Αδέρφια: Θα έχουν τα παιδιά μου καλή σχέση όταν μεγαλώσουν;

9 Δεκεμβρίου 2015

Την οικογένεια μας, τους γονείς μας δεν μπορούμε να τους επιλέξουμε, ούτε βέβαια και τ’ αδέρφια μας. Όταν είμαστε παιδιά έχουμε αυτή την ψευδαίσθηση: «θέλω μια αδερφή για να παίζουμε μαζί κούκλες», «θέλω αδελφό για να παλεύουμε» ή ακόμα «θέλω μια αδερφούλα ή έναν αδερφό αλλά θέλω να είμαι εγώ η μικρότερη πάντα». Τις πιο πολλές φορές διαπιστώνουμε με απογοήτευση ότι άλλο φανταστήκαμε κι άλλο ήρθε, καμιά φορά ακόμα κι αν «αποκτήσαμε» το φύλο που επιθυμούσαμε. Μόνο που αυτός ο αδελφός ή η αδελφή ούτε κούκλες παίζει ούτε παλεύει, είναι κλαψιάρης και βαρετός και το χειρότερο απ’ όλα, μονοπωλεί την προσοχή και ο ενδιαφέρον της μαμάς και του μπαμπά. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα, ειδωμένα με τη ματιά του παιδιού που υποδέχεται στον κόσμο του ένα καινούργιο αδερφάκι. Και φυσικά υπάρχει κι η ματιά του παιδιού που έρχεται στον κόσμο και βρίσκει άλλα αδέρφια, κι εκείνου που βρέθηκε «ανάμεσα» σ’ ένα προηγούμενο κι ένα επόμενο ή του τελευταίου στη σειρά που έμεινε για πάντα το «μικρό».

Απόο την ψυχολόγο Λουίζα Βογιατζή mypsychologist.gr

Οι αδερφικές σχέσεις, είτε το νιώθουμε και το θυμόμαστε έτσι, είτε μας αρέσει είτε όχι, με τον τρόπο τους μας σημαδεύουν. Μας προσφέρουν πολλά και πολλές φορές μας κάνουν να πονάμε, να θυμώνουμε, να ζηλεύουμε, να μισούμε. Όμως αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη προσφορά των αδερφικών σχέσεων. Ίσως ποτέ άλλοτε στη ζωή μας δεν έχουμε την ευκαιρία να νιώσουμε (αν μας επιτραπεί) τόσο πολλά και αντιφατικά συναισθήματα επικεντρωμένα όλα προς ένα πρόσωπο: αγάπη και μίσος, θαυμασμό και ζήλεια, εγγύτητα και αποξένωση, αφοσίωση κι αδιαφορία, συντροφικότητα και ανταγωνισμό, αλληλεγγύη κι αδιαφορία, τρυφερότητα και αποστροφή και πολλά ακόμη.

Η ύπαρξη αυτών των συναισθημάτων απέναντι στ΄αδέρφια μας μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και μας προετοιμάζει για τις κατοπινές μας σχέσεις.

Μέσα στην οικογένεια μας και ανάμεσα στ’ αδέρφια μας έχουμε μια συγκεκριμένη θέση που την καθορίζει –μεταξύ άλλων- η ηλικία και το φύλο μας σε σχέση με την ηλικία και το φύλο των άλλων. Η θέση αυτή μπορεί να έχει ορισμένες ιδιομορφίες που να επηρεάσουν την ζωή μας ως παιδιά αλλά ενδεχομένως και ως ενήλικες.

Το πρωτότοκο

Όλα τα παιδιά έχουν μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην οικογένεια. Το πρώτο παιδί έχει όμως μια «πιο» ιδιαίτερη. Κι αυτό γιατί είναι αυτό που μπαίνει «ανάμεσα» στον άντρα και τη γυναίκα, που κάνει το ζευγάρι οικογένεια. Για την γυναίκα, η πρώτη γέννα, το πρώτο παιδί συμβολίζει την επιβεβαίωση της μητρότητας της. Είναι αυτό που την κάνει μητέρα, της δίνει μια υπόσταση που κανείς και τίποτα δεν μπορεί πια ν’ αλλάξει. Για τον άντρα, συμβολίζει κυρίως την επιβεβαίωση της αγάπης της γυναίκας του. Η γέννηση του πρώτου παιδιού επισφραγίζει το ότι η γυναίκα αυτή τον επέλεξε για να είναι ο πατέρας των παιδιών της. Ο ερχομός των επόμενων παιδιών, όσο επιθυμητά ή ποθητά κι αν είναι αυτά δεν θα έχει ποτέ την ίδια συγκινησιακή φόρτιση της πρώτης αυτής γέννας. Αυτό και μόνο μπορεί να είναι μία αιτία που κάνει πολλά πρωτότοκα να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και ίσως λίγο πιο ευάλωτα. 

Στη συνέχεια ακολουθεί ένα διάστημα, μήνες ή χρόνια, που το πρώτο παιδί έχει τους γονείς του κατ’ αποκλειστικότητα. Δεν τους μοιράζεται με κανέναν και δεν χρειάζεται ν’ ανταγωνίζεται κανένα για την αγάπη τους. Κι αυτή ακριβώς η σιγουριά, η ασφάλεια του μικρού πυρήνα των τριών ανθρώπων, διαταράσσεται τόσο βίαια από τον ερχομό ενός νέου μέλους, ενός δεύτερου παιδιού. Είναι τότε που, λιγότερο ή περισσότερο ξαφνικά, το μικρό χαιδεμένο πρέπει να γίνει μεγάλο, λογικό, ώριμο. Αυτή η μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη είναι το κύριο χαρακτηριστικό της θέσης του πρώτου παιδιού και μπορεί να είναι (αν είναι σκληρή) μία πηγή δυσκολιών για τα πρωτότοκα παιδιά κατά την παιδική αλλά και την ενήλικη ζωή.

Παρόλα αυτά, τα περισσότερα παιδιά –καλώς ή κακώς- προσαρμόζονται στην αλλαγή της θέσης τους κι αναλαμβάνουν τον ρόλο του μεγάλου. Τι απαιτεί αυτός;

«Θυμάμαι ότι οι γονείς μου τόνιζαν συνέχεια ότι εγώ ήμουν ο μεγάλος, κάτι που μ’ άρεσε και το μισούσα κιόλας. Έπρεπε να προσέχω τον αδερφό μου, να κάθομαι μέσα μαζί του όταν λείπανε οι γονείς μας, να τον περιμένω να γυρίσουμε μαζί απ’ το σχολείο, να τον παίρνω μαζί όταν πήγαινα να παίξω και να έχω την ευθύνη του. Πολλές φορές τον απεχθανόμουν γι’ αυτό αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πολύ βαθιά μέσα μου το βάρος της ευθύνης κι έπρεπε να απέχω από κάθε τρέλα, κάθε σκανταλιά με τους συνομηλίκους μου, κάτι απ’ το οποίο ακόμα δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ...»

Απ’ τα μεγάλα αδέρφια απαιτείται, έστω κι αν αυτό δεν λέγεται ανοιχτά, να είναι το «φωτεινό παράδειγμα» για τα μικρότερα αδέρφια. Πρέπει να βρίσκουν μόνα τους το δρόμο και να υπερνικούν εμπόδια (π.χ. τις αντιρρήσεις των γονιών που φοβούνται επειδή όλα είναι καινούργια και γι’ αυτούς) και ταυτόχρονα να έχουν ευθύνη για τ’ αδέρφια τους, να είναι προστατευτικά και λογικά. Πολλές φορές ο ρόλος τους βρίσκεται ανάμεσα στον γονεικό και τον παιδικό κι έχει κάτι κι από τα δύο.

Ένα χαρακτηριστικό αυτού του ρόλου είναι ότι τα μεγάλα αδέλφια προσπαθούν συχνά – παραδόξως χωρίς να τους το ζητάει κανείς- ιδιαίτερα όταν στην οικογένεια υπάρχουν προβλήματα, να υποκαταστήσουν τους γονείς, όπου διαισθάνονται ότι αυτοί έχουν ελλείμματα και να προφυλάξουν τ’ αδέρφια τους, προσφέροντας τους αυτό που δεν μπορούν να τους προσφέρουν οι γονείς: τρυφερότητα, σιγουριά, υποστήριξη, ενθάρρυνση. Αυτό είναι όμως ένα ακατόρθωτο εγχείρημα για ένα παιδί και συνοδεύεται από αισθηματα ανεπάρκειας και ενοχές. Πέρα από το ότι σαν ενήλικας μπορεί κανείς να συνεχίζει την ατελέσφορη αυτή προσπάθεια στις σχέσεις με τ’ αδέρφια του και όχι μόνο, έχει να παλέψει και με τα δικά του συναισθήματα που απορρέουν από το ότι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει επαρκώς σ’ αυτό.

Ο ρόλος του μεγάλου είναι ευχή και κατάρα. Από τη μια μεριά ένα παιδί που υπήρξε το πρώτο στη σειρά έχει την ευκαιρία να γνωρίσει και ν’ αναπτύξει την γονεική, προστατευτική του πλευρά, αυτή που φέρει ευθύνη και νοιάζεται για τους άλλους. Αυτό είναι καταρχήν ένα πολύτιμο απόκτημα, πολύ σημαντικό όχι μόνο για τις αδελφικές αλλά και για όλες τις σχέσεις που θ’ ακολουθήσουν. Το να έχει κανείς μια ανεπτυγμένη μητρική ή πατρική πλευρά δίνει στους άλλους αίσθημα ασφάλειας και την βεβαιότητα ότι έχουν κάπου να βασιστούν. Η «κακή κληρονομιά» του ρόλου αυτού έγκειται στην υπερβολική ωριμότητα κι αίσθηση ευθύνης που μπορεί να στερήσει ένα παιδί κι αργότερα τον ίδιο ενήλικα από τον αυθορμητισμό, την ανεμελιά αλλά και την ικανότητα να φροντίζει –εκτός από τους άλλους- και τον εαυτό του.

Το δεύτερο παιδί

Αν και η γέννηση του πρώτου παιδιού είναι κάτι μοναδικό κι ανεπανάληπτο για τους γονείς, ο ερχομός του δεύτερου έχει τα δικά του προνόμια. Επειδή είναι κάτι πιο γνώριμο, βιώνεται και πιο συνειδητά, μπορεί να πει κανείς ότι είναι ένα γεγονός πιο «αληθινό». Με το πρώτο παιδί οι γονείς έκαναν την βουτιά στα βαθιά, πέρασαν τα δύσκολα, μπορεί να κατάλαβαν και ότι δεν είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη να «πάνε όλα καλά» αλλά ότι το παιδί φέρνει κι αυτό την προσωπικότητα του με την οποία καλούνται να αλληλεπιδράσουν. Η «εκπαίδευση» που πήραν οι γονείς συνήθως τους μαλακώνει και τους κάνει λιγότερο απαιτητικούς με τα επόμενα παιδιά (και με τον εαυτό τους σαν γονείς).

Έτσι, το δεύτερο παιδί συνήθως βρίσκεται μέσα σε μια πιο ήπια κατάσταση, με γονείς πιο σίγουρους στο ρόλο τους και πιο ήρεμους κι επιπλέον με τη παρουσία ενός πρώτου παιδιού που αποτελεί γι’ αυτά σημείο αναφοράς, σύμμαχο αλλά κυρίως πρότυπο και ανταγωνιστή. Αν εκθρονιστεί από ένα ακόμη παιδί, τότε το δεύτερο μπορεί να αποκτήσει αρκετή αυτονομία, με όλα τα καλά και τα κακά που φέρνει αυτή. Συνήθως όταν γεννιέται ένα τρίτο παιδί, τότε οι γονείς και το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να στρέψουν την προσοχή και την αγάπη τους επάνω του κι έτσι το μεσαίο παιδί μπορεί να μείνει μετέωρο.

Σε μια τέτοια θέση αναγκάζεται να στηριχτεί πολύ περισσότερο στον εαυτό του ή να ψάξει για συμμάχους εκτός οικογένειας: άλλους συγγενείς ή φίλους. Το φύλο των παιδιών παίζει σ’ αυτή την κατάσταση ιδιαίτερο ρόλο γιατί αυξάνει ή μειώνει την ένταση του ανταγωνισμού και την ισχύ των συμμαχιών. Η γέννηση π.χ. ενός ακόμη κοριτσιού όταν το δεύτερο παιδί είναι κορίτσι είναι μια διπλή εκθρόνιση, και από τη θέση του μικροότερου αλλά και απ’ αυτή του μοναδικού κοριτσιού και μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη δημιουργία καλής σχέσης της μεσαίας με την μικρή αδερφή αλλά και στις κατοπινές σχέσεις με το φύλο της.

 

Το χαρακτηριστικό του δεύτερου παιδιού, τουλάχιστον όπως αναφέρει ο μεγάλος ψυχαναλυτής Άλφρεντ Άντλερ που ασχολήθηκε εκτενώς με την σειρά των παιδιών στην οικογένεια σε σχέση με την δημιουργία νευρώσεων, είναι ότι βλέπει τη ζωή σαν μια πίστα ανταγωνισμού και προσπαθεί πάντα είτε με ανοιχτή αναμέτρηση σε επίπεδο ικανοτήτων είτε (αν το πρώτο παιδί είναι πολύ «δυνατό») με πονηριά, χειριστικότητα ή συναισθηματικό εκβιασμό να υπερκεράσει όποιον αισθάνεται «ανώτερο».

 

Το μικρότερο παιδί

Είτε έχει προηγηθεί ένα είτε περισσότερα παιδιά, το μικρότερο παιδί της οικογένειας έχει από μια άποψη μια ζηλευτή θέση. Είναι και παραμένει το «μωρό», το χαιδεμένο, χωρίς την εμπειρία κάποιος να του στερήσει αυτό το προνόμιο. Οι γονείς πολλές φορές με εγωιστικό τρόπο (επειδή δεν θέλουν αυτοί να χάσουν την απόλαυση ενός μωρού) του φέρονται υπερπροστατευτικά και με υπερβολική επιείκεια. 

Έτσι το τελευταίο παιδί της οικογένειας, ενώ έχει από τη μια την ασφάλεια που του παρέχει όλη αυτή η προσοχή, από την άλλη μπορεί να μην έχει γνωρίσει επαρκώς όρια και υποχρεώσεις στις σχέσεις με τους δικούς του. Πολλές φορές ένα τελευταίο παιδί μπορεί να προσπαθεί απεγνωσμένα να είναι και στις υπόλοιπες σχέσεις του αυτό που είναι σπίτι του, μόνο που συνήθως οι άλλοι, παιδιά κι ενήλικες, δεν είναι διατεθειμένοι να του προσφέρουν τόσο ιδιάιτερη μεταχείριση.

Το «μεγάλωμα» (σε κάθε φάση της ζωής) μπορεί για έναν «βενιαμίν» να είναι ιδιάιτερα δύσκολο, ακριβώς γιατί είναι δύσκολο να μεγαλώσεις, να γίνεις ενήλικος σαν τους άλλους, όταν για τους άλλους ήσουν πάντα ο μικρός. Υπερβολικός εγωισμός, έλλειψη υποχωρητικότητας και κοινωνικών δεξιοτήτων μπορεί να αποτελέσουν ένα συνεχές εμποδιο στις κοινωνικές σχέσεις ενός τέτοιου ανθρώπου.

Η θέση δεν είναι ρόλος

Με τον ερχομό μας στην οικογένεια μας καταλαμβάνουμε μια θέση στη σειρά των μελών. Από τη σειρά αυτή και μόνο προκύπτουν ορισμένες ιδιαιτερότητες που σίγουρα έχουν την σημασία τους για την ανάπτυξη μας. Από την άλλη μεριά η θέση στην οικογένεια δεν αποτελεί από μόνη της ένα ρόλο. Ο ρόλος δίνεται, συνήθως από τους γονείς. Σε ένα πρωτότοκο παιδί, οι γονείς είναι αυτοί που με τη στάαη και την ευαισθησία τους θα μετριάσουν ή θα εντείνουν τις συνέπειες της εκθρόνισης από το επόμενο παιδί, που θα βοηθήσουν το παιδί να νιώσει ότι δεν απειλείται από την γέννηση του αδερφιού του. Είναι οι γονείς που θα απαιτήσουν ή όχι να ανταποκρίνονται τα παιδιά σε κάποιους ρόλους «εσύ είσαι μεγάλος τώρα και πρέπει...» ή «ε, καλά μικρός είναι, να μην του κάνουμε το χατήρι;» και που θα φροντίσουν να μην εξάψουν αλλά να απαλύνουν τον ανταγωνισμό και τη ζήλια μεταξύ των παιδιών τους έτσι ώστε να διευκολύνουν τις σχέσεις τους, στο παρόν αλλά και στο μέλλον.

Πέρα απ’ αυτά όμως, όπως λέει ο Γάλλος παιδοψυχίατρος Marcel Rufo στο βιβλίο του για τις αδελφικές σχέσεις, δεν είναι η σειρά που έχει σημασία για την ανάπτυξη του παιδιού αλλά η προσωπικότητα του, και η ικανότητα του να προσαρμόζεται σε καινούργιες καταστάσεις.

!! Τα κορίτσια έχουν την φήμη, ίσως και τήν ικανότητα να είναι καλύτερες μεγάλες αδερφές από τ’ αγόρια. Αυτό, στο μέτρο που ισχύει, μπορεί να οφείλεται στο ότι έχουν μεγαλύτερη ευκολία με τον μητρικό ρόλο αλλά και με το ότι μάλλον μπορούν να δεχτούν καλύτερα την –νέα- μητρότητα της μητέρας τους. Αυτό μπορεί να τους δίνει το ιδιαίτερο χάρισμα, σαν μεγάλες αδερφές να διατηρούν και να φροντίζουν τον δεσμό και την μνήμη της οικογένειας. Και για τα αγόρια αντίστοιχα όμως, μπορεί να γίνει μια εξαρετικής σημασίας εμπειρία, να ανακαλύψουν και να καλλιεργήσουν σαν μεγάλοι αδερφοί την προστατευτικότητα τους και τον πατρικό τους ρόλο.

!! Ο Γάλλος παιδοψυχίατρος Marcel Rufo, στο βιβλίο του για τις αδελφικές σχέσεις, τονίζει ότι η βασική υποχρέωση των γονιών είναι να αφήσουν τα παιδιά τους να βρούνε τη θέση τους, πρώτα μέσα στην οικογένεια και μετά στην κοινωνία. Εμείς μπορούμε να προσθέσουμε ότι οι γονείς δεν μπορούν δυστυχώς να είναι πάντα εντάξει στις υποχρεώσεις τους. Έτσι έρχεται κάποτε η στιγμή να προσπαθήσουμε εμείς, σαν ενήλικες πια, να απαλλάξουμε τον εαυτό μας και τα αδέλφια μας από τους ρόλους που αναλάβαμε σαν παιδιά. Είναι μεγάλη απελεύθερωση το ότι έρχεται μια μέρα που τα 2,3 ή 5 χρόνια που μας χωρίζουν απ’ τ’ αδέρφια μας δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία κι ότι μπορούμε αν θέλουμε, να αποκτήσουμε μαζί τους πολύ πιο ισότιμες σχέσεις. Πρώτη δημοσίευση περιοδικό Vita.gr

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Όσκαρ Ουάιλντ
Η Σκέψη της ημέρας
17:58 Όσκαρ Ουάιλντ