H σχέση μας με τους/ τις πρώην: Τι να προσέχουμε

20 Ιουλίου 2015

Πολλές φορές μια σχέση τελειώνει αφήνοντας τη γεύση του μισοτελειωμένου ή την αίσθηση ότι κάτι δεν ολοκληρώθηκε και τελείωσε πριν την ώρα του. Συχνά, μια απότομη διακοπή ερωτικής σχέσης γίνεται διότι ένα από τα δύο -ή και τα δύο- μέλη της έχουν δεχτεί έντονες πιέσεις από τον κοινωνικό τους περίγυρο, ένας από τους δύο κλονίζεται και δεν είναι σίγουρος/η για το τι επιθυμεί, αισθάνεται ότι περικλείεται από έναν στενό κλοιό και χρειάζεται περισσότερο χώρο και περιθώριο για να ξεκαθαρίσει όχι μόνο τα συναισθήματά του, αλλά και το πώς θα πρέπει να προχωρήσει στη σχέση. Τέλος, μπορεί μια παρεξήγηση να αποτελέσει την αρχή του τέλους για μια σχέση.

Γράφει η  Δρ Λίζα Βάρβογλη, Ph.D Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια (greekpsychologypages.blogspot.gr).

Τι κοινό έχουν όλες οι παραπάνω περιπτώσεις; Ότι η διακοπή της σχέσης είναι κατά κάποιον τρόπο τεχνητή, δηλαδή δεν οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι το ζευγάρι έπαψε να αγαπάει και να νοιάζεται ο ένας τον άλλον. Εξωτερικοί ή εσωτερικοί παράγοντες κλυδωνίζουν τη σχέση και ένας από τους δύο αποφασίζει να αποστασιοποιηθεί προκειμένου να σκεφτεί καλύτερα, χωρίς να έχει ταυτόχρονα συναισθηματική εμπλοκή.

Σε αυτές λοιπόν τις περιπτώσεις, τα μέλη της σχέσης μένουν με την αίσθηση του μισοτελειωμένου, σαν να μπήκε μια άνω τελεία και να υπάρχει και συνέχεια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο όταν, σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή μετά την απομάκρυνσή του, το ζευγάρι κάνει πάλι προσπάθειες επαναπροσέγγισης.

Τα λάθη της επαναπροσέγγισης

Το πιο βασικό λάθος που κάνει κανείς στην προσπάθειά του να επαναπροσεγγίσει τον/την πρώην σύντροφό του είναι όταν κάνει κάποια εκβιαστική κίνηση, στέλνοντας ένα δραματικό σήμα που στόχο έχει να κάνει το άλλο άτομο να νιώσει ένοχο για το ότι έφυγε από τη σχέση.

Για παράδειγμα, οι δηλώσεις αυτοκτονίες μπορεί να φέρουν τον/την σύντροφο πρόσκαιρα κοντά, όμως δεν είναι κάτι που θα διαρκέσει. Όταν ο άλλος επιστρέφει από τύψεις ή λύπηση, μπορεί να παραμείνει για λίγο, όμως ο συναισθηματικός εκβιασμός που του γίνεται θα επιστρέψει μπούμερανγκ και θα πλήξει τη σχέση.

Το να προσπαθεί κανείς μέσω κοινών φίλων ή συγγενών να «συνετίσει» το μέλος που έφυγε είναι εξίσου μάταιη προσπάθεια, αφού έτσι δε σεβόμαστε την απόφαση του άλλου και δρούμε εγωιστικά και πιεστικά.

Ένα τρίτο λάθος είναι ο βομβαρδισμός του άλλου με τηλεφωνήματα και προσπάθειες επί προσπαθειών για μία ακόμα συνάντηση, μία ακόμα συζήτηση, ένα ακόμα ξεκαθάρισμα. Όταν ο ένας θέλει να αποσυρθεί -ή και να φύγει- ο άλλος πρέπει καταρχήν να σεβαστεί αυτή την απόφαση και στη συνέχεια, αφού περάσει κάποιο χρονικό διάστημα απομάκρυνσης να κάνει κινήσεις προσέγγισης.

 

Τα κλειδιά της επαναπροσέγγισης

Το κλειδί στην επαναπροσέγγιση του πρώην συντρόφου, είτε είναι άντρας είτε γυναίκα, είναι ο σεβασμός στην επιλογή του να αποσυρθεί. Πολλές φορές το μέλος της σχέσης που έμεινε πίσω αισθάνεται εγκατελειμμένο, προδομένο, έχει την πικρία του «γιατί να μου το κάνει αυτό σε εμένα;» και παίρνει το όλο ζήτημα προσωπικά.

Με αυτό τον τρόπο, όμως, δεν αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα μπορεί να μη σχετίζεται με προσωπική του μειονεξία, αλλά με κάποιο ζήτημα που βασανίζει τον/την σύντροφό του. Έτσι, η επαναπροσέγγιση δεν πρέπει να ξεκινάει με το «πες μου τι έκανα λάθος να το διορθώσω», αλλά με έναν τρόπο που φέρνει τους συντρόφους σταδιακά πιο κοντά.

Αρχικά ένα γραπτό μήνυμα στο κινητό ή με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αποτελούν μια υπενθύμιση στον άλλον ότι εξακολουθούμε να υπάρχουμε κι ενδιαφερόμαστε σε μια απλή, ανθρώπινη βάση! Το μήνυμα δε χρειάζεται να είναι εξομολογητικού ή επαναπροσεγγιστικού περιεχομένου, απλά μια «καλημέρα», ένα «τι κάνεις» μια μικρή αχτίδα νοιαξίματος που ζεσταίνει τον προσωπικό χώρο του άλλου χωρίς όμως να εισβάλει σε αυτόν. Πολλές φορές η ανταλλαγή μηνυμάτων αποτελεί έναν πρώτο, σχετικά ανώδυνο και αποστασιοποιημένο τρόπο επαναπροσέγγισης: ανοίγει μια δίοδο επικοινωνίας, αλλά, βέβαια, δεν εγγυάται τίποτα παραπάνω.

Η συνέχεια είναι σημαντική: πρέπει κανείς να προσέξει τη συχνότητα αλλά και το περιεχόμενο όχι μόνο των δικών του, αλλά και των μηνυμάτων που στέλνει ο άλλος, προκειμένου να συνεχίσει στην ίδια γραμμή επικοινωνίας για λίγο. Συνήθως, όταν εξαντληθούν τα τυπικά και ίσως πιο απρόσωπα πράγματα που αναφέρει κανείς στα πρώτα μηνύματα, μπορεί να βγει κάτι πιο προσωπικό και ουσιαστικό.

Το επόμενο βήμα στην επικοινωνία είναι να γίνει μια τηλεφωνική επαφή. Όταν κανείς διακρίνεται από αυθεντικότητα, αυθορμητισμό, γνήσιο ενδιαφέρον για τον άλλον (και όχι στενό συμφέρον για το ατομικό του συμφέρον να τα ξαναβρεί με τον/την πρώην του), αυτό δημιουργεί μια χαλαρή κι ευχάριστη ατμόσφαιρα και «περνάει» στο άτομο που έχει απομακρυνθεί.

Σε αυτό το σημείο μπορεί κανείς να προτείνει κάτι που γνωρίζει ότι αρέσει στον πρώην σύντροφό του, ώστε να γίνει ένα μοίρασμα ενδιαφερόντων και το κοινό σημείο να λειτουργήσει σαν γέφυρα επικοινωνίας. Έτσι, το να προτείνει κανείς στον άλλον να πάει στο σινεμά, στο θέατρο, σε ένα καινούργια καφέ που άνοιξε και ξέρει ότι θα αρέσει στον πρώην σύντροφό του, είναι μια καλή αρχή επικοινωνίας.

Και πάλι όμως, το άτομο που κάνει την επαναπροσέγγιση δεν θα πρέπει να το εκλάβει αυτό ως σίγουρο σημάδι ότι τα πράγματα γύρισαν πίσω και ότι η σχέση εδραιώθηκε πάλι. Εδώ είναι χρήσιμο να μπορέσει το άτομο που κάνει την επαναπροσέγγιση να σταθεί λίγο πίσω, να μη βιαστεί να πιέσει τις καταστάσεις και να μην αρχίσει τα «θέλω» και τα «πρέπει». Αυτός είναι ο χρόνος που τα δύο άτομα θα πρέπει να ξανα-αισθανθούν άνετα ο ένας με τον άλλον, να νιώσουν ότι δεν υπάρχει πίεση και ότι τα ζητήματα του παρελθόντος δεν του κατατρέχουν πια.

Στο κάτω-κάτω, ένας βασικός λόγος που οι άνθρωποι χωρίζουν είναι διότι δεν περνούν καλά μαζί, για οποιοδήποτε λόγο. Όταν ξαναέρθουν κοντά και ο ένας από τους δύο αρχίσει να βιάζεται, να πιέζει τις καταστάσεις, να εισβάλει στο χώρο του άλλου, τότε δημιουργούνται οι ίδιες καταπιεστικές συνθήκες που υπήρχαν στην αρχή και οδήγησαν στον χωρισμό.

Με άλλα λόγια, για να γυρίσει κάποιος πίσω σε μια σχέση θα πρέπει να διαπιστώσει με αρκετή βεβαιότητα ότι κάποια από τα πράγματα που τον ενοχλούσαν ή τον πίεζαν έχουν αλλάξει, αλλιώς, όταν η κατάσταση παραμένει «μία από τα ίδια», η επανασύνδεση δεν γίνεται τελικά.

Η συζήτηση για το ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στη διακοπή της σχέσης καλό είναι να αναβληθεί για αρκετά αργότερα, όταν αρχίσει πια να διαφαίνεται η πιθανότητα επανασύνδεσης. Μέχρι τότε θα πρέπει να δημιουργηθεί μια νέα βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αίσθησης του «είμαστε καλά μαζί».

Τέλος, θα πρέπει να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει ότι μερικές φορές, ακόμα και για άδικους ή λάθος λόγους ένας άνθρωπος αποφασίζει αυθαίρετα να φύγει από μια σχέση και δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Σε αυτό το σημείο, όσο δύσκολο κι αν είναι, μαζεύει κανείς τα συντρίμμια του, επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του και τους στόχους του και κάνει ένα νέο ξεκίνημα.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ