Το Botox προλαμβάνει την κολπική μαρμαρυγή μετά από bypass

23 Οκτωβρίου 2015
Μπορεί οι ενέσεις τοξίνης αλλαντίασης να είναι ευρύτερα γνωστές για τις αντιγηραντικές τους ιδιότητες, ωστόσο αμερικανική μελέτη δείχνει ότι το Botox μπορεί επίσης να προλάβει την εκδήλωση κολπικής μαρμαρυγής μετά από επέμβαση bypass.

Η κολπική μαρμαρυγή είναι συχνότερη μορφή καρδιακής αρρυθμίας και μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, όπως εγκεφαλικό επεισόδιο, νεφρική βλάβη, ακόμα και θάνατο.

Οι ενέσεις Botox, χρησιμοποιούνται στην κοσμετολογία για την προσωρινή άμβλυνση των ρυτίδων. Ωστόσο, έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί στη θεραπεία της ημικρανίας, της υπερδραστήριας ουροδόχου κύστης, της υπεριδρωσίας και άλλων παθήσεων. Η τοξίνη αλλαντίασης δρα μπλοκάροντας τα νευρικά σήματα που δίνουν εντολή για τη σύσπαση των μυών.

Όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του επιστημονικού εντύπου Circulation: Arrhythmia and Electrophysiology, επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Αρρυθμίας του Συστήματος Υγείας «Valley» μελέτησε 60 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε bypass. Με τυχαία επιλογή, είτε έκαναν ενέσεις Botox, είτε ενέσεις με αλατούχο διάλυμα. Όλοι είχαν τουλάχιστον δύο επεισόδια καρδιακής αρρυθμίας, πριν την επέμβαση και θεωρούνταν υψηλού κινδύνου για νέα. Κανείς ωστόσο δεν έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή για κολπική μαρμαρυγή.

Οι ενέσεις Botox έγιναν γύρω από τα «μαξιλαράκια» λίπους του καρδιακού μυ, κατά τη διάρκεια της επέμβασης.

Τις πρώτες 30 ημέρες από την επέμβαση, το 7% των ασθενών που έκαναν ενέσεις Botox εκδήλωσε κολπική μαρμαρυγή, συγκριτικά με το 30% της ομάδας ελέγχου. Έναν χρόνο μετά την επέμβαση bypass, κανείς από την ομάδα Botox δεν είχε πρόβλημα με τον καρδιακό ρυθμό, συγκριτικά με το 27% της ομάδας ελέγχου.

Οι επιπλοκές από την επέμβαση bypass δεν διέφεραν μεταξύ των δύο ομάδων, ενώ δεν αναφέρθηκαν πιο ειδικά προβλήματα στην ομάδα που έκανε ενέσεις Botox.

«Η κολπική μαρμαρυγή που εκδηλώνεται μετά από καρδιακή επέμβαση είναι μεσοπρόθεσμο πρόβλημα, δηλαδή την πρώτη εβδομάδα, άρα μια ένεση Botox είναι αρκετή για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Βέβαια, το κλινικό δείγμα είναι μικρό και θα πρέπει να επαναληφθεί η μελέτη σε μεγαλύτερο αριθμό ασθενών» σημειώνει ο επικεφαλής ερευνητής Δρ Τζοναθαν Στέινμπεργκ.

health.in.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ