Αγχωτική διαταραχή: Ποια η διαφορά της από το άγχος;

24 Σεπτεμβρίου 2015

 

Τι είναι το άγχος;

Το άγχος, από το ρήμα άγχω: πιέζω σφιχτά, ιδίως στο λαιμό (παράγωγα: αγχόνη, στηθάγχη) είναι μια ανθρώπινη εμπειρία που ακολουθεί τον άνθρωπο από την εποχή του homo sapiens. Περιγράφηκε για πρώτη φορά από το Δανό υπαρξιστή Soren  Kierkegaard το 1844 ως «μια αόριστη, διάχυτη ανησυχία, διαφορετική από το φόβο, λόγω μη παρουσίας συγκεκριμένου κινδύνου, διαπεραστική, χωρίς δυνατότητα διαφυγής».

Κατά τον A.Lewis, «το άγχος είναι μια δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση με υποκειμενική εμπειρία φόβου ή ανάλογου συναισθήματος που οδεύει προς το μέλλον. Δεν υπάρχει εμφανής απειλή ή η απειλή είναι δυσανάλογη με το συναίσθημα που προκαλεί. Υπάρχει υποκειμενική σωματική δυσφορία  ή εκδήλωση σωματικών διαταραχών».

Μπορεί το άγχος να βλάψει την υγεία;

Το χρόνιο άγχος μπορεί να βλάψει τη σωματική υγεία π.χ., δια μέσου υπερπαραγωγής αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης, ουσιών που μπορεί να προκαλέσουν υπέρταση, σύσπαση των στεφανιαίων αγγείων, αύξηση της πηκτικότητας του αίματος κ.ά. Η αύξηση της καρδιακής συχνότητας μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες για τη ζωή αρρυθμίες και αιφνίδιο θάνατο.

Επίσης το άγχος υπεισέρχεται στην παθογένεια του γαστρεντερικού συστήματος, όπως το πεπτικό έλκος και το ευερέθιστο έντερο. Το ευερέθιστο έντερο συνυπάρχει με ψυχοπαθολογία σε συχνότητα που κυμαίνεται από 50% ως 90% και θεωρείται μεταμφιεσμένη ψυχική διαταραχή.

Η συνύπαρξη του άγχους με μια σωματική νόσο συνεπάγεται πτωχότερη ανταπόκριση στη θεραπεία και δυσμενέστερη πορεία. Οι ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονίας σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό καθώς και μεγαλύτερη γενική νοσηρότητα και θνησιμότητα. Η συνύπαρξη αγχώδους διαταραχής και άλλης ψυχικής διαταραχής επιβαρύνει την πορεία και την πρόγνωση της κυρίας νόσου και μειώνει την ποιότητα ζωής.

Το άγχος και το στρες μπορεί να αυξήσουν την ευπάθεια του ατόμου σε λοιμώξεις δια μέσου επίδρασης στο ανοσοποιητικό σύστημα ή να προκαλέσουν ορμονικές μεταβολές που τροποποιούν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος με επακόλουθο αυξημένη τάση για λοιμώξεις

Πότε το άγχος γίνεται ανησυχητικό; Πότε μιλάμε για αγχώδη διαταραχή;

 Όταν το άγχος γίνεται πολύ έντονο και παρατεταμένο παύει να παίζει τον προσαρμοστικό του ρόλο και γίνεται παθολογικό. Με το παθολογικό άγχος διαταράσσεται η κανονική λειτουργικότητα και το άτομο κυριαρχείται από αρνητικές αντιδράσεις, αδυναμία ανταπόκρισης στις καθημερινές δραστηριότητες, προσμονή αόριστης απειλής και αυξημένο τόνο του αυτόνομου νευρικού συστήματος που εκδηλώνεται με μια ποικιλία  σωματικών συμπτωμάτων, όπως ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχεία και βραχεία αναπνοή, εφιδρώσεις, κεφαλαλγία, αυξημένη μυϊκή τάση, γαστρεντερικά συμπτώματα κ. ά. που συνιστούν τα σωματικά συμπτώματα του άγχους. Το παθολογικό άγχος εκφράζεται με συμπτώματα που αποτελούν τα κεντρικά συμπτώματα των αγχωδών διαταραχών.

Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν ξεχωριστές νοσολογικές καταστάσεις

...έχουν διαφορετικά κλινικά χαρακτηριστικά και η καθεμιά έχει τα δικά της διαγνωστικά κριτήρια. Περιλαμβάνουν τη διαταραχή πανικού, τη διαταραχή γενικευμένου άγχους, τις φοβικές διαταραχές, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (μετατοπίζεται σε άλλη κατηγορία ψυχικών διαταραχών) και τη μετατραυματική διαταραχή.

Για να χαρακτηριστεί μια κατάσταση διαταραχή πανικού, δεν αρκεί να συμβεί μια κρίση πανικού, αλλά επαναλαμβανόμενες και μια τουλάχιστον να έχει ακολουθηθεί από χρονική περίοδο 1 μήνα και πλέον και να συνοδεύεται από 

α. επίμονη ενασχόληση ότι θα ακολουθήσει και άλλη κρίση και

β. από ανησυχία και φόβο για επακόλουθα (πχ έμφραγμα, «τρέλα» κ.ά).

Η διαταραχή γενικευμένου άγχους χαρακτηρίζεται από νευρικότητα, ταραχή, αγωνία, υπερβολικό και επίμονο αίσθημα έντασης, σαν να πρόκειται να συμβεί κάτι το φοβερό από στιγμή σε στιγμή. Το άτομο δεν γνωρίζει γιατί φοβάται, αναγνωρίζει ότι δεν βρίσκεται σε κίνδυνο, βρίσκεται όμως σε συνεχή αγωνία και ανησυχία. Το άγχος συνοδεύεται από σωματικά ενοχλήματα, πχ ταχυκαρδία, ταχύπνοια, προκάρδια ενοχλήματα κ.ά.


Οι φοβικές διαταραχές χαρακτηρίζονται από υπερβολικό και επίμονο φόβο για διάφορες καταστάσεις και αντικείμενα. Το άτομο αναγνωρίζει το παράλογο του φόβου. Η φοβία συνοδεύεται συχνά από συμπεριφορά αποφυγής, δηλ. προσπάθεια του ατόμου να αποφύγει καταστάσεις που προκαλούν το φόβο (πχ αποφυγή να μπεί στο ασανσέρ)

Από τον Αναπληρωτή  Καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κύριο Βασίλειο Αλεβίζο 

 

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ