Η πρόληψη του καρκίνου παχέος εντέρου και ο ρόλος της κολονοσκόπησης

26 Αυγούστου 2015

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου (ΚΠΕ) είναι η τρίτη συχνότερη μορφή καρκίνου παγκοσμίως, με επιπολασμό 1,5 εκατομμύρια άτομα/έτος και αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο (650.000 θανάτους  ετησίως) και για τα δύο φύλα, μετά από τον καρκίνο του πνεύμονα.

Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι περίπου 3.000 άτομα προσβάλλονται ετησίως από ΚΠΕ. Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ΚΠΕ είναι: 

  • η μεγάλη ηλικία, 
  • το θετικό οικογενειακό ιστορικό για καρκίνο και πολύποδες παχέος εντέρου, 
  • η διατροφή πτωχή σε φυτικές ίνες και πλούσια σε λίπη και τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας, 
  • η καθιστική ζωή και η έλλειψη άσκησης από την καθημερινότητα. 

Επιπρόσθετα, η παχυσαρκία, το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ σε μεγάλες ποσότητες, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι φλεγμονώδεις καταστάσεις του εντέρου (όπως η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn), αλλά και ορισμένες κληρονομικές διαταραχές που επηρεάζουν το παχύ έντερο, αποτελούν παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για την εμφάνιση ΚΠΕ.

Είναι μια αθόρυβη και ύπουλη ασθένεια, αφού οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν  συμπτωματολογία στα αρχικά στάδια (όπως αιμορραγία από το ορθό, κοιλιακό πόνο), με αποτέλεσμα να διαγιγνώσκονται σε μη ιάσιμη φάση. Έτσι, καθίσταται σαφές ότι η επιβίωση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου κατά την στιγμή της διάγνωσης. Με βάση τα παραπάνω, είναι σαφές ότι η πρώιμη ανίχνευση προκαρκινικών ορθοκολικών βλαβών αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο για τη βέλτιστη αντιμετώπιση αυτής της ασθένειας.

Μαζικός προληπτικός έλεγχος

Ο ΚΠΕ είναι μία ιδανική περίπτωση νόσου για την εφαρμογή μαζικού προληπτικού ελέγχου (screening)  στον γενικό πληθυσμό, δεδομένου ότι ακολουθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία εξέλιξης, που διαρκεί 7-12 χρόνια και οδηγεί σε μετάπτωση του φυσιολογικού επιθηλίου σε αδένωμα και τελικά σε καρκίνωμα.

Υπάρχουν πολλές διαθέσιμες επιλογές ανίχνευσης ΚΠΕ, που περιλαμβάνουν: την ανίχνευση λανθάνοντος αίματος σε τεστ κοπράνων (ή μικροσκοπική εξέταση της αιμοσφαιρίνης των κοπράνων), την εύκαμπτη ορθοσιγμοειδοσκόπηση και την κολονοσκόπηση. 

Το καθένα από αυτά έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του. Πιο συγκεκριμένα, η μικροσκοπική εξέταση της αιμοσφαιρίνης των κοπράνων αν και μειώνει την θνητότητα κατά 16% από ΚΠΕ παρόλα αυτά εμφανίζει χαμηλή ευαισθησία για ανίχνευση πολυπόδων και καρκινικών βλαβών στο περιφερικό κόλον καθώς και μικρή ειδικότητα, με αποτέλεσμα  να είναι –με οικονομικούς όρους– επιζήμια εξέταση για να χρησιμοποιηθεί σε μαζικό προληπτικό έλεγχο. 

Όσον αφορά την εύκαμπτη ορθοσιγμοειδοσκόπηση, αυτή είναι μια εξέταση σαφώς πιο γρήγορη και ασφαλέστερη από την κολονοσκόπηση, αλλά με μικρό ποσοστό συμμόρφωσης του ασθενούς, σαφή εξάρτηση αποτελεσματικότητας από την ποιότητα της προετοιμασίας του εντέρου και, το σημαντικότερο, ότι δεν μπορούμε να δούμε ολόκληρο το έντερο. 

Η υπολογιστική τομογραφική κολονογραφία είναι άλλη μία νέα μέθοδος ανεύρεσης προκαρκινικών βλαβών, αλλά λόγω της μικρής διαγνωστικής ακρίβειας που έχει σε σύγκριση με την κολονοσκόπηση και της ακτινοβολίας δεν συνίσταται για μαζικό προληπτικό έλεγχο.

Κολονοσκόπηση

Η κολονοσκόπηση αποτελεί την καλύτερη μέθοδο διάγνωσης των πολυπόδων και του ΚΠΕ έως σήμερα, καθώς επίσης προλαμβάνει τον ΚΠΕ με τον εντοπισμό των αδενωματωδών πολυπόδων και την πολυποδεκτομή. Επιτρέπει την εξέταση ολόκληρου του αυλού του παχέος εντέρου, με αποτέλεσμα τόσο απώτερες βλάβες όσο και εγγύτερες να είναι δυνατό να ανακαλυφθούν. Έχει τη μεγαλύτερη ευαισθησία από όλες τις μεθόδους στην ανίχνευση του ΚΠΕ. Τα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι το κόστος, οι κίνδυνοι διάτρησης και αιμορραγίας του εντέρου (ιδίως μετά από πολυποδεκτομή), η δυσκολία στην προετοιμασία των ασθενών με χρήση καθαρτικών υγρών, η ανάγκη για νάρκωση κατά την εξέταση, καθώς και τα χαμηλά επίπεδα συμμόρφωσης και πιθανής δυσανεξίας ασθενούς.

Συνεπώς, καθίσταται αναγκαίος ο προσδιορισμός απλούστερων, λιγότερο επεμβατικών και πιο οικονομικά προσιτών μεθόδων  ανεύρεσης προκαρκινικών βλαβών για το σποραδικό τύπο ΚΠΕ. Μια τέτοια μέθοδος είναι η χρήση πιθανών βιοδεικτών (δηλαδή αντικειμενικά μετρήσιμοι δείκτες μίας φυσιολογικής ή παθολογικής διαδικασίας), χρησιμοποιώντας δείγμα από το αίμα (πλάσμα) του ατόμου, που ως στόχο έχουν την ανεύρεση μεταλλάξεων  ή επιγενετικών αλλαγών γνωστών γονιδίων (hMLH1,K-Ras,B-Raf, ccfDNA) που έχουν  ενοχοποιηθεί για την συμμετοχή τους στην  διαδικασία της καρκινογένεσης του ΚΠΕ. 

Η μέθοδος αυτή εκτός από τον εκμηδενισμό των δυνητικών επιπλοκών με τις άλλες επεμβατικές μεθόδους, διακρίνεται και για το  μικρότερο κόστος για την ανεύρεση  προκαρκινικών  βλαβών του παχέος εντέρου αντιμετωπίζοντας έτσι ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα υγείας του αιώνα μας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αποτελεσματικότητα του προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου εξαρτάται από την ακρίβεια και την αποδοχή της μεθόδου που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση μιας παθολογικής κατάστασης. Ένας ιδανικός προσυμπτωματικός έλεγχος θα πρέπει να έχει υψηλή συμμόρφωση, ευαισθησία και ειδικότητα, να είναι ελάχιστα επεμβατικός και οικονομικά αποδοτικός. Εξαιτίας των περιορισμών των υφισταμένων μεθόδων ανεύρεσης του καρκίνου του παχέος εντέρου, υπάρχει όλο και μεγαλύτερη ανάγκη για ανεύρεση νέων τρόπων διάγνωσης προκαρκινικών βλαβών και ένας από αυτούς είναι οι μοριακοί βιοδείκτες, οι οποίοι θα αποτελέσουν σημαντικά βοηθήματα στην φαρέτρα μας για μια πιο ασφαλή προσέγγιση των υγιών ατόμων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο για ΚΠΕ.

Ελληνικό Ίδρυμα Γαστρεντερολογίας και Διατροφής

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ