Η μυστική ψυχολογική δίαιτα που λίγοι γνωρίζουν!

2 Σεπτεμβρίου 2015

Από τη σύμβουλο διατροφής Αλίκη Πανοπούλου

Ο υπέρβαρος άνθρωπος δείχνει συνεχώς να συγκροτείται, να αυτο-ελέγχεται (αλλά και να ελέγχει...). Λες και διαρκώς κάτι απαγορεύει στον εαυτό του να κάνει ή να πει και συνάμα κάτι επιβάλλει. Τελικά όμως ποιο είναι το όριο του ελέγχου και του αυτοελέγχου; Μάλλον δεν υπάρχει όριο. Τότε λοιπόν τι συγκρατεί; Κατά τα φαινόμενα, την πείνα του.

Έχοντας διαβάσει όσα προηγήθηκαν για όλους αυτούς τους αναγκασμούς τους οποίους επιβάλλει ο υπέρβαρος στον εαυτό του, θα μπορούσαμε άραγε να τον θεωρήσουμε ανήμπορο; Τι να πιστέψουμε για έναν άνθρωπο που μπορεί να καθυποτάξει και να ελέγξει τον εαυτό του σε τέτοιο βαθμό; Ότι είναι ικανός ή ανίκανος; Δυνατός ή όχι; Ότι είναι άνθρωπος ή υπεράνθρωπος; 

Αραγε ένας άνθρωπος με τόσους αναγκασμούς και τόσες απαγορεύσεις έχει το δικαίωμα να μην αντέχει να φέρει κάτι εις πέρας; Κι αν είναι έτσι, θα μπορούσαμε να υποψιαστούμε ποιο είναι αυτό το κάτι;

Προφανώς, αυτό που δεν αντέχει είναι ΝΑ ΜΗ ΦΑΕΙ!

Μόνο σε αυτή την καθημερινή δραστηριότητα, στο φαγητό, χάνει τον έλεγχο. Δεν έχει άλλες αντοχές για να μπορέσει να περιοριστεί, να πιεστεί, να παραχωρήσει, να στριμωχτεί, να συνθλίβει, να ισοπεδωθεί, να εξαφανιστεί. Έως εκεί -φτάνει πια!- ΣΤΟΠ. Αυτό είναι το τερματικό του. Δεν έχει άλλες δυνάμεις και χάνει τον έλεγχό του. Τον έλεγχο του τι πρέπει. Και τρώγοντας αισθάνεται πως είναι ελεύθερος. Ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει (κι έτσι τρώει ό,τι θέλει), όσο το θέλει (κι έτσι τρώει όσο θέλει), όποτε το θέλει (κι έτσι τρώει όποτε θέλει).

Ενας τόσο στριμωγμένας άνθρωπος (από την εικόνα του και από τον εαυτό του), που περνά την κόκκινη γραμμή rou και μένει ελεύθερος, μπορεί άραγε να φταίει-,

Δύσκολα θα περιέγραφα πόσες φορές, στη διάρκεια μιας Οερ&πείας, κατακλύζομαι από μια παρόρμηση να ουρλιάξω, άλλοτε για να κάνω τους θεραπευόμενούς μου να κατανοήσουν την ανάγκη τους για πολυφαγία, κι άλλοτε από χαρά όταν βλέπω πως το πετυχαίνουν, (Δεν επιτρέπεται όμως! Πρέπει κι εγώ να ελέγχω τον εαυτό μου,.,)

Άρα οι υπέρβαροι είναι δέσμιοι των «πρέπει» τους για μεγάλο χρονικό διάστημα και ελεύθεροι μόνο για λίγο· όταν τρώνε.

Απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, συνήθως δεν αποφασίζουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Η πιο γνώριμη φράση τους είναι η εξής: «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, με ανάγκασε, με πίεσε, δεν γινόταν...».

Με τόσο πολλές υποχρεώσεις που έχουν -εσωτερικές (ψυχικές) και εξωτερικές (δουλειά, παιδιά)- δεν προλαβαίνουν ούτε να αποφασίσουν. Απλώς εκπληρώνουν. Φαίνεται πως ακολουθούν αποφάσεις, πρέπει, καθήκοντα, διαταγές, ανάγκες και φροντίδες άλλων. Έτσι έχουν μάθει να λειτουργούν.

Φαίνεται σαν να μην έχουν δική τους άποψη και να μην αποφασίζουν. Φαίνεται, αλλά δεν είναι έτσι. Έχουν άποψη δική τους, και μάλιστα ισχυρή, η οποία απλώς δεν πρέπει να εκφράζεται ποτέ (ή σχεδόν ποτέ). Όταν όμως αυτή πάει να βγει, όταν πνίγονται και θέλουν να διαφωνήσουν με τα τόσα πρέπει, τις τόσες καταστάσεις και ισορροπίες που έχουν δημιουργήσει, τότε... καταπίνουν την άποψη μαζί με το φαγητό!

Σύνθετο θέμα, έτσι δεν είναι; Και απολύτως ενδεικτικό του πόσο συχνά υπάρχει λόγος για να χρησιμοποιηθεί το φαγητό.

Για μένα, όλα αυτά ήταν στοιχεία μελέτης. Παρατηρούσα, αφουγκραζόμουν, κατανοούσα, μα πιο πολύ συμπαθούσα τους υπέρβαρους.

Είχε πολλούς κόμπους αυτό το κουβάρι. Το νήμα του φαινόταν ελαφρύ, όμως εκείνους τούς επιβάρυνε και με το παραπάνω.

Μέχρι τώρα είδαμε τι φαινόταν πως έκαναν, στη συνέχεια θα περιγράψω τι καταλάβαινα εγώ ότι έκαναν.

Υπήρχε μια διαταραχή, ένα μπέρδεμα, ένα ανακάτεμα των «θελω»  μια λαθεμένη κατανόηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μια απουσία ορίων εκεί που θα έπρεπε να υπάρχουν, ενω εκεΐ που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν όρια, βρίσκονταν άφθονα και πνιγηρά, Υπήρχε υπερβολική λογική εις βάρος του συναισθήματος και υπερβολικό συναίσθημα εις βάρος της λογικής.

Ήταν πολύ αυστηροί εκεί που δεν έπρεπε (στον ψυχισμό τους) και έδειχναν αδόμητοι και «χύμα» εκεί που θα έπρεπε να τηρούν την αυτοπειθαρχία (στα πρακτικά), γεμάτοι απαγορεύσεις, δέσμιοι της εξάρτησής τους -της τροφής- με μόνη διέξοδο-ελευθερία τη βουλιμία.

Υπήρχε διαταραχή στην εικόνα τους: άλλο πίστευαν πως είναι κι άλλο ήταν, άλλα πίστευαν πως κάνουν κι άλλα έκαναν. Η εκτίμησή τους για τις πράξεις και τους κόπους τους ήταν ασθενική. Διαταραγμένη και η εκτίμηση που είχαν για τις αντοχές, τις δυνατότητες και τις ικανότητες τους. Παρατηρούσα την υποτίμηση και την υπερτίμηση ως δύο τάσεις εξισορρόπησης σε ανθρώπους που αναζητούσαν το μέτρο χωρίς να ξέρουν από πού να αρχίσουν και πού να τελειώσουν, δίνοντας πάντα προτεραιότητα στους άλλους και ποτέ στον εαυτό τους.

Ένιωθαν θυμωμένοι, μα έδειχναν ανεκτικοί- ένιωθαν οργισμένοι, μα έδειχναν υπομονετικοί και παραχωρητικοί· αισθάνονταν ανήμποροι, μα λειτουργούσαν σαν να μπορούσαν τα πάντα.

Υπολόγιζαν τους άλλους και δεν υπολόγιζαν τον εαυτό τους, είχαν ανάγκη από βοήθεια, όμως δεν τη ζητούσαν ποτέ, επιθυμούσαν να απολαύσουν αλλά το απωθούσαν διαρκώς, συμφωνούσαν, ενώ εσωτερικά διαφωνούσαν, δεν αρνιόντουσαν, ενώ δεν ήθελαν. Δεν έπαιρναν αποφάσεις· οι άλλοι αποφάσιζαν για τους ίδιους.

Εκτός από την πείνα, συγκρατούσαν μονίμως και την επιθυμία, τον θυμό, τις ανάγκες - ακόμα και το έντερό τους κάποιοι, οπότε προέκυπτε δυσκοιλιότητα.

Παρουσίαζαν παντελή έλλειψη εγωισμού -αυτή τη βασική άμυνα του ανθρώπου- του εγωισμού που ρωτά: «Εγώ τι θα φάω για να μην πεθάνω; Εγώ πότε και πόσο θα κοιμηθώ για να ξεκουραστώ; Εγώ πώς θα εκτονωθώ, πώς θα απολαύσω, πώς θα χαλαρώσω για να μην αρρω-στήσω και να μην “πάθω”;

Ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή και ας ορίσουμε ενα μέτρο, για να αρχίσουμε να ξεμπλέκουμε τους κομπους.

Τι μας υπενθυμίζει η φύση αλλα και η Ψυχολογία; Πως ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ υποχρεωμένος να κάνει τίποτα που δεν θέλει ή δεν άντεχει και πως ποτέ δεν πρέπει να πιέζεται.

Ως γνωστόν, στους κοινωνικούς νόμους και κανόνες είναι δεδομενο ότι όλοι μας οφείλουμε να επιδεικνύουμε πειθαρχία, να υπακούμε στο Σύνταγμα και να υιοθετούμε, εκόντες άκοντες, τους άγραφους νόμους που ορίζουν τη ζωή μα και την καθημερινότητα μας σε όλες τις πτυχές της.

Ωστοσο για τις ανάγκες μας, τις ενοραήσεις μας, τα θέλω και τις επιθυμίες μας δεν υπάρχουν εσωτερικοί νομοί και κανόνες με την προανα-ψερθείσα έννοια δεν υπάρχουν πρέπει και χαρακτηρισμοί ή επικρίσεις. Υπάρχει μόνο το υγιές.

Και τι είναι άραγε το υγιές; Να κάνεις αυτό που σε ευχαριστεί χωρίς να βλάπτεις τον εαυτό σου και τον άλλον. 

 

Πώς να κάνετε την αρχή

ΚΑΝΟΝΑΣ : ΔΕΝ ΠΑΡΑΛΕΙΠΩ ΤΑ ΓΕΥΜΑΤΑ ΜΟΥ: δεν παραλείπουμε τίποτε απ’ ό,τι έχουμε να φάμε όλη μέρα. Δεν μας απασχολεί, προς το παρόν, η ώρα που θα τα φάμε ή σε τι συνδυασμό, ούτε αν το μεσημεριανό θα γίνει βραδινό ή το πρωινό απογευματινό, ούτε αν τα φρούτα που ξεχάσαμε το βράδυ θα τα φάμε το ξημέρωμα. Το πώς και το πότε θα φάμε είναι δικό μας θέμα, ευθύνη και επιλογή. Μπορούμε να τα φάμε όποτε θελήσουμε, με τον τρόπο που θα βρούμε, στον χρόνο που εμείς έχουμε και διαχειριζόμαστε. Μπορούμε να τα προσαρμόσουμε στον τρόπο ζωής μας, αλλά να τα φάμε όλα.

Αυτόν τον κανόνα καλούνται να χτίσουν σιγά σιγά οι θεραπευόμενοι μου, ο καθένας με τον τρόπο του. Αυτή η υποχρέωση, να φάνε όλες τις τροφές μέσα στη μέρα τους, αποτελεί από μόνη της μεγάλη ανατροπή.

Μόνο έτσι όμως, πιστεύω, θα μετατοπιστεί το κέντρο βάρους και η προσοχή στην πρακτική πλευρά του θέματος, απομυθοποιώντας και αποφορτίζοντας την ψυχική πλευρά (το χάλασα, έφαγα, μη φάω, να συγκρατηθώ, να κόψω, να περιορίσω κτλ.).

Ο υπέρβαρος που προσπαθεί να βρει λύση στο πρόβλημά του ασχολείται διαρκώς με το τι δεν θα φάει, με το τι δεν πρέπει να φάει γιατί παχαίνει, γιατί είναι λιπαρό, γιατί έχει ζάχαρη. Εστιάζει τη σκέψη του στην προσπάθεια να βρει τρόπους για να συνυπάρξει με τις απαγορεύσεις, όντας καταπιεσμένος, στερημένος, περιορισμένος. Είναι πολύ μεγάλος ο ψυχικός κόπος και έντονη η εξάντληση που προκύπτει από τη διαρκή πάλη. Να παλεύεις να μη φας, π.χ., σοκολάτα! Ίσως το μόνο που με δικαιώνει όλα αυτά τα χρόνια είναι το ότι ποτέ μα ποτέ δεν είδα κάποιον άνθρωπο να έχει καταφέρει να νικήσει τη βουλιμία. Κι αν το πετύχει κάποια στιγμή, αυτό θα ισχύει για μια στιγμή, γιατί τελικά, όπως έχει αποδειχτεί, η βουλιμία πάντα υπερισχύει.

Το να παλεύεις να μη φας παγωτό είναι μια ψυχική κόπωση, κι αυτό απαγορεύεται και δεν υποφέρεται. Το να βάλουμε τα φρούτα και τη σαλάτα μας στην τσάντα μας όμως περιέχει μια πλευρά πρακτικής κόπωσης την οποία αντέχουμε πιο εύκολα.

Έτσι δημιουργείται μια διαφορετική σκέψη, βλέπουμε με άλλο μάτι τα πράγματα, αναδύεται μια άλλη εκδοχή σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που απαντά στο «πού θα βρω αυτά που πρέπει να φάω;».

«Δηλαδή να φάω πίτσα, αλλά να φάω και τα όσπριά μου με τη σαλάτα μου;» ακούω συχνά.

«Ναι!» είναι η απάντηση. «Να υπάρχει χώρος (αυτή είναι δική σας ευθύνη) στο στομάχι σας για τις τροφές σας».

«Μα έτσι θα παχύνω αν τα φάω και τα δύο...»

«Πώς το γνωρίζετε; Το έχετε κάνει ποτέ για να γνωρίζετε ότι έτσι θα συμβεί; Το υποθέτετε ή το φοβάστε;»

Και κλείνω τη συζήτηση για να μη μένουμε στη θεωρία, οπότε να μπορέσουμε να περάσουμε και στην πράξη.

Σιγά σιγά τα πράσινα φασολάκια, το καστανό ρύζι, ο κρίθινος ντκος, οι φακές και τα ρεβίθια, τα βλίτα, τα μήλα, οι φράουλες και τα μακαρόνια ντίνκελ, ο λιναρόσπορος αποκτούν σημαντική θέση στο διατροφολόγιο των πελατών μου. Η βρόμη γίνεται ο στόχος της ημέρας, το ελαιόλαδο πάνω στον ντάκο μαζί με τη ρίγανη γίνεται μέριμνα, η παρασκευή του κινόα σαν ταμπουλέ καταλήγει να πάρει τη μορφή μιας ιδιαίτερης φροντίδας, κι έτσι η εύρεση της τροφής αποκτά σημασία.

Προσπαθώντας να αναλύσω όσα συμβαίνουν με αυτόν τον  κανόνα, συνειδητοποιώ ότι είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κάποιος με σαφή και κατανοητό τρόπο όλα όσα «ζυμώνονται» και δημιουργούνται. Η δουλειά με τους υπέρβαρους γίνεται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, καθώς άλλα φαίνονται (εικόνα) κι άλλα υπάρχουν (κάτω από το πάχος).

Όταν λέω για πρώτη φορά: «είναι υποχρεωτικό να μην παραλείψετε τίποτε απ’ ό,τι έχετε να φάτε», διακρίνω μια ευχάριστη έκπληξη. Και συμπληρώνω: «Αυτό πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στη ζωή σας. Πρώτη και πάνω απ’ όλα, ακόμα κι από τα παιδιά σας (για τέτοια μεγέθη μιλάμε!). Βρέξει, χιονίσει, ακόμα κι όταν η πόλη βομβαρδίζεται, εσείς θα έχετε αυτό το μέλημα ως εμμονή. Από το πρωινό σας ξύπνημα, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτείτε προτού ακόμα σηκωθείτε, θα πρέπει να είναι: «Πού θα βρω το φαγητό μου;». Γνωρίζοντας το πρόγραμμα της ημέρας σας, μπορείτε εύκολα να συλλογιστείτε:

«Σήμερα έχω φορτωμένο πρόγραμμα... Θα είμαι όλη μέρα στη δουλειά και στους δρόμους. Πού θα βρω να φάω; Να το πάρω σε τάπερ; Να το αγοράσω από εστιατόριο; Ποιο είναι κοντά; Να μου τα φέρει η μαμά μου, η φίλη μου, ποιος άλλος;»

Αυτός ο διάλογος με τον ίδιο μας τον εαυτό, αυτές οι ερωταπαντήσεις, θα πρέπει να γίνουν σημαντικός σκοπός της ζωής μας.

«Αν δεν προλάβω, θα τα φάω όλα το βράδυ αλεσμένα στο μπλέντερ». «Πάει κι έληξε: ώσπου να κλείσει η μέρα, θα τα έχω φάει όλα».

«Να βάλω τον κώλο μου κάτω και να τα βρω!» (Η αθυρόστομη έκφραση τονίζει την υψηλή αξία της πράξης...)

Θέλετε κι άλλο; Δεν αντέχετε; Πεινάτε; Σας έπιασε βουλιμία;

«Θα φάω τον άμπακο, θα πιω τον Βόσπορο...»

Δεν μας πειράζει- δεν είναι σπουδαίο. Τα γεύματά σας μόνο να μην παραλείψετε. Ας γίνει σκοπός της ζωής μας.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο Εγώ και η ανάγκη μου για τροφή - Εκδόσεις όπερα 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ