ξεφύγουν απ’ αυτό πού τους προξενούσε ένα αίσθημα πλήξης και απραξίας, να προσθέσουν λίγη νοστιμιά σε μια ζωή υπερβολικά μονότονη, εδραιωμένη και ήσυχη. Πίστευαν ότι έτσι ζούσαν επιτέλους, ότι ήταν ελεύθεροι. «Μου αρέσει αυτό που νιώθω, μου αρέσουν οι συγκινήσεις, οι αισθήσεις που απελευθερώνονται, που αγνοούν όλες τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς. Νιώθω τόσο ανάλαφρος, ξεχνώντας τις ευθύνες μου, τη ρουτινιάρικη ζωή μου, φτιαγμένη από υποχρεώσεις και καθήκοντα». Μαζί σου ξαναζώ.

Είμαι ο νεαρός άντρας, το νεαρό κορίτσι που ανακαλύπτει τη ζωή, αλλά δεν μπορώ να την αγαπήσω παρά μόνο μαζί σου. Έχω τη χαρά και την αθωότητα των αρραβωνιασμένων. Αλλά και την ανυπομονησία και ασυνειδησία της εφηβείας. Την τρέλα, την ορμή, τον παραλογισμό. Την ανάγκη να πιστεύω στο απόλυτο· αλλιώς τίποτα. Θέλω να είμαι ελεύθερος· αλλά δεν έχω αποξενωθεί τόσο από την επιθυμία της ελευθερίας -ελεύθερος σε σχέση με ποιον, με τι ;Έγινες η ελευθερία μου. Δεν είμαι ελεύθερος παρά μαζί σου.

Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η ελευθερία που εξαρτάται από κάποιον άλλο; Είναι δύσκολο να είμαστε ελεύθεροι. Πραγματικά ελεύθεροι: απέναντι στον εαυτό μας και στο πεπρωμένο μας, με πλήρη συνείδηση των πράξεων και των ευθυνών μας. Ο παθιασμένος έφηβος θέλει να απελευθερωθεί από τους γονείς του, από τους περιορισμούς μιας ζωής υπερβολικά «νορμάλ», για να κάνει μια «τρελή ζωή». Αλλά τι κάνει, αν όχι να ζει μια αγάπη με την πιο περιοριστική και αποξενωτική μορφή της;

Ακουμπαει την καρδια του, το σωμα του, την ψυχή του στα χέρια κάποιου άλλου. Τα συναισθήματα του, οι επιθυμίες του, οι σκέψεις του δεν ανήκουν πια στον ίδιο αλλά στον άλλο, ο οποίος πρέπει να αποφασίσει για την ευτυχία του και για τη ζωή του. Δεν είναι σαν να παραδίνει την ψυχή του στο διάβολο; Στο διάβολο, που δεν είναι ο άλλος, αλλά ο εαυτός του. Όταν δεν ανήκουμε πια στον εαυτό μας, δε λέμε ότι είμαστε δαιμονισμένοι. Πάθος είναι να δίνουμε σε κάποιον άλλο τη θέση της δικής μας τρέλας. Σε κάποιον άλλο που δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από το ρόλο που εμείς του δίνουμε. Και αν νομίζουμε ότι του δίνουμε τον καλό ρόλο, στην πραγματικότητα δεν του δίνουμε παρά τον κακό. Αγαπάμε μέχρι τρέλας, παθιασμένα, καθόλου...

Εκείνος ή εκείνη που βλέπουμε μέσα από τα μάτια -τις φλόγες-του πάθους δε βρίσκεται εδώ παρά για να επουλώσει παλιές πληγές ξανανοίγοντάς τες. Είναι η οθόνη πάνω στην οποία προβάλλεται η ιστορία όλων των προσδοκιών και των απογοητευσεών μας. Και που θα πρέπει να υπομείνει στη συνέχεια όλη τη βιαιότητα των περασμένων διαψεύσεων. Σε μισώ τόσο όσο σε αγάπησα.

Κείμενο της θεραπεύτριας Catherine Bensaid- Aπόσπασμα από το σύγγραμμα- Η χημεία της Αγάπης. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Λιβάνη για την ευγενική παραχώρηση του υλικού. 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ