Όταν προβλήματα στις σχέσεις προκαλούν κρίση πανικού

26 Οκτωβρίου 2015

Η αληθινή ιστορία της Αριάδνης 

Η Αριάδνη ήρθε για θεραπεία σε ηλικία 43 ετών με κρίσεις πανικού. Μετά από διερευνηση διαπιστώσαμε ποσο πολλά γεγονοτα την έχουν επιβαρύνει. Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία και στα είκοσι τέσσερα χρόνια του γάμου της ο σύζυγός της δεν είχε καμία σταθερή δουλειά. Κάποιες επιχειρηματικές δραστηριότητες που δοκίμασε να ξεκινήσει απέτυχαν παταγωδώς, με αποτέλεσμα να εξανεμίσει και τη δική του περιουσία και τη δική της. Της είχε απομείνει μόνο ένα μικρό διαμέρισμα, στο οποίο και έμεναν. Δούλευε εκείνη για να συντηρηθούν, γιατί εκείνος ήταν μακροχρόνια άνεργος και παραιτημένος από την προσπάθεια να βρει δουλειά, προβάλλοντας ως δικαιολογία την ηλικία του.

Κατά καιρούς είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, οι οποίες έπεφταν στην αντίληψη της ίδιας και των παιδιών, και αυτή πάντα τον συγχωρούσε. Όταν ήρθε για θεραπεία, επρόκειτο να υπογράψει για ένα μεγάλο δάνειο που θα έβγαινε στο όνομά της και θα αποπληρωνόταν σε είκοσι χρόνια, ώστε ο σύζυγός της να ξεκινήσει καινούρια επιχείρηση, η οποία, όπως της υποσχόταν, θα ήταν «μια καινούρια αρχή». Όταν τη βοήθησα να συνδέσει τα συμπτώματα δύσπνοιας και τις κρίσεις πανικού με μια απόφαση τόσο εγκλωβιστική για το μέλλον της (πολυετές δάνειο), καθώς και με τα έντονα συναισθήματα θυμού και πόνου για το σύντροφό της και φόβου για την εξέλιξη της σχέσης τους εάν τα εκφράσει, τα συμπτώματα αυτά άρχισαν να αποκτούν νόημα.

Τα συμπτώματα διαφωτίστηκαν ακόμα περισσότερο με την πληροφορία όχι η Αριάδνη ήταν υιοθετημένο παιδί. Σύντομα ανιχνεύσαμε, κάτω από τη φαινομενική ψυχραιμία και δύναμή της, H φόβο ότι, αν δεν ικανοποιεί τις ανάγκες των άλλων, θα την εγκαταλείψουν και αυτοί όπως η φυσική της μητέρα. Αισθάνθηκα πόσο είχε ανάγκη να βιώσει στη θεραπευτική σχέση μια γονεϊκή φιγούρα που θα την προστάτευε από τη θυσιαστική αυτοπροσφορά της προκειμένου να την αποδεχτούν και να την αγαπούν.

Γι’ αυτό προχώρησα σε μια προκλητική παρέμβαση που σπάνια επιχειρώ, λέγοντάς της ότι δεν είχε νόημα να ξαναέρθει για ψυχοθεραπεία για να βελτιώσει τον εαυτό της και τη ζωή της εάν είχε προσυπογράψει την καταδίκη της για είκοσι χρόνια με τη μορφή αυτού του δανείου. Ουσιαστικά της απαγόρευσα να αναλάβει εκείνη για πολλοστή φορά την ευθύνη του συζύγου και της εξήγησα πόσο σημαντικό ήταν για την ίδια και τη σχέση τους να βρει εκείνος μια λύση. Η στάση μου αυτή λειτούργησε πολλαπλά θεραπευτικά για την Αριάδνη: ήμουν ο πρώτος «ισχυρός» άνθρωπος στη ζωή της που ενέργησα για να την προστατεύσω και νά τη φροντίσω (και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα).

Ταυτόχρονα, ήμουν ο πρώτος σημαντικός άνθρωπος για εκείνη που της έδινα το παράδοξο γι’ αυτή μήνυμα ότι θα την αποδεχόμουν εάν φρόντιζε τον εαυτό της και όχι τους άλλους. Ήταν πραγματικά συγκινητικό το πόσο την ανακούφισε και την απελευθέρωσε η προτροπή μου να βάλει σε προτεραιότητα τον εαυτό της σε σχέση με το σύζυγό της και κατ’ επέκταση με όλα τα σημαντικά γι’ αυτή πρόσωπα. Δουλεύοντας σε αυτή τη βάση, τα συμπτώματα των κρίσεων πανικού περιορίστηκαν θεαματικά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια εντάχθηκε σε θεραπευτική ομάδα που τη βοήθησε να διερευνήσει θέματα σε σχέση με τη φυσική της μητέρα, να δει τα συναισθήματά της σε σχέση με τη θετή, να αναπτύξει σχέσεις με τη φυσική της οικογένεια και να αλλάξει ρόλο στη σχέση της με τον άντρα της, ο οποίος κινητοποιήθηκε επαγγελματικά και συναισθηματικά σε μεγάλο βαθμό.

Όταν, προς το τέλος της θεραπείας της, έφτασε στο σημείο να συνειδητοποιήσει βαθύτερες επιθυμίες και ανάγκες της που δεν καλύπτονταν από τη σχέση της, όπως την ανάγκη για ουσιαστικότερη επικοινωνία, για ασφάλεια, για κοινή ευχαρίστηση, που την έφερναν αντιμέτωπη με ερωτήματα σε σχέση με το νόημα της ζωής της και τις επιλογές της, ερωτήματα που έθεταν σε κίνδυνο όλες τις ισορροπίες της ζωής της, άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα άγχους και φοβιών. Τα συμπτώματα αυτά δεν την τρόμαξαν, αφενός διότι ήταν μικρότερης έντασης και αφετέρου γιατί σύντομα τα συνέδεσε με την εσωτερική της πραγματικότητα: αποτελούσαν σωματικές ενδείξεις του φόβου της ότι ετοιμαζόταν να ανατρέψει όλη τη μέχρι εκείνη τη στιγμή αντίληψη για τον εαυτό της, καθώς πλέον δε φοβόταν μήπως την εγκαταλείψει ο σύζυγός της όσο φοβόταν ότι μπορεί να έφευγε αυτή. Οπότε αυτές οι σωματικές ενδείξεις, μέσω της νοηματοδότησής τους, δεν αποτελούσαν πια απειλή, αλλά χρήσιμους οδοδείκτες των βαθύτερων αναγκών της.

Κείμενο της Τ. Μπαφίτη. Απόσπασμα από το σύγγραμμα Υγεία και ασθένεια, ψυχικές διεργασίες. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Καστανιώτη για την ευγενική παραχώρηση του υλικού 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ