Πόσο ανεξάρτητοι μπορούμε να είμαστε σε μια σχέση; Και πώς;

6 Οκτωβρίου 2015

Τι σημαίνει τελικά «ανεξαρτησία» στις σχέσεις;

Γράφει η ψυχολόγος Λουίζα Βογιατζή 

Αρχίζουμε τις σχέσεις μας με ορισμένες προσδοκίες. Περιμένουμε από τον άλλο  να μας αγαπά, να μας θέλει,  να μας καταλαβαίνει, να μας νοιάζεται, να είναι εκεί για μας. Όσο είμαστε ερωτευμένοι, και  νιώθουμε πλήρεις με την  παρουσία του άλλου όλα τα’ άλλα περιττεύουν.

Κάπου μέσα μας υπάρχει  όμως, σε άλλους λιγότερο,  σε άλλους  περισσότερο και μια ανάγκη  που ελλοχεύει και κάνει την εμφάνιση της αργότερα, όταν η επιθυμία της απόλυτης ένωσης με τον άλλο υποχωρεί και ο κάθε σύντροφος ανακτά τον εαυτό του. Αυτή είναι η ανάγκη για ανεξαρτησία. Μια ανάγκη που ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα έχει αναχθεί σε μέγιστη προτεραιότητα.

Από μικρά παιδιά μας  διδάσκουν (ακόμα κι αν οι –Έλληνες- γονείς κάνουν ταυτόχρονα ό, τι μπορούν για μην ξεκολλήσουμε ποτέ από πάνω τους)  ότι πρέπει να είμαστε  ανεξάρτητοι, να μην έχουμε ανάγκη κανένα, να μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας. Μητέρες που αισθάνονται ότι οι ίδιες «την πάτησαν» στη ζωή τους, εκθειάζουν στις κόρες τους τα αγαθά της ανεξαρτησίας πριν καν τους πούνε πόσο σημαντικές είναι οι δυνατές σχέσεις στη ζωή.

Μεγαλώνουμε με την πεποίθηση ότι η ανεξαρτησία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία μιας σχέσης. «Εξαρτώμαι» σημαίνει για πολλούς «είμαι αδύναμος και ευάλωτος», «ο άλλος  έχει δύναμη επάνω μου». Κι αυτό ακούγεται τρομακτικό και αποφευκτέο.

Τα περισσότερα ζευγάρια προσπαθούν λοιπόν να φτιάξουν ισότιμες σχέσεις, τέτοιες που να χωράνε δυο αυτόνομους ανθρώπους. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον κανείς δεν ξέρει πώς γίνεται αυτό. Μας  λείπει η γνώση, η εμπειρία και τα πρότυπα για το πώς μπορούν δυο άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι μαζί και  ταυτόχρονα ανεξάρτητοι. Δεν έχουμε ιδέα, πώς να συνδυάσουμε την διατήρηση της αυτονομίας μας με τις δικές μας βαθιές ανάγκες που αναδύονται και μας κάνουν, όσο κι αν τρέμουμε να το ομολογήσουμε, να θέλουμε να πιαστούμε, να στηριχτούμε, μερικές φορές ακόμη και να κρεμαστούμε απ΄ τον άλλο.

Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι είμαστε άνθρωποι, είμαστε θηλαστικά, και έχουμε ανάγκη να νιώθουμε ότι κάποιος είναι εκεί για μας. Πριν καμιά πενηνταριά χρόνια, επικράτησε η άποψη ότι τα παιδιά κακομαθαίνουν και γίνονται αδύναμα κι εξαρτημένα αν τα πάρεις αγκαλιά και τα παρηγορήσεις όταν κλαίνε. Πολλές μαμάδες ακόμα συμβουλεύουν τις κόρες τους να «αφήσουν το μωρό να κλάψει γιατί θα μάθει στην αγκαλιά και δε θα ξεκολλάει». Σήμερα ξέρουμε από πολύ έγκυρες μελέτες της τελευταίας εικοσαετίας ότι ισχύει το αντίθετο. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον που ανταποκρίνεται στην ανάγκη τους για τρυφερότητα, αγκαλιά, σύνδεση, έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να γίνουν δυνατοί και ανεξάρτητοι ενήλικοι από αυτά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον  ψυχρό και αποστασιοποιημένο. Όλα δείχνουν ότι ο δρόμος για την πραγματική ανεξαρτησία περνάει μέσα από τη ζεστή σχέση και την πραγματική σύνδεση με τους άλλους.

Όπως λέει η Καναδή ψυχολόγος και οικογενειακή ψυχοθεραπεύτρια Dr.Sue Johnson , όταν έχουμε γερούς δεσμούς που να μπορούμε να εξαρτηθούμε απ’ αυτούς στις προσωπικές μας σχέσεις, νιώθουμε πιο δυνατοί, είμαστε  πιο υγιείς και πιο ανθεκτικοί  στις  αντιξοότητες και το στρες της ζωής.

Έχουμε ανάγκη να ξέρουμε ότι «όταν σε χρειάζομαι, είσαι εκεί» καθώς επίσης και ότι «ξέρω ότι με χρειάζεσαι και θέλω να είμαι εκεί για σένα». Χωρίς αυτά η σχέση δεν δίνει αίσθηση ασφάλειας και συνήθως δεν μπορεί να μας κρατήσει.

Η ιδέα ότι ωριμότητα  σημαίνει «δεν έχω ανάγκη τίποτα και κανέναν»  αποτελεί μάλλον μια αυταπάτη της εποχής μας. Πραγματική ωριμότητα σημαίνει ότι έχω επίγνωση της αυτονομίας μου αλλά και της  ανάγκης μου για το άλλο και προσπαθώ να ισορροπήσω με αυτά τα δύο. Δύσκολο, αλλά αν το παραδεχτούμε, όχι αδύνατο.


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ