Είδαμε το «Λουκρητία Βοργία» σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς

10 Αυγούστου 2015

Ενδιαφέρουσα, παρά τις αντιφάσεις της, νεωτεριστική ανάγνωση του μύθου.

«Είναι πολύ πιο δύσκολο να κάνω μια κακή πράξη παρά μια καλή πράξη». Η ομολογία της Λουκρητίας Βοργία (κατά την έναρξη του έργου) μοιάζει να συνοψίζει την σκηνοθετική πρόθεση του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Εστιάζει σε μια πιο εγκεφαλική ανάγνωση του αριστουργήματος του Βίκτορος Ουγκό, πιο εσωτερική και πιθανότατα πιο ψυχαναλυτική για τη θρυλική προσωπικότητα της Λουκρητίας που «στο αίμα της κυλάει το αίμα μιας μοιχαλίδας κι ενός πάπα». Αυτομάτως η παράσταση δηλώνει ότι θέλει να αποφύγει τις στερεοτυπικές αναγνώσεις – και πώς αλλιώς όταν σκηνοθετεί ο τρομερός Σέρβος, που ωστόσο εδώ κατέφυγε (προς έκπληξη μας) και στο θέατρο του ρεαλισμού.
Για την ακρίβεια η παράσταση ξεκινάει υπερτονίζοντας το φαντασιακό στοιχείο –θυμίζουμε την εμπνευσμένη σκηνή έναρξης του Βενετσιάνικου καρναβαλιού αντλώντας από την αισθητική του κουκλοθεάτρου και του θεάτρου σκιών– και κορυφώνεται, αν όχι «γειώνεται» στο ρεαλισμό: Τη δολοφονία της Λουκρητίας από τον φερόμενο ως γιο της, Τζενάρο. Είναι συνειδητή λοιπόν, η διαδρομή της σκηνοθεσίας όσο και του κεντρικού προσώπου, παρότι δεν δουλεύτηκε όσο χρειαζόταν, προκειμένου να μας πείσει για την τόσο «πραγματική» αναπαράσταση.
Σε κάθε περίπτωση το έργο (που μέσα από τη μετάφραση της Ισμήνη Ραντουλόβιτς περικόπηκε σημαντικά) εστιάζει στο μύθο της ηρωίδας ως κάθε εκπροσώπου της εξουσίας που αναγκάζεται να ενσωματωθεί σε ένα περιβάλλον – όσο απάνθρωπο κι αν είναι αυτό – προκειμένου να επιβιώσει. Η πλοκή δηλαδή, παρακολουθεί την Λουκρητία στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το χαμένο γιο της, μεγαλωμένο από μια οικογένεια ψαράδων της Καλαβρίας, αποκαλύπτοντας τα αποθέματα τρυφερότητας και ανθρωπιάς που έχει διατηρήσει· την ώρα βεβαίως που οι βιαιοπραγίες, οι δολοφονίες και οι δηλητηριάσεις είναι στην ημερήσια διάταξη στην πόλη της Φεράρα.
Δύο χαρακτήρες «επιβιώνουν» στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης και δραματουργίας και δεν είναι άλλη από τη φιγούρα της Λουκρητίας και του αυταρχικού συζύγου της, Δον Αλφόνσο της Εστης. Οι υπόλοιποι ρόλοι έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα και τα πρόσωπα σκιαγραφούνται περισσότερο με υπαινιγμούς παρά με αδρές γραμμές. Από εδώ περιμέναμε και τις πιο ουσιαστικές ερμηνείες και εν μέρει δικαιωθήκαμε. Λέμε εν μέρει γιατί η Θεοδώρα Τζήμου περιορίζεται σε μια ισορροπημένη ερμηνεία – την έχουμε δει περισσότερο διαθέσιμη – για να χάσει τον έλεγχο και να καταφύγει σε υπερβολές στην τελευταία σκηνή του δράματος. Από την άλλη, η σκηνή ανήκει στη Λυδία Φωτοπούλου που για μια ακόμη φορά υποδύεται έναν ανδρικό ρόλο (θυμίζουμε τον Τειρεσία στην «Αντιγόνη» της Νατάσσας Τριανταφύλλη), με τη διαφορά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση χτίζει, μέσα σε λίγα λεπτά, μια εκπληκτική περσόνα. Ακολουθώντας τη γενική γραμμή της σκηνοθεσίας που τοποθετεί το έργο στην Ιταλία της Μαφίας και των 30s, η Φωτοπούλου μεταμορφώνει με μαεστρία και θαυμαστό μέτρο τον Δον Αλφόνσο σε ένα «Νονό», σε ένα Μάρλον Μπράντο· δίχως ούτε στιγμή να ολισθαίνει προς το γραφικό ή τον κίνδυνο της καρικατούρας. Γύρω τους άξιοι ηθοποιοί δίνουν όσα προλαβαίνουν να δώσουν στο χρόνο και το χώρο που τους αφήνει η σκηνοθεσία. Καταρχάς, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, κρατά υψηλούς τόνους ως Τζενάρο, επιχειρώντας μάλλον να κερδίσει το έδαφος ενός ρόλου που περιορίστηκε. Από την ομάδα των συντρόφων του ξεχωρίζουν ο Αινείας Τσαμάτης (ευέλικτος ερμηνευτικά και κινησιολογικά) και ο Εκτορας Λιάτσος. Μεστός και ο Μάνος Βακούσης στο ρόλο το δολοπλόκου Γκουμπέτα.
Με ενδιαφέρον είδαμε τις προτάσεις της σκηνογραφίας από τον Κένι ΜακΛέλαν (υπέγραψε και τα ωραία κοστούμια) που έσπρωξαν αισθητικά την παράσταση σε νεωτεριστικούς δρόμους. Λειτουργικοί οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και ιδιαίτερα παραγωγικοί στις σκηνές του θεάτρου σκιών. Αισθητή η παρουσία της Αμάλια Μπένετ στην κινησιολογία των ηθοποιών.
Ωραία αυλαία για το Φεστιβάλ Αθηνών, παρότι ήταν προφανές πως επιπλέον ζύμωση και πρόβες θα είχαν ωριμάσει το αποτέλεσμα.
tospirto.net

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ