Α. Πρωτοψάλτη, η έκπληξη της κυβέρνησης: Η ¨καταστροφή της οικογένείας της και η επιτυχία!

31 Αυγούστου 2015

Υπέρκομψη και άνετη, φορώντας λευκό σακάκι μαύρο παντελόνι και εντελώς flat παπούτσια,  η δημοφιλής τραγουδίστρια εντυπωσίασε στην ορκωμοσία της νέας υπηρεσιακής κυβέρνησης. 

Σύμφωνα με δημοσιεύματα στην κα Πρωτοψάλτη ζητήθηκε να αναλάβει το υπουργείο Τουρισμού από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τον οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις.

Η κα Πρωτοψάλτη έφτασε με ένα τζιπ στο προεδρικό και όταν ένας δημοσιογράφος την ρώτησε χρησιμοποιώντας στίχους από το «Χειροκρότημα» της Λίνας Νικολακοπούλου και της Δήμητρας Γαλάνη αν «Είμαστε ακόμα ζωντανοί», εκείνη χαμογέλασε. 
Τα φλας ήταν στραμμένα επάνω της και κατά την διάρκεια της ορκωμοσίας ενώ αφού υπέγραψε αντάλλαξε θερμή χειραψία με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, την υπηρεσιακή πρωθυπουργό Βασιλική Θάνου και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο με την οποία την συνδέει άλλωστε μακροχρόνια φιλία. Όταν μάλιστα η Σεβαστή Αττικιουζέλ όπως είναι το όνομά της,  βγήκε από το Προεδρικό Μέγαρο αποκάλυψε ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της τηλεφώνησε και της ζήτησε να αναλάβει το υπουργείο Τουρισμού. 


Είπε ακόμα ότι το πρώτο πράγμα που είπε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ήταν ότι οι συναυλίες της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δεν μπορούν να αναβληθούν, ούτε να μεταφερθούν οπότε το δέχθηκε και «συνεχίζουμε κανονικά». 
Είπε μάλιστα γελώντας: «Αύριο κανονικά. Θα τραγουδήσω ως υπουργός στον Μαραθώνα».


Η συναυλία θα έχει ελεύθερη είσοδο για τη νύχτα της πανσελήνου, κατόπιν συνεργασίας της με τον δήμαρχο Μαραθώνα Ηλία Ψινάκη.


Η κα Πρωτοψάλτη είπε ακόμα: «Με τα τουριστικά έχω μεγάλη οικειότητα γιατί δούλευα σε τουριστικό γραφείο πολλά χρόνια αγαπώ τους τουρίστες, αγαπώ την Ελλάδα, ούτως ή άλλως η Ελλάδα είναι μέσα στην καρδιά μου. 
Είναι γνωστό οτι η Άλκηστις Πρωτοψάλτη πριν ασχοληθεί με το τραγούδι όταν η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ήταν ξεναγός σε τουριστικό λεωφορείο. 


Η  αναπληρώτρια υπουργός Τουρισμού ζήτησε χρόνο, ενώ στο σχόλιο δημοσιογράφου ότι η δουλειά της μπορεί να γίνει επικοινωνιακό όπλο για την προβολή της χώρας απάντησε: «ούτως ή άλλως μέχρι τώρα μέσα από αυτά τα 40 χρόνια που είμαι σε αυτό που λέγεται ελληνικό τραγούδι, ελληνικός πολιτισμός και ελληνική γλώσσα που πιστεύω ότι είναι το ωραιότερο άνθος του πολιτισμού μας, μεταφέρω την ψυχή, την αγάπη, την αισιοδοξία τον πολιτισμό και όλα όσα κρίνει ο ελληνικός λαός». Μπορεί να είστε περισσότερο από 23 ημέρες υπουργός, σχολίασε δημοσιογράφος, «Θα τα πούμε», περιορίστηκε να δηλώσει η κ. Πρωτοψάλτη.



ΤΙ ΕΧΕΙ ΠΕΙ Η ΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ;


Στην Αθήνα ήρθα στα επτά. Οι γονείς μου, ο Σταύρος και η Μαρίκα, τα είχαν χάσει όλα. Σπίτια, ιατρεία, κοινωνικό κύκλο, ανθρώπους. Μου το 'κρυβαν, αλλά το 'νιωθα. Την αναστάτωση. Αποχαιρετήσαμε την Αλεξάνδρεια. Εκεί μηδενίστηκε η ζωή μου για πρώτη φορά. Και από τότε δεν το φοβάμαι το μηδέν. Το ξέρω. Και ήρθαμε στον Υμηττό. Και μετά στην Καλλιθέα, στη Νέα Σμύρνη. Ξεκίνησα από τα έντεκα να καταλαβαίνω τι σημαίνει ζωή.

Όταν πέθανε ο πατέρας μου. Έφαγα μια γερή που με πέταξε στα σκοινιά, αλλά σηκώθηκα. Έπαιζα θέατρο στη μάνα μου να μη στενοχωριέται. Της τραγουδούσα. Όχι για παρηγοριά. Γιατί αυτό μπορούσα να κάνω, έτσι μπορούσα να εκφραστώ, έτσι ήμουνα χαρούμενη. Και γιατί έτσι έμαθα. Ότι όλος ο πολιτισμός από το σπίτι ξεκινάει. Οι φιλοδοξίες. Τα όνειρα. Να μην αδικήσεις. Να μη ζήσεις σε βάρος άλλων.   Οι πρώτοι ρόλοι πίνουν φωτιά. Το ξέρεις. Κάποια στιγμή το βάζεις στην άκρη. Το εγώ γίνεται εμείς, αλλιώς το 'χασες το παιχνίδι.   Η πρώτη δουλειά που έκανα ήταν ξεναγός. Το πρώτο σχολείο για το πως πρέπει να συμπεριφέρομαι. Να είμαι υπομονετική. Να προσπαθώ να λύσω την ψυχή του άλλου.

Ήμουνα στο πούλμαν με 46 άτομα διαφορετικής ψυχοσύνθεσης. Στην επιστροφή τούς τραγουδούσα. Γινόταν πανζουρλισμός. Είναι κάποια σημάδια που σου δίνει η ζωή. Να γίνω τραγουδίστρια τότε, ούτε λόγος. Δεν υπήρχε χειρότερο. Μου πήρε τρία χρόνια για να καταλάβει η μάνα μου ότι έχω τα μυαλά μου στο κεφάλι μου και ότι δεν επρόκειτο να κάνω τρέλες. Δεν έκανα γιατί τον φακό της ζωής μου τον ήθελα πάντα καθαρό. Να μη σου πω σήμερα άσπρο και αύριο μαύρο.

Τώρα είναι υπερήφανη.   Έγινα από Αττικιουζέλ, Πρωτοψάλτη, όταν ξεκίνησα. Με τον Μούτση. Αυτός ήταν ο δρόμος. Ο άλλος ήταν να πάω στα κέντρα. Επί τόπου. Δεν είχα καθόλου λεφτά, καθόλου. Και ούτε τα υπολόγισα ως προτεραιότητα. Είχα μεγάλες αναμονές. Και οι απολαβές ήταν το εικοστό στα ζητούμενα. Αυτό το «Πρωτοψάλτη» κρύβει εκατομμύρια ώρες δουλειάς. Ιδρώτα, πείσμα, αρχές. Τίποτα δεν μου χαρίστηκε. Έχω φτύσει αίμα. Για να προσπαθώ να γίνει το καλύτερο, το πιο σωστό, με τον μεγαλύτερο σεβασμό στον κόσμο. Να μην προδώσω τίποτα από τα πιστεύω μου. Και αν με ρωτήσει σήμερα ένας νέος άνθρωπος, αυτό θα του πω. Να μη βιαστεί. Να έχει οπλισμό. Πρώτα τα καλά τραγούδια.

Συνέπεια, σεβασμό στον κόσμο, όνειρα, τόλμη, θάρρος απέναντι σε αυτό που θέλει να κάνει. Κι ας ματώσει. Δεν πειράζει. Το δέντρο πρέπει να κάνει ρίζες. Και δεν θα μετανιώσει για τίποτα.   Μεγάλη υπόθεση το τραγούδι. Σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν διψάς, όταν ερωτεύεσαι, όταν πονάς, όταν γελάς... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO   Τραγουδάω 40 χρόνια. Ούτε χιλιοστό δεν έχει υποχωρήσει η αγωνία. Όπως από την ημέρα που ξεκίνησα, το ίδιο. Μπορεί και περισσότερο, μεγαλώνοντας. Νιώθω ότι θα ξεκολλήσει η καρδιά από το σώμα μου. Ποτέ δεν είπα μέσα μου, ούτε μία φορά στη ζωή μου, «α, είμαστε οk». Ποτέ. Το live είναι η μεγαλύτερη αναμέτρηση, πρώτα με τον εαυτό σου και μετά με τον κόσμο. Αυτό με κρατάει σε εγρήγορση, δίνω εξετάσεις συνέχεια. Και αν όλο αυτό που προετοίμασες θα αρέσει, αν είναι έτσι, όπως το έχεις ονειρευτεί. Αν μπορεί να ξεσηκώσει και τον πιο παγωμένο, ψυχρό θεατή. Και αυτό μου δίνει την ένταση και τη ζωή και τη χαρά, ακριβώς σαν να 'μαι μικρό παιδί.  

Η τέχνη είναι χειροποίητη. Αυτό πιστεύω. Από τότε που ξεκίνησα μέχρι και τώρα. Η διαδικασία μέσα στα χρόνια δεν αλλάζει – ευτυχώς είναι η ίδια. Σκάβεις στο ορυχείο γι' αυτό που σε συγκινεί περισσότερο. Ζήσαμε την κασέτα, ζήσαμε το βινύλιο, ζήσαμε το CD, τώρα ζούμε όλη αυτή την τεχνολογία, τη συγκλονιστική. Η μουσική εξακολουθεί να ρέει. Αλλάζει ο τρόπος που ακούμε, αλλά η μουσική δεν μπορεί να πεθάνει. Είναι συνοδοιπόρος του ανθρώπου από τότε που ήταν στα δέντρα. Είναι συνοδοιπόρος σήμερα που έχει φτάσει σε πλανήτες που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορεί να έχουμε φωτογραφίες ή ότι μπορεί να έχει προσγειωθεί διαστημόπλοιο.   Είναι εργαλείο η πολιτική, να σκέφτεσαι πολιτικά. Έχει αξία. Και η αξία τού να διεκδικείς όχι μόνο για σένα αλλά και για τον διπλανό σου έχει χαθεί, έχει ξεχαστεί.   Μεγάλη υπόθεση το τραγούδι. Σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν διψάς, όταν ερωτεύεσαι, όταν πονάς, όταν γελάς. Το τραγούδι ή θα μιλήσει στην καρδιά σου ή θα χαθεί. Πάντα ανησυχούσα πάρα πολύ για τα τραγούδια. Έλεγα μέσα μου ότι δεν πρόκειται να πω κάτι το οποίο δεν με ανατριχιάζει. Είναι μια διαδικασία που περνάς μόνος σου.

Ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Έχει κι αυτό μια μαγεία. Γιατί μπορεί να πέσει μια κουρτίνα και να το χάσεις το ένστικτο. Με τον χαρακτήρα έχει να κάνει αυτό και με το αν θέλεις να επαναπαυτείς στα κεκτημένα, λέω εγώ. Και πάντα βασανίζεσαι, έχεις ένα μικρό ερωτηματικό. Τσεκάρεις κάθε ώρα τον εαυτό σου.   Υπάρχει μια γενιά παιδιών που δεν με ξέρει ή δεν με έχει ακούσει. Σε αυτούς δίνω εξετάσεις, κανονικά. Στα δεκαοκτάχρονα που έρχονται και μου λένε: «Σας ξέρουμε από τους γονείς μας». Το θεωρώ συγκλονιστικό να σε ακούει μια γενιά μετά από 40 χρόνια. Πρέπει να έχεις κάτι να τους πεις. Να τους ενδιαφέρεις και να μιλήσεις με έναν τρόπο τη γλώσσα τους. Χωρίς να χάσεις την προσωπικότητά σου, να γίνεις κάτι άλλο, για να τους κερδίσεις υποτίθεται. Να εξελίσσεσαι χωρίς να χάνεις την ψυχή σου. Είναι ωραία η εποχή, έχει άπειρες παγίδες, αλλά σου δίνει δυνατότητες και βλέπεις και αντιλαμβάνεσαι κι αισθάνεσαι τι συμβαίνει στον κόσμο. Και η τέχνη σου πάντα θα βρει τον τρόπο να σκάσει την ακτίνα της, και στον νεφελώδη καιρό.  

Υπάρχει μια γενιά παιδιών που δεν με ξέρει ή δεν με έχει ακούσει. Σε αυτούς δίνω εξετάσεις, κανονικά. Στα δεκαοκτάχρονα που έρχονται και μου λένε: «Σας ξέρουμε από τους γονείς μας»..  Περιουσία μου είναι η φωνή μου, από τότε που κατάλαβα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τη φύλαξα ως κόρη οφθαλμού. Είπα, «Τι έχω; Δύο εκατοστά. Τις φωνητικές μου χορδές». Πιο πολύ τρομάζω με τη γρίπη παρά να σπάσω το πόδι μου. Γιατί με τον γύψο στο πόδι τραγουδάς. Και αν δεν τραγουδάω, αν δεν γίνομαι ένα με τον κόσμο, δεν έχει νόημα η ζωή. Γι' αυτό επενδύω στ' αυτιά μου και στα μάτια μου. Γι' αυτό γυρνάω τον κόσμο και ταξιδεύω. Για να μεταφράζω αυτά που γίνονται πέρα από τον δίπλα μου, αυτά που ανοίγουν το μυαλό. Για να ζηλέψω το καλύτερο.

Για να δω τις τάσεις και τα ρεύματα. Να εξερευνήσω, να αγχωθώ, ακόμα και να μελαγχολήσω λίγο, ένα τόσο δα αγκάθι, γιατί ξέρω μέσα μου ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να φτάσω όλα αυτά τα μαγικά. Για να κοιτάξω με ταπεινότητα τις ιδέες. Να λαχταρήσω να τις φτάσω.   Οι πρώτοι ρόλοι πίνουν φωτιά. Το ξέρεις. Κάποια στιγμή το βάζεις στην άκρη. Το εγώ γίνεται εμείς, αλλιώς το 'χασες το παιχνίδι. Δεν ταίριαζα με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Με ενδιέφεραν όμως καλλιτεχνικά. Έτσι πήγα, έτσι πορεύτηκα. Έχω συναλλαγεί με υπέροχα άτομα. Με δύσκολα άτομα. Με άτομα που μόνο η δουλειά μάς δένει και δεν ταιριάζω σε τίποτε άλλο. Έμαθα να ξεχωρίζω το έργο από τους ανθρώπους. Ήθελα να βγάλω την ψίχα. Να δώσω και να μου δώσουν το καλύτερο. Αυτό είναι η τέχνη. Και μετά να γυρίσω στον δικό μου κήπο. Εκεί όπου κατοικούν οι ποιητές που αγαπώ, οι ζωγράφοι που αγαπώ, αυτοί που με έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Στα αριστουργήματα της φύσης. Εκεί όπου κατοικεί η μουσική. Το ναρκωτικό μου.

Οι επτά νότες του πενταγράμμου. Με έχει σώσει αυτό το πράγμα, γιατί ξέρω πού πάω ακριβώς και τι κάνω. Δεν έχω λόγο να εξευτελίζομαι και να χάνω πολύτιμες ώρες της ζωής μου γιατί «πρέπει». Αυτά είναι τα πολύ εύκολα και δεν ενδιαφέρουν κατά βάθος κανέναν. Είναι πολύ εύκολο να εγκλωβιστεί ένας καλλιτέχνης στο χρυσό κλουβί, με κόλακες να τιτιβίζουν. Η αυλή. Ο περίγυρος. Για μένα είναι το γρήγορο ανέκδοτο. Υπάρχει μια τεράστια πεδιάδα κι ένα παγκάκι με μια θέση. Αυτή είναι η θέση μου. Να στέκεσαι και να αφουγκράζεσαι. Να αναπνέεις καθαρό αέρα. Να πηγαίνεις αντίθετα και να κοπιάζεις να φτάσεις στην πηγή, στην ουσία της ζωής. Να συναναστρέφεσαι ισότιμα. Να παίζεις στα ίσα.     Όλο αυτό που έχω ζήσει κι έχω εισπράξει δεν μπορώ παρά να το μοιράζομαι.

Και από αυτό είμαι χορτασμένος άνθρωπος και τυχερός. Πήρα κι έδωσα αγάπη και σεβασμό. Και κάνω ακριβώς ό,τι θέλω, αυτό που ονειρεύομαι.   Όταν πήρα τη ζωή στα χέρια μου έκανα έναν μεγάλο γύρο: Βριλήσσια, Αγία Παρασκευή και μετά πήρα τα βουνά. Έφυγα εκτός Αθηνών. Ήθελα να απολαμβάνω τη φύση και τις αλλαγές του χρόνου. Μου αρέσει που έφυγα από την Αθήνα και μένω εκτός, γιατί όταν έρχομαι έχω μια λαχτάρα που δεν είχα πριν. Με πολύ διαφορετικό τρόπο κάνω τις βόλτες μου τώρα, με πολύ διαφορετικό τρόπο επιλέγω πού θα πάω. Παρατηρώ και δεν μου αρέσει καθόλου όταν βλέπω την καταστροφή της. Είναι σαν να βανδαλίζομαι, να κακοποιούμαι η ίδια. Ταλαιπωρήθηκε απίστευτα αυτή η πόλη και δεν μιλώ μόνο για τα κτίρια αλλά και για τους ανθρώπους. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τη χώρα, την πόλη, είναι νομιμόφρονες, εργάζονται, αγαπούν το δίκιο, τη δημοκρατία, είναι τίμιοι, σωστοί, ειλικρινείς. Αρνούμαι να μπαίνουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Γίνομαι θηρίο. Κάποια στιγμή η Αθήνα θα αποκτήσει τη αίγλη που της ταιριάζει και της αρμόζει. Σκέφτομαι τις 15 μέρες των Ολυμπιακών Αγώνων πολύ συχνά. Την ευγένεια, ούτε ένα χαρτάκι στον δρόμο, αυτό που ονειρεύεται κάθε λαός για τον συνάνθρωπό του. Εμείς το κάναμε. Δείξαμε τι μπορούμε να κάνουμε. Με το που τέλειωσε, ξαναγυρίσαμε στις κακές μας συνήθειες. Και από τότε πέρασαν σχεδόν 11 χρόνια και είναι σαν χθες.  

Είναι εργαλείο η πολιτική, να σκέφτεσαι πολιτικά. Έχει αξία. Και η αξία τού να διεκδικείς όχι μόνο για σένα αλλά και για τον διπλανό σου έχει χαθεί, έχει ξεχαστεί. Το να τρώνε οι ηλικιωμένοι χαστούκια και να το προσπερνάς. Το να υπάρχουν παιδιά που δεν μπορούν να μορφωθούν όσο πρέπει. Και οι ανάμεσα. Οι νέοι. Γιατί υπάρχει και μια ζωή ανάμεσα στο να γεννηθείς και να πεθάνεις. Γι' αυτά πρέπει να ντρεπόμαστε. Έχουν περάσει 15 χρόνια από τον καινούργιο αιώνα και είμαστε πίσω από την ουρά του. Και αν μιλήσουμε για τον πολιτισμό, οι πολιτικοί τον αντιμετώπισαν σαν είδος πολυτελείας, όχι σαν πρώτης ανάγκης. Αλλού έκαναν τους μεγάλους τζίρους. Οι πολιτικοί μοιάζουν να μην έχουν συνειδητοποιήσει ότι στην κοινωνία υπάρχουν υγιή στρώματα. Δεν τα συναντούν, δεν τα εκτιμούν, δεν τα γνωρίζουν. Έπρεπε ως χώρα να επενδύσουμε στον πολιτισμό του τώρα. Γιατί για πόσο καιρό θα μας κρατάνε οι αρχαίοι; Για πόσο καιρό θα μιλάμε μόνο για το παρελθόν και τις παρακαταθήκες; Είναι η ώρα να κάνουμε κάτι κι εμείς. Να μας υπερασπιστεί η χώρα μας και να την υπερασπιστούμε και εμείς.   Δεν ταίριαζα με όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια. Με ενδιέφεραν όμως καλλιτεχνικά. Έτσι πήγα, έτσι πορεύτηκα...

«Μυστικό Τοπίο» είναι ο τίτλος που διάλεξα για τις παραστάσεις στο Μέγαρο, από το μεγάλο τραγούδι του Σαββόπουλου. Και έφτιαξα ένα πρόγραμμα με όλα τα τραγούδια που θα 'θελα να ακούσω να ακούσω με συμφωνική ορχήστρα. Κάνω πρόβες εδώ και μήνες. Η συμφωνική κρύβει πολλή μαγεία. Κλείνεις τα μάτια σου επάνω στη σκηνή και αναρωτιέσαι «είναι πραγματικότητα αυτό που ζω;». Νιώθεις όλη την πανδαισία των ήχων να σε αγκαλιάζει και είσαι κι εσύ ένα κομμάτι σε αυτό το σύμπαν. Είναι μια μυσταγωγία, έχεις άλλου είδους πειθαρχία, προσήλωση, τρυφερότητα, δύναμη και τρέλα. Είναι η απόλαυση των ήχων. Όσο και αν το μεταφέρω, ποτέ δεν θα αγγίξει την πραγματική διάσταση. Και συγκινούμαι και μόνο στη σκέψη ότι τραγουδάω στο Μέγαρο, όταν πατάω στη σκηνή του και σκέφτομαι τα ονόματα που πέρασαν. Γιατί εύκολα ξεχνάμε, εύκολα παραγνωρίζουμε. Το Μέγαρο είναι δική μας περιουσία, εκπέμπει πολιτισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Θα ταξιδεύει αιώνες μέσα από την ψυχή των καλλιτεχνών, των μουσικών του κόσμου. Πρέπει να ευγνωμονούμε τους ανθρώπους που μας άνοιξαν δρόμους, μας ευεργέτησαν κι έτσι το έχουμε.  

Στη δουλειά κάνεις μεγάλους κύκλους. Είναι ωραίο να συναντάς τους ανθρώπους μετά από καιρό και να βλέπεις ότι υπάρχει πάντα σπίθα, υπάρχει χαρά. Να έχεις αγαπημένα ερωτηματικά, ειλικρίνεια. Να λες πέντε κουβέντες παραπάνω. Να μην περιμένει κάτι ο ένας από τον άλλο. Εγώ είμαι τυχερή γιατί έχω μια σοβαρή φτερούγα μέσα σε όλη αυτή την περιπέτεια. Δουλεύουμε είκοσι χρόνια με την Τώνια Δραγούνη, είναι τα πνευμόνια μου, είμαι η καρδιά. Το χέρι που με βοηθάει να πατάω στη γη. Εμένα αυτό είναι το κάρμα μου. Μόνο κάποιες στιγμές, όταν είμαι στη σκηνή, νιώθω να στέκω λίγο πιο ψηλά, να πετάω. Και αυτές οι φορές ψιθυρίζουν μέσα μου ότι πρέπει να κάνεις το καλό στα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα. Θα σου επιστραφεί αυτό. Είναι μια επιλογή το καλό, μια στάση, σαν κάτι που θέλεις πολύ βαθιά και κάποιες στιγμές έρχεται. Και ξεχνάς την αδικία. Η μνήμη είναι ο γραφιάς της ψυχής, λέει ο Αριστοτέλης. Όλο αυτό που έχω ζήσει κι έχω εισπράξει δεν μπορώ παρά να το μοιράζομαι. Και από αυτό είμαι χορτασμένος άνθρωπος και τυχερός. Πήρα κι έδωσα αγάπη και σεβασμό. Και κάνω ακριβώς ό,τι θέλω, αυτό που ονειρεύομαι. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ