Έρευνα: Τι περικοπές κάνουν οι Έλληνες στην κρίση ποιοι παθαίνουν κατάθλιψη

26 Ιουνίου 2015

Από τα δεδομένα της έρευνας του 2013 προκύπτει ότι οι ομάδες του πληθυσμού στις οποίες καταγράφηκε μεγαλύτερη επικράτηση της κλινικής μείζονος κατάθλιψης ήταν οι γυναίκες, οι ηλικιακές ομάδες των 35-44 και των 55-64 ετών, τα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, τα άτομα με εισόδημα από 0-400 ευρώ, οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι.

Οι γυναίκες φαίνεται ότι πλήττονται σε μεγαλύτερο ποσοστό (15,6%) από κατάθλιψη σε σχέση με τους άνδρες (9%), ένα εύρημα που είναι σε συμφωνία με την κλασική επιδημιολογία της κατάθλιψης και εξηγείται πιθανώς τόσο από βιολογικούς παράγοντες όσο και από την πολυπλοκότητα των κοινωνικών ρόλων της σύγχρονης γυναίκας.

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό επίπεδο, η επικράτηση της κατάθλιψης παρουσιάζεται υψηλότερη στα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο (20,9%) και μικρότερη στα άτομα με ανώτερο/ανώτατο εκπαιδευτικό επίπεδο (7,2%). Η τάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως απορροή των επαγγελματικών προσόντων εκείνων που έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο τα οποία τους καθιστούν αφενός ιδιαίτερα ευάλωτους σε μια επικείμενη απόλυση αφετέρου λιγότερο ελκυστικούς υπαψήφιους στην ανεύρεση εργασίας. 

Αναφορικά με το εισόδημα. ο ένας στους δύο Έλληνες με  οικογενειακό μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 400 ευρώ (50%) πληροί τα κριτήρια της κατάθλιψης. γεγονός που υπογραμμίζει την ανησυχητική σύνδεση ανάμεσα στην κατάθλιψη και το χαμηλό εισόδημα. 

Αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση, το 19.8% των ανέργων βρέθηκαν να πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης, ποσοστό υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο των ατόμιον που εργάζονται (9,8%).

Αναφορικά με τον εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας, το 16,9% αυτών που εργάζονται σε καθεστώς υποαπασχόλησης παρουσιάζουν μείζονα κατάθλιψη, ποσοστό μεγαλύτερο σε σχέση με αυτούς που εργάζονται με κανονικό ωράριο (7,2%), καθώς και με εκείνους που εργάζονται περισσότερες από 40 ώρες την  βδομάδα (8,1 %). Αυτό πιθανώς οφείλεται στις μειωμένες οικονομικές απολαβές που συνδέονται με αυτό το είδος απασχόλησης αλλά και στο άγχος ανεύρεσης συμπληρωματικής εργασίας.

Από την ανάλυση του Δείκτη Προσωπικής Οικονομικής Δυσπραγίας προκύπτει ότι ένα υψηλό ποσοστό του πληθυσμού (35%), δηλαδή ο ένας στους τρεις, έχει αναγκαστεί να περιορίσει δραστικά τις δαπάνες του ακόμη και για είδη αναγκαία για τη διαβίωση. Ένα εξίσου υψηλό ποσοστό (28,3%) έχει ήδη ξοδέψει μέρος ή το σύνολο των αποταμιεύσεών του προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση.

Στη σύγκριση στοιχείων που αποτυπώνουν το βαθμό οικονομικής δυσπραγίας το 2011 και το 2013, παρατηρείται μια εντυπωσιακή αύξηση του ποσοστού που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα σχεδόν σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής.

Ειδικότερα, οι τομείς στους οποίους παρατηρείται η μεγαλύτερη μεταβολή ανάμεσα στα δύο έτη αφορούν στη δόση του αυτοκινήτου (31,7% το 2013 έναντι 10,5% το 2011, μεταβολή της τάξης του 201,9%), στο ενοίκιο κατοικίας (28,1% το 2013 έναντι 9,4% το 2011, μεταβολή της τάξης του 198,9%) και στη δόση κάποιου δανείου (49,5% το 2013 έναντι 19% το 2011, μεταβολή της τάξης του 160,5%).
Αυτό το εύρημα καταδεικνύει ότι ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού το 2013 είχε δυσκολία να είναι συνεπές σε βασικές οικονομικές υποχρεώσεις σε σχέση με το 2011.

Συγκρίνοντας τα στοιχεία του 2011 και του 2013, παρατηρείται μια αξιοσημείωτη αύξηση της μείζονος κατάθλιψης τόσο για τα άτομα με χαμηλή οικονομική δυσχέρεια όσο και για εκείνα με υψηλή, γεγονός που υποδεικνύει την ευαλωτότητα όλων σχεδόν των ατόμων στην εμφάνιση κατάθλιψης.

Συγκεκριμένα, με βάση τον αξιόπιστο και έγκυρο Δείκτη Προσωπικής Οικονομικής Δυσπραγίας που αποτελείται από εννέα διαστάσεις, βρέθηκε ότι τα άτομα του δείγματος της έρευνας του 2011 στον γενικό πληθυσμό, που εμφάνιζαν σοβαρά προσωπικά οικονομικά προβλήματα, ανέφεραν έναν μέσο αριθμό 4,64 καταθλιπτικών συμπτωμάτων συγκριτικά με τον μέσο αριθμό των 2,21 αντίστοιχων συμπτωμάτων που ανέφεραν όσοι δεν αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, μια διαφορά στατιστικά σημαντική 

Η κατανομή των ποσοστών μείζονος κατάθλιψης, σύμφωνα με το Δείκτη Προσωπικής Οικονομικής Δυσπραγίας, έδειξε ότι το 2011 όσοι κατατάχθηκαν στην κατηγορία των ατόμων με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, π.χ. δεν μπορούσαν να πληρώσουν το ενοίκιο, τους λογαριασμούς των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, τις δόσεις των δανείων, να καλύψουν τα καθημερινά έξοδα κ.λπ., βρέθηκαν να πάσχουν από μείζονα κατάθλιψη κατά 20,9% ενώ για το σύνολο το ποσοστό ήταν 8,2%. Το 2013 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 33,8% συγκριτικά με το σύνολο που βρέθηκε να πάσχει από κατάθλιψη σε ποσοστό 13,2%.

Από την άλλη πλευρά ωστόσο, προβληματισμούς θέτουν ευρήματα που προκύπτουν από πρόσφατη ελληνική έρευνα (2014) αναφορικά με τη σχέση του κοινωνικού κεφαλαίου (το οποίο περιλαμβάνει τα δίκτυα σχέσεων και διαπροσωπικών δεσμών στο πλαίσιο μιας κοινωνίας) και του επιπέδου ψυχικής υγείας. Εξετάζοντας την παραπάνω σχέση σε συνάρτηση με την ύπαρξη οικονομικής δυσπραγίας -μεταξύ  άλλων μεταβλητών-, η μελέτη καταδεικνύει ότι, παρότι το γνωσιιακό κοινωνικό κεφάλαιο και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχουν προστατευτική επίδραση στην εκδήλωση μείζονος κατάθλιψης για τα άτομα που αντιμετωπίζουν ήπια οικονομική δυσπραγία, δεν ισχύει το ίδιο στην περίπτωση όσων βιώνουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Για τα άτομα με υψηλή οικονομική δυσπραγία, η ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών δεσμών και δικτύων και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, που θα απέρρεε από προγράμματα κοινωνικής στήριξης, δεν φαίνεται να μπορεί να δράσει προστατευτικά για την ψυχική τους υγεία.

Τέλος, και με δεδομένο ότι στην πλειονότητά τους οι πρόσφατες μελέτες για την επίδραση της οικονομικής κρίσης στον ελληνικό πληθυσμό αποσκοπούν να ανιχνεύσουν πιθανή κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η έκταση των ψυχικών επιπτώσεων της κρίσης είναι πιθανότατα πολύ ευρύτερη από αυτήν που αποτυπώνεται ερευνητικά. Η κακή ψυχική υγεία αφορά ένα πλήθος ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων πέραν των περιπτώσεων που πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια μιας διαταραχής. Συνεπώς, υπό ένα τέτοιο πρίσμα μιας υποκλινικής καταθλιπτικής συμπτωματολογίας θα μπορούσε κανείς να δει το γενικότερο κοινωνικό κλίμα παθη-τικότητας και αδράνειας που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό, αντικατοπτρίζοντας την παραίτηση, το αίσθημα αβοηθητότητας και αδυναμίας αντίδρασης που βιώνει το άτομο απέναντι σε μια καταλυτική πραγματικότητα που το υπερβαίνει.

Απόσπασμα από το σύγγραμμα Ελληνική κρίση - Εθνική κατάθλιψη και ασκήσεις επιβίωσης Μιχάλης Μαδιανός, Μαρίνα Οικονόμου. Εκδόσεις Καστανιώτη 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ