Καλύτερη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με συνδυαστική αγωγή

11 Οκτωβρίου 2015
Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια του ετησίου Συνεδρίου Ρευματολογίας (EULAR 2015), η θεραπεία με abatacept μαζί με μεθοτρεξάτη (MTX) σε ασθενείς με πρώιμη μέτρια έως σοβαρή ρευματοειδή αρθρίτιδα και δείκτες κακής πρόγνωσης συντελεί σε δυνητικά ταχύτερη έναρξη της κλινικής απόκρισης και μεγαλύτερη κλινική ύφεση.

Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια συστημική χρόνια αυτοάνοση ασθένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από φλεγμονή του αρθρικού υμένα, βλάβη στις αρθρώσεις με χρόνιο πόνο, ακαμψία και πρήξιμο. Η Ρευματοειδής αρθρίτιδα περιορίζει την κινητικότητα και μειώνει τη λειτουργικότητα των αρθρώσεων. Η πάθηση είναι πιο συχνή σε γυναίκες, οι οποίες αποτελούν το 75% των ασθενών που έχουν διαγνωσθεί με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Τα αποτελέσματα από τις κλινικές δοκιμές φάσης 3b AVERT και AMPLE με το abatacept παρουσιάστηκαν σε τρεις ξεχωριστές ανακοινώσεις κατά τη διάρκεια του EULAR 2015 και  συμπεριέλαβαν ασθενείς με πρώιμη μέτρια έως σοβαρή ρευματοειδή αρθρίτιδα (RA) με ενεργό νόσο και δείκτες κακής πρόγνωσης, όπως ACPA (αντίσωμα ενάντια σε κιτρουλλινοποιημένες πρωτεΐνες) και ρευματοειδή παράγοντα (RF), οι οποίοι αμφότεροι σχετίζονται με σοβαρότερη επιδείνωση της ασθένειας και αρθρική βλάβη.

Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν μια συσχέτιση μεταξύ των ACPA και της έκβασης της θεραπείας και παρέχουν περισσότερα δεδομένα σε ό,τι αφορά τη χρήση του abatacept μαζί με τη μεθοτρεξάτη (MTX) σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα υποκινούν τα επόμενα στάδια της φλεγμονής τα οποία παράγουν αυτοαντισώματα. Η αναστολή της ενεργοποίησης των Τ-κυττάρων μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του σχηματισμού και των επιπέδων των αυτοαντισωμάτων.

Μια εκ των υστέρων (post-hoc) ανάλυση της μελέτης AVERT (Assessing Very Early Rheumatoid arthritis Treatment) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν abatacept μαζί με μεθοτρεξάτη, το ποσοστό ασθενών που διατηρήσαν την ύφεση κατά DAS (DAS<2,6) κατόπιν απόσυρσης του φαρμάκου ήταν υψηλότερο σε ασθενείς με διάρκεια νόσου τριών μηνών ή λιγότερο (33%), σε σχέση με ασθενείς με υψηλότερη διάρκεια νόσου (διάρκεια νόσου > 3 και ≤ 6 μήνες, 14,7%- διάρκεια νόσου > 6 μήνες, 10,2%). Η μικρότερη διάρκεια της ασθένειας συσχετίστηκε με μια ταχύτερη έναρξη της κλινικής απόκρισης.

Η δράση του abatacept μαζί με τη MTX επί των ACPA και η συσχέτιση με την κλινική απόκριση αξιολογήθηκε με βάση τα διευρευνητικά αποτελέσματα από τη μελέτη AVERT. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το abatacept σε συνδυασμό με τη MTX είχε μεγαλύτερη κλινική αποτελεσματικότητα σε ασθενείς οι οποίοι ήταν θετικοί σε αντίσωμα IgM ACPA στην έναρξη της μελέτης συγκριτικά με αυτούς οι οποίοι ήταν αρνητικοί σε αυτόν τον τύπο αντισώματος και σε ασθενείς οι οποίοι είχαν υποστεί ορομετατροπή (αλλαγή από ACPA θετικοί σε ACPA αρνητικοί) στην πάροδο του χρόνου σε σχέση με αυτούς που δεν είχαν υποστεί την ορομετατροπή (61,5% έναντι 41,2% επέτυχαν ύφεση κατά Boolean).

Τα παραπάνω αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η δράση επί των ACPA συσχετίζεται με το κλινικό όφελος για τους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

«Αυτά τα αποτελέσματα είναι από τα πρώτα που τεκμηριώνουν τη δυνητική επίδραση μιας βιολογικής θεραπείας πάνω στα ΑCPA στα πρώιμα στάδια της ρευματοειδής αρθρίτιδας, η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλή αυτοάνοση ενεργότητα και την παρουσία αυτοαντισωμάτων. Τα ευρήματα παρέχουν περαιτέρω γνώση στο ρόλο δεικτών της βιολογικής απόκρισης και βοηθούν στον ορισμό της ασθένειας και στη διαχείριση της θεραπείας» σχολιάζει ο T.W.J. Huizinga, καθηγήτης στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Λέιντεν της Ολλανδίας.

Επίσης, μια διερευνητική ανάλυση της AMPLE (Abatacept Versus Adalimumab Comparison in Biologic-Naïve rheumatoid arthritis (RA) Subjects With Background Methotrexate) υποδεικνύει ότι τα υψηλότερα επίπεδα ACPA στον ορό στην έναρξη, συσχετίζονταν με καλύτερη κλινική απόκριση στο Abatacept σε συνδυασμό με MTX συγκριτικά με το adalimumab σε συνδυασμό με MTX. Όταν οι ασθενείς διαιρέθηκαν σε τεταρτημόρια με βάση τους τίτλους των ACPA στην έναρξη, παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην απόκριση μεταξύ ασθενών του τεταρτημόριου των υψηλότερων τίτλων (Q4) έναντι των τεταρτημορίων Q1-3 για το DAS28(CRP) και HAQ-DI (p=0,003 και p=0,021 αντίστοιχα) στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με το abatacept, ενώ οι διαφορές στο τεταρτημόριο 4 (Q4) έναντι των τεταρτημορίων 1-3 (Q1-3) δεν ήταν σημαντικές με το adalimumab (p=0,358 και p=0,735).

Η μελέτη AVERT

Η AVERT είναι μια κλινική μελέτη φάσης 3b, ενεργά-ελεγχόμενη που περιλαμβάνει 351 ενήλικους ασθενείς με συμπτώματα μετρίας έως σοβαρής ρευματοειδούς αρθρίτιδας για λιγότερο από δύο χρόνια, θετικούς σε ACPA, DAS28(CRP)> 3,2 και χωρίς προηγούμενη θεραπεία με ΜΤΧ και βιολογικές θεραπείες για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Οι ασθενείς υποβλήθηκαν τυχαιοποιημένα σε 12μηνη εβδομαδιαία θεραπευτική αγωγή σε μια από τις 3 ομάδες: abatacept 125 mg υποδόρια μαζί με MTX, abatacept 125 mg υποδόρια, ή MTX μόνον. Οι συμμετέχοντες οι οποίοι είχαν τιμή DAS28(CRP) < 3,2 (δηλαδή χαμηλή ενεργότητα νόσου) μετά τη 12-μηνη θεραπευτική αγωγή ήταν σε θέση να συνεχίσουν με μια 12-μηνη περίοδο απόσυρσης όλων των θεραπειών για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένων του abatacept, MTX και των στεροειδών.

Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία σύγκριναν το ποσοστό ασθενών με DAS28(CRP)< 2,6 (ορίζεται ως ύφεση στη μελέτη) στο μήνα 12 και αμφοτέρων των μηνών 12 και 18 για τη συνδυαστική θεραπεία έναντι της μονοθεραπείας με ΜΤX. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συνδυασμός abatacept μαζί με MTX οδήγησε σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ύφεσης κατά DAS28(CRP) τους 12 μήνες σε σύγκριση με θεραπευτική αγωγή μόνο με ΜΤΧ (60,9% έναντι 45,2% αντίστοιχα, p=0,010). Παρόμοια αποτελέσματα στους 12 μήνες παρατηρήθηκαν με πιο αυστηρές μετρήσεις της κλινικής αποτελεσματικότητας συμπεριλαμβανομένων της ύφεσης κατά Boolean (37,0% abatacept μαζί με MTX; 22,4% ΜΤΧ), ύφεσης κατά CDAI (42% abatacept μαζί με MTX; 27,6% ΜΤΧ) και ύφεσης κατά SDAI (42% abatacept μαζί με MTX; 25% ΜΤΧ). Επίσης παρατηρήθηκαν μεγαλύτερα οφέλη σε καταληκτικά σημεία του MRI με τη συνδυαστική θεραπεία έναντι της μονοθεραπείας με MTX συμπεριλαμβανομένων της βελτίωσης της υμενίτιδας, της οστεΐτιδας και της μικρότερης εξέλιξης των αρθρικών διαβρώσεων.

Συγκεκριμένα στους 12 μήνες ο μέσος όρος μεταβολής από την έναρξη για το abatacept μαζί με MTX, για τη μονοθεραπεία με abatacept και τη μονοθεραπεία με MTX αξιολογήθηκαν από τη μέθοδο RAMPIS στην κλίμακα υμενίτιδας (-2,35, -1,4 και -0,68 αντίστοιχα), στην κλίμακα οστεΐτιδας (-2,58, -1,36 και -0,68 αντίστοιχα) και στην κλίμακα διάβρωσης (0,19, 1,47 και 1,52 αντίστοιχα) αντίστοιχα.

Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και σοβαρές λοιμώξεις και οι διακοπές λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμες με αυτές των ασθενών σε μονοθεραπεία με ΜΤΧ. Τα ποσοστά των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν 6,7% και 7,8%, οι συνολικές λοιμώξεις ήταν 57,1% και 59,5%, οι σοβαρές λοιμώξεις ήταν 0,8% και 0%, οι κακοήθειες ήταν 0,8% και 0,9% και τα αυτοάνοσα περιστατικά ήταν 0,8% και 2,6% για την ομάδα abatacept με ΜΤΧ και την ομάδα MTX αντίστοιχα.

Η μελέτη AMPLE

Η AMPLE είναι μια Φάσης 3b τυχαιοποιημένη τυφλή-σε ό,τι αφορά τον ερευνητή- πολυεθνική μελέτη διάρκειας 24 μηνών με το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας στους 12 μήνες (μη-κατωτερότητα για ACR20).

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 646 ενήλικες ασθενείς χωρίς προηγούμενη χορήγηση βιολογικού φαρμάκου με ενεργό μέτρια έως σοβαρή ρευματοειδή αρθρίτιδα και ανεπαρκή απόκριση στη MTX (318 ασθενείς στην ομάδα abatacept μαζί με MTX και 328 στην ομάδα adalimumab μαζί με MTX). Οι ασθενείς χωρίστηκαν ανάλογα με την ενεργότητα της ασθένειας και επιλέχθηκαν τυχαία είτε σε 125 mg abatacept SC εβδομαδιαία είτε σε 40 mg adalimumab κάθε δεύτερη εβδομάδα, αμφότεροι με θεραπεία υποβάθρου ΜΤΧ.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο προσδιορισμός της μη-κατωτερότητας του Abatacept μαζί με MTX σε σύγκριση με το adalimumab μαζί με MTX με βάση την απόκριση ACR20 στους 12 μήνες. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν τις αντιδράσεις στην περιοχή της ένεσης, αναστολή της ακτινολογικής εξέλιξης, όπως αξιολογήθηκε από τη τροποποιημένη κατά van der Heijde κλίμακα TSS (mTSS), η ασφάλεια και η παραμονή στη θεραπεία.

Τα αποτελέσματα ενός έτους από την μελέτη δημοσιεύθηκαν στην έκδοση του Ιανουαρίου του 2013 του επιστημονικού εντύπου Arthritis & Rheumatism. Τα αποτελέσματα του 2ου έτους ήταν σε συμφωνία με αυτά του 1ου έτους.

Η ακτινολογική εξέλιξη αξιολογήθηκε επίσης στα 2 χρόνια με 85% των ασθενών υπό αγωγή με abatacept και 84% των ασθενών υπό αγωγή με adalimumab να επιτυγχάνουν αναστολή της ακτινολογικής εξέλιξης.

Στους 24 μήνες, τα συνολικά αποτελέσματα ασφάλειας ήταν παρόμοια και για τις δύο ομάδες, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των παρενεργειών (92,8% και 91,5%), των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών (13,8% και 16,5%) και των κακοηθειών (2,2% και 2,1%) για το abatacept αγωγή και το adalimumab αντίστοιχα.

health.in.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ