Διαπαιδαγώγηση: Όταν τα παιδιά έχουν πολλές ελευθερίες και προνόμια

30 Νοεμβρίου 2015

Μια εντυπωσιακή αλλαγή σημειώθηκε στον τρόπο επικοινωνίας παιδιών και γονιών, ο οποίος κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια έγινε εμφανώς πιο ελεύθερος. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι, πλέον, οι εκρήξεις συναισθημάτων των παιδιών δεν καταπιέζονται, αλλά εξωτερικεύονται, με τη λογική ότι έτσι αποφορτίζεται η ενδεχόμενη επιθετική συμπεριφορά. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες όπου τα παιδιά αποδίδουν άσχημους χαρακτηρισμούς στους γονείς τους - ακόμα κι όταν δεν δέχονται την ίδια μεταχείριση απ’ αυτούς.

Οι εξελίξεις στην ψυχολογία τις τελευταίες δεκαετίες εντυπωσίασαν τους γονείς σχετικά με τη σημασία της συμπεριφοράς τους για την ψυχική υγεία και την ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών τους. Η συναίσθηση, όμως, αυτής της σημασίας, η διαγραφή των παλιών αντιλήψεων για την ανατροφή των παιδιών και ο καταιγισμός από προσιτή στο ευρύ κοινό βιβλιογραφία παιδαγωγικής προκάλεσαν μεγάλη ανασφάλεια στους γονείς. Αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργηθεί μια συχνά υπερβολικά αγχώδης, διατακτική και γεμάτη σύγχυση συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά. Αν σήμερα ένα μωρό κλαίει, η μητέρα του ανησυχεί ότι κάτι δεν έχει κάνει σωστά, ενώ στο παρελθόν μια τέτοια αντίδραση από ένα μωρό ήταν κάτι παραπάνω από φυσιολογική. Σήμερα, η μητέρα κι ο πατέρας προσπαθούν να κάνουν τα πάντα για να σταματήσει το κλάμα, επειδή τους γεμίζει φόβο κι ενοχές. «Είναι μια αντίδραση σχεδόν υστερική», αναφέρει μια έμπειρη μαία .

Το παιδοκεντρικό μοντέλο ανατροφής εξαρτάται άμεσα από τη μεγάλη σημασία που έλαβε για τη ζωή των γονιών η επιθυμία-του παιδιού. «Κάτι που δεν μπορούσα να το έχω εγώ στα παιδικά μου χρόνια, πρέπει οπωσδήποτε να μπορεί να το απολαύσει το δικό μου παιδί σήμερα», σκέφτονται πολλοί γονείς. Θέλουν να προσφέρουν στο παιδί τους όσα ενδεχομένως στερήθηκαν εκείνοι στην παιδική τους ηλικία, επουλώνοντας έτσι τα δικά τους τραύματα. Το παιδί λοιπόν, σήμερα -αποτέλεσμα πραγματικής επιθυμίας και προγραμματισμού των γονιών— συχνά μετα-τρέπεται σε μέσο πολλών ναρκισσιστικών προβολών. Αποτελεί επέκταση των ίδιων των γονιών του και, ακριβώς γι* αυτό, θεωρείται ότι θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του μόνο το καλύτερο. Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν στο παιδί τους «ευτυχισμένα παιδικά χρόνια», πολλοί γονείς αποφεύγουν τις επιπλήξεις, ακόμη κι εκείνες που είναι απολύτως απαραίτητες για τη σωστή ανατροφή του. Θεωρούν ότι η εξέλιξη του παιδιού σε ελεύθερη κι αυτόνομη προσωπικότητα επιτυγχάνεται μόνο μέσα από μια διαδικασία ανατροφής χωρίς περιορισμούς. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική: Τα παιδιά έχουν ανάγκη από όρια για να προσπαθούν να τα υπερβούν, και από αρχές για να επιχειρούν να αντιταχθούν σ’ αυτές.

Οι σύγχρονοι γονείς, σε αντίθεση μ’ εκείνους παλιότερων γενιών, δεν επιθυμούν κατά κύριο λόγο το σεβασμό και την υπακοή από τα παιδιά τους, αλλά αποζητούν πρώτ’ απ’ όλα την αγάπη τους — γεγονός που από μόνο του υποδηλώνει μια προβληματική οπτική. Κι αυτό γιατί δεν είναι σπάνιες οι φορές που οι γονείς, προκειμένου να γίνουν αρεστοί και αγαπητοί στα παιδιά τους, επιδεικνύουν υπερβολική επιείκεια κι ανεκτικότητα σε περιπτώσεις που δεν χρειάζεται. Όποιος επιδιώκει να γίνει ο «καλύτερος φίλος» του παιδιού του, επιλέγει τον εύκολο δρόμο στις αντιπαραθέσεις, επιλέγει, δηλαδή, την υποχώρηση, αποφεύ-γοντας τις προστριβές και αποσκοπώντας να φέρει το παιδί πιο «κοντά» του. Η μέθοδος αυτή μπορεί αρχικά να φανεί αποτελεσματική, μακροπρόθεσμα όμως κάνει το γονιό να χάνει το σεβασμό του παιδιού του — κι αυτό το σεβασμό το παιδί έχει ανάγκη να τον τηρήσει, εφόσον ο γονιός του το απαιτεί αυτό, και μάλιστα, με μια δόση αυταρχικότητας. Επιπλέον, τέτοια υπερβολικά κακομαθημένα παιδιά δύσκολα γίνονται αποδεκτά στα μάτια άλλων ενήλικων, που δεν έχουν υιοθετήσει την ίδια, υποχωρητική συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά.

Όταν, λοιπόν, τα παιδιά με κακή ανατροφή δεν γίνονται ευχαρίστως αποδεκτά από τους ενήλικες εκτός σπιτιού, έρχονται αντιμέτωπα με την έλλειψη επιβεβαίωσης εκτός της οικογενειακής εστίας. Αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί στη μητέρα απόγνωση και ενοχές, οπότε και προσπαθεί να εξισορροπήσει την κατάσταση με το να γίνεται ακόμη πιο επιεικής απέναντι στο παιδί της, διαιωνίζοντας έτσι τον φαύλο κύκλο.

Ο Αμερικανός Christopher Lasch (1980) χαρακτηρίζει τη «ναρκισσιστική γενιά» σαν ένα σύνολο από μωρά-γίγαντες, που παραμένουν ανώριμα, ασχολούνται μόνο με τη δική τους εύθραυστη ψυχή, είναι ανίκανα τόσο να εργαστούν όσο και να ψυχαγωγηθούν και είναι γεμάτα απαιτήσεις από τη Μεγάλη Μητέρα. Με τα λόγια αυτά περιγράφει φυσικά τους σημερινούς νέους ενήλικες, που μεγάλωσαν στη Γερμανία με τα αντιαυταρχικά ιδεώδη της γενιάς του ’68. Ο Ulrich Beer, στο βιβλίο του «Η κοινωνία των παιδιών δίχως αδέρφια» (1994), αναπτύσσει τη φιλοσοφία ζωής της νέας γενιάς, η οποία περιορίζει τους στόχους αυτοπραγμάτωσής της στο «Πάρε! Πάρε! Πάρε!». «Εσύ είσαι το πολυτιμότερο στον κόσμο, τα πάντα είναι στη διάθεσή σου, πάρε λοιπόν ό,τι μπορείς!». Έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά της δικής μας κοινωνίας εμφανίζονται περισσότερο ανικανοποίητα, κορεσμένα και δυστυχισμένα απ’ ό,τι τα παιδιά των πιο αδύναμων οικονομικά κοινωνιών58. Αυτό το οξύμωρο πολιτιστικό αποτέλεσμα φαίνεται να το συμμερίζονται πολλοί συγγραφείς. Η Astrid von Friesen (1991) κάνει λόγο για μια γενιά παιδιών που βρίσκεται σε κατάσταση «μόνιμης απληστίας»59. Ο Felix von Cube και ο Dieter Alshuth (1988) έκαναν διάγνωση απάθειας και ετοιμότητας βίας, πλήξης και επιθετικότητας συνάμα, ενώ τα θεωρούν (αυτά τα παιδιά) συνέπεια της διαρκούς επιείκειας και ανοχής εκ μέρους των γονιών τους .

Τι συμπεραίνουμε από τις τόσες αρνητικές περιγραφές πον αποδίδονται στη νέα γενιά; Δεν προβάλλει πάλι το γνωστό κλασσικό χάσμα των γενεών, το συντηρητικό δόγμα, ότι «παλιά όλα ήταν καλύτερα»; Δεν διαφαίνεται για άλλη μια φορά ότι η μέση και η τρίτη γενιά πιστεύει ότι η νέα έχει λάβει χειρότερη ανα τροφή; Η περίσταση επιβάλλει μια αναφορά στα λόγια του Σα κράτη για τη νεολαία της εποχής του, λόγια που ακούγοντί απολύτως επίκαιρα: «Οι μαθητές σήμερα αγαπούν την πολυτι λεια, έχουν άσχημους τρόπους, απεχθάνονται την αυταρχικότητα, δεν έχουν ίχνος σεβασμού στους μεγαλύτερους, σπαταλουν το χρόνο τους, αντί να εργάζονται, και ταλαιπωρούν τους γονε τους». Τίποτα καινούργιο, λοιπόν, δεν έχουμε να πούμε, πέρα από το χιλιοειπωμένο παραμύθι ότι οι παλιότεροι βλέπουν | «κακό» μάτι τους νέους; Ούτε γιατί αυτό το παραμύθι δεν μπορεί πλέον να γίνει αποδεκτό; Και δεν μπορεί γιατί, εδώ και αιώνες, δεν είναι δυνατόν κάθε γενιά να είναι χειρότερη από την προηγούμενη.

Η σημερινή νεολαία δεν είναι υποχρεωτικό να είναι χειρότερη, μπορεί να είναι απλά διαφορετική. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων παρατηρήθηκε μια αισθητή αλλαγή αξιών. Τα παιδιά και οι νέοι μεγαλώνουν με εντελώς διαφορετικά ιδανικά και αξίες συγκριτικά με τη γενιά που μεγάλωσε αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι αυτό, φυσικά, δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα επιλογής για την απόκτηση ή όχι παιδιών, αλλά και την οικονομική κατάσταση: Παλιότερα, η ανέχεια ήταν εκείνη που έθετε φυσικά όρια στην ανατροφή. Σημαντικό ρόλο, όμως, παίζει και το ότι σήμερα τα παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους δέχονται πολΰ περισσότερη προσοχή και φροντίδα απ’ όση παλιότερα. «Ποτέ ώς τώρα δεν είχαν γεννηθεί τόσα λίγα παιδιά όπως σήμερα — και ποτέ ώς τώρα οι γονείς δεν είχαν ασχοληθεί τόσο πολύ με τα παιδιά τους... Ποτέ ως τώρα οι γονείς δεν είχαν διαθέσει τόσα χρήματα και τόσο χρόνο για τα παιδιά τους»

Κείμενο της κοινωνική ψυχολόγου Herrad Schenk 

Απόσπασμα από το βιβλίο Πόση μητέρα χρειάζεται ο άνθρωπος - Εκδόσεις Θυμάρι

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ