Βακτηριακή κολπίτιδα: Αίτια, συμπτώματα και αντιμετώπιση

15 Σεπτεμβρίου 2015

Βακτηριακή κολπίτιδα: είναι η συχνότερη μορφή κολπίτιδας σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Πολλές φορές οφείλεται στη διαταραχή της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου, δηλαδή της αναλογίας των συμβιωτικών μας μικροοργανισμών.

Η ασθενής παρουσιάζει αφρώδες, λευκόφαιο (λευκογκρίζο) έκκριμα με δυσάρεστη οσμή. Αυτή η οσμή γίνεται πιο έντονη στην περίοδο και μετά τη σεξουαλική επαφή.

Η βακτηριακής αιτιολογίας κόλπωση αποτελεί το συχνότερο αίτιο κολπικής έκκρισης (έως και 50% των περιπτώσεων). Λόγω της απουσίας φλεγμονής καλείται κόλπωση (vaginosis) αντί για κολπίτιδα (vaginitis). Ακολουθούν η κολπίτιδα από τον μύκητα Candida και οι κολπίτιδες από τριχομονάδες ή χλαμύδια.
 
Ο γυναικείος κόλπος αποικείται από πληθώρα μικροοργανισμών που στο σύνολό τους ονομάζονται με δύο λέξεις ‘φυσιολογική χλωρίδα’. Επικρατούν οι μικροοργανισμοί με την ονομασία γαλακτοβάκιλλοι. Στην βακτηριακή κόλπωση οι γαλακτοβάκιλλοι μειώνονται και αυξάνεται η συγκέντρωση άλλων μικροοργανισμών, κυρίως αναερόβιων, μέσω της αύξησης του pH του κόλπου. Η βακτηριακή κόλπωση (ΒΚ) οφείλεται στην αντικατάσταση σε μεγάλο βαθμό της φυσιολογικής κολπικής μικροβιακής χλωρίδας από άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, όπως η Gardnerella vaginalis, το Mycoplasma hominis και άλλα αναερόβια βακτήρια.
Τα αναερόβια παράγουν μεγάλες ποσότητες από ένζυμα, τα οποία ευθύνονται για τις ουσίες που δίνουν μία χαρακτηριστική άσχημη οσμή στα κολπικά υγρά.
 
Στην βακτηριακή κόλπωση, υπάρχει υπερβολική ανάπτυξη παθογόνων, όπως gardnerella και άλλων μικροοργανισμών, τα οποία δεν είναι ωστόσο κατά κύριο λόγο, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα. Η gardnerella vaginalis είναι το παθογόνο που συχνά προεξάρχει, αν και όχι πάντα, στη βακτηριακή κόλπωση. Άλλα συχνά παθογόνα που προκαλούν τη μικροβιακή κόλπωση είναι το mycoplasma hominis και αναερόβια (π.χ. mobiluncus spp, peptostreptococcus).
 
Συμπτώματα
Έως και 3 στις 4 γυναίκες με βακτηριακή κόλπωση είναι ασυμπτωματικές. Η νόσος είναι συνηθέστερα πολυμικροβιακή και εκδηλώνεται με:

  • αύξηση των κολπικών εκκρίσεων, 
  • αλλοίωση της οσμής των γεννητικών οργάνων, 
  • ανάπτυξη κολπικού ερεθισμού, 
  • τοπικής φαγούρας, 
  • πόνου
  • δυσοσμίας. 
  • Το ph του κόλπου αυξάνεται.
  •  Γενικό αίσθημα κακουχίας μπορεί να συνυπάρχει. 
  • Η νόσος μπορεί να συνοδεύεται από χλαμυδιακή ή γονοκοκκική τραχηλίτιδα.
 
Διάγνωση
Η διάγνωση γίνεται κλινικά και εργαστηριακά. Απαραίτητο είναι να διαχωριστεί από την τριχομοναδική ή ατροφική κολπίτιδα και από την αποφολιδωτική φλεγμονώδη κολπίτιδα.
 
Οι καλλιέργειες είναι μικρής χρησιμότητας σε βακτηριακή κόλπωση, ενώ πλήρως ασυμπτωματικές γυναίκες έχουν θετική καλλιέργεια για G. vaginalis σε ποσοστό έως και 60%. Για τη διάγνωση έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί δοκιμασία χρωματογραφία και διαγνωστικές ταχείες κάρτες που ανιχνεύουν αμίνες και υψηλό pΗ. Επίσης, χρησιμοποιούνται probes ολιγονουκλεοτιδίων που ανιχνεύουν υψηλές συγκεντρώσεις (>107) Gardnerella vaginalis, οι οποίες, σε συνδυασμό με κλινικά χαρακτηριστικά (π.χ. υψηλό pΗ κολπικού υγρού), έχουν υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα . Στη δοκιμασία κατά Παπανικολάου, η βακτηριακή κόλπωση ενίοτε δίνει εικόνα ASCUS και μπορεί να σχετισθεί με ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία (CIN). To test Παπανικολάου, σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, δεν είναι αξιόπιστο για τη διάγνωση της βακτηριακής κόλπωσης και έχει χαμηλή ευαισθησία, ωστόσο άλλοι διαφωνούν.
 
Ο καλύτερος τρόπος για πρόληψη της βακτηριακής κόλπωση δεν είναι γνωστός. Παρ’ όλα αυτά, μπορούν να γίνουν κάποιες συστάσεις:
Αποφυγή κολπικών πλύσεων με αντισηπτικά. Κάποιες γυναίκες δοκιμάζουν αυτές τις πλύσεις για να νιώθουν ‘καθαρές’. Ο γυναικείος κόλπος έχει την ικανότητα να διατηρεί μία υγιή ισορροπία ανάμεσα στους μικροοργανισμούς του. Οι πλύσεις με αντισηπτικά μπορούν να διαταράξουν αυτήν την ισορροπία και να προκαλέσουν αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό.
• Αναφέρθηκε ήδη ότι γυναίκες με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν βακτηριακή κόλπωση ενώ είναι γνωστό ότι η βακτηριακή κόλπωση συνδέεται με μεγαλύτερο ποσοστό μετάδοσης του ιού HIV, πιο γνωστού ως ο του ιού που προκαλεί το AIDS.
• Όταν γίνεται λήψη θεραπείας για βακτηριακή κόλπωση θα πρέπει να ολοκληρώνεται όλη η αγωγή, ακόμη κι αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν μετά από λίγες δόσεις.
 
Η νόσος λύεται αυτόματα σε μεγάλο ποσοστό (30%-50%).
Για την θεραπεία της βακτηριακής κόλπωση υπάρχουν σκευάσματα για λήψη από το στόμα ή από τον κόλπο, η οποία προτιμάται καθώς η λήψη από το στόμα έχει περισσότερες συστηματικές παρενέργειες. Δεν χρειάζεται να γίνεται θεραπεία και του συντρόφου καθώς η βακτηριακή κόλπωση δεν είναι νόσημα που μεταδίδεται σεξουαλικά.
 
Επειδή η βακτηριακή κόλπωση μπορεί να αποτελεί μια χρόνια διαταραχή μπορεί να θεωρηθεί σαν αίτιο καθ’ έξιν αποβολών αλλά δεν υπάρχει καμία έρευνα στη διεθνή βιβλιογραφία που να το τεκμηριώνει αυτό.
 

iator.gr/ medlabgr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ