Ιεροκλής Μιχαηλίδης: Από "αποτυχημένος" εστιάτορας στη ζωή σε πετυχημένο σεφ στην τιβί

9 Δεκεμβρίου 2015

Αν και άνθρωπος της σκηνής, της μικρής και της μεγάλης οθόνης με πολλές «ώρες πτήσης» στο ενεργητικό του, ο Ιεροκλής Μιχαγηλίδης δεν είναι - ούτε υπήρξε ποτέ -άνθρωπος που αγαπά τα φώτα της δημοσιότητας.

Είναι άνθρωπος που θα σου απαντήσει ευθαίως σε ό,τι τον ρωτήσεις για την καριέρα του, τη ζωή του, τα πάθη του αλλά δε θα μάθεις παρά μόνο τα απαραίτητα για την προσωπική ζωή ή την οικογένεια του.

Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου το 1960 στην Κοζάνη και παίρνει το χρίσμα του ηθοποιού από τη δραματική σχολή κρατικού θεάτρου βορείου Ελλάδος.  Μέχρι το 1990 συμμετέχει ως ηθοποιός και ιδρυτικό μέλος πειραματικών θιάσων σε έργα βαρύγδουπων ονομάτων όπως του Νίκου Καζαντζάκη, Λόρκα και Αριστοφάνη.

Έπειτα από 12 χρόνια «εθελοντικής προσφοράς» στο σανίδι αποφασίζει να κατηφορίσει στην Αθήνα για να συναντήσει το καλλιτεχνικό του πεπρωμένο.

«Αποφάσισα να φύγω από τη Θεσσαλονίκη γιατί έκλεισα έναν κύκλο δουλειάς 8 χρόνια σε πειραματικά θέατρα με άδειες αίθουσες και χωρίς αμοιβή.»

Για να ζήσει την οικογένεια του – μικροπαντρεύτηκε και έχει μια κόρη - αλλά και τον εαυτό του δούλευε ως μπάρμαν ή σερβιτόρος και μάλιστα κάποιες στιγμές προσπάθησε να γίνει και επιχειρηματίας στον κλάδο αλλά δεν του βγήκε σε καλό.

«Ακόμη έχω χρέη. Άλλωστε, οι ωραίοι έχουν χρέη. Έγιναν οι ρυθμίσεις και είμαι σε λίγο καλύτερη κατάσταση. Είχα χάσει την μπάλα σε επίπεδο ψυχολογικό. Μετά την περιπέτεια υγείας μου επανήλθα και βρήκα τον εαυτό μου.»

  «Έκανα οικογένεια σε μικρή ηλικία και μετά την οικογένεια εξακολουθούσα να είμαι μποέμ τύπος, κάτι που ήταν δύσκολο γι’ αυτή. Αλλά γενικά λειτουργώ έτσι, δεν κάνω ιδιαίτερες αναλύσεις. Και λέω ότι όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι, απλά το κάνουμε».

 

Το 1990 δημιουργεί το γνωστό μουσικοθεατρικό σχήμα «Άγαμοι Θύται». Αρχικά αποτελείται από 6 άτομα, την ορχήστρα και τον εαυτό του σε ρόλο, συγγραφέα, ερμηνευτή, σκηνοθέτη ακόμα και ...αφισσοκολητή.  Το όνομα του σχήματος βγήκε από ένα λογοπαίγνιο  που δεν είχε στόχο να προκαλέσει.

Ο ίδιος σε συνέντευξή του στο mic αφηγείται

«Ξεκίνησα με το Καφεθέατρο "Μπουλούκι" του Δημήτρη Τερζόπουλου που περιελάμβανε σκετσάκια και μικρά νούμερα, ως συνέχεια των παλιών μπουάτ. Στα μαγαζιά της εποχής που έπαιζε ορχήστρα, μας ζητούσαν να κάνουμε στο διάλειμμα των μουσικών ένα είδος θεατρικού γεμίσματος. Αφού το 'κανα αυτό 3-4 φορές με καλή αμοιβή (ήταν η πρώτη φορά που αμειβόμουν σωστά), αποφάσισα ότι θα το ξανακάνω πιο συγκροτημένα, πιο ολοκληρωμένα ως παράσταση έχοντας όμως της ευθύνη συνολικά.

Σ' αυτά τα μαγαζιά γνωρίστηκα με τον Σταρόβα, τον Μητρέντζη, την Μανισάνου που ήταν όλοι μουσικοί, γίναμε παρέα και είπαμε να στήσουμε ένα τέτοιο δρώμενο. Να κάνω εγώ τα θεατρικά, να παίζουν αυτοί τις μουσικές. Προέκυψε κι ο χώρος "Υψηλόν Βολτάζ" στη Μελενίκου, βάφτισα το σχήμα Άγαμοι Θύται και ξεκινήσαμε τον Οκτώβρη του '90 παίζοντας για τρεις μήνες χωρίς αμοιβή ώστε να μαζευτεί κόσμος. Είχαμε μεγάλο σουξέ κι είπαμε ότι το σχήμα πρέπει να διευρυνθεί. Κι ήρθαν και οι άλλοι συνεργάτες. Ξεκίνησε σχεδόν πειραματικά, ως πάρεργο με την καλή έννοια, ως παράλληλη ασχολία. Γι' αυτό και δεν σταματήσαμε ποτέ από τις άλλες μας δραστηριότητες.

Η ενασχόλησή μου με το θέατρο στάθηκε πολύτιμη ώστε να στήσω μια τέτοια δουλειά με καθαρότερους κώδικες ποιοτικής διασκέδασης σε ένα είδος "ελαφράς ψυχαγωγίας". Τελικά έγινε ουσιαστικό κομμάτι της ζωής μας, μέρος σημαντικό, το οποίο δε θέλαμε να εξαντλήσουμε παίζοντας ακατάπαυστα και διαρκώς. Κάναμε μεγάλα διαλείμματα, μεγάλες παύσεις, με αποχή απ' αυτό "που ζητάει η αγορά", ούτως ώστε κάθε φορά να επανερχόμαστε με περισσότερο κέφι, να έχουμε ξεκουραστεί (γιατί είναι εξοντωτικές οι παραστάσεις, απελευθερώνουν μεγάλη ενέργεια, είναι γοητευτικές και απολαυστικές και για μας), να έχουμε κάτι να πούμε και να μην φθαρούμε."

Στην ουσία οι Άγαμοι Θύται ήταν μια εμμονή, όπως την χαρακτηρίζει που ξεκίνησε πίσω στα 1990. Από τότε έχει συνεργαστεί με περισσότερους από 60 καλλιτέχνες οι οποίοι είναι όλοι τους Άγαμοι. Με άλλα λόγια ο Ιεροκλής δεν θεωρεί τους Άγαμους κάτι δικό του, είναι μια συλλογική δράση.  Οι Άγαμοι μετρούν περισσότερα από 23 χρόνια παρουσίας και είναι κάτι που αγαπά πολύ.

 «Είναι το παιδί μου, ένα κομμάτι της ζωής μου πολύ σημαντικό» ομολογεί.

Το διάστημα 1988 μέχρι και το 1990  ο Ιεροκλής εργάζεται ως συντάκτης στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ και από το 1993 στην τηλεόραση ως σκηνοθέτης και παραγωγός.

Παράλληλα με τους  Άγαμους Θύτες ο Ιεροκλής  αρχίζει να γίνεται γνωστός από τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση  με την συμμετοχή του σε τηλεοπτικές σειρές όπως   όπως το "Είμαστε στον αέρα"  "Και πάλι φίλοι" "L.A.P.D." ενώ έχει ενσαρκώσει και τον Αστυνόμο Μπέκα στην τηλεοπτική μεταφορά των μυθιστορημάτων του Γιάννη Μαρή .

Στον κινηματογράφο, συμμετείχε σε ταινίες, όπως: Πολίτικη Κουζίνα, Μαύρο γάλα, Safe Sex, Πίσω πόρτα για την οποία μάλιστα απέσπασε το Κρατικό Βραβείο ερμηνείας Β΄ ανδρικού ρόλου.

Επιτυχία για τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη είναι ίσως η κοινωνική αποδοχή και η αγάπη που εισπράττει  από τον κόσμο. Παραδέχεται ότι δεν έχει καλλιτεχνικά απωθημέντα καθώς έχει κάνει πολλά από αυτά που ήθελε και πολλά από αυτά είναι «περιεσσότερα» απ’ όσα ονειρεύτηκε.  Η  ματαιοδοξία του όπως λέει ο ίδιος,  έχει καλυφθεί:  «Αν μπορούσα κάτι να ζητήσω, θα ήταν να βρεθώ για λίγο σε αμερικανική ταινία. Να πάω έναν καφέ στον Πατσίνο δεν θα ήταν άσχημα ή να κάνω τον οδηγό στον Άντονι Χόπκινς και να πω μια φράση, «πού στρίβω;». Να με πάρει ο Αλεξάντερ Πέιν να παίξω… Ωραία θα ήταν! Και οι ταινίες μπορείς να πεις ότι είναι απωθημένο μου.»

Για τον ρόλο του Βασίλη Κόκκορη , Σεφ του ''Chez Philippe''

 

Επιβλητική φιγούρα, με καταγωγή από το Μεσολόγγι. Έχει στο ενεργητικό του σοβαρές σπουδές μαγειρικής και μεγάλη εμπειρία. Πριν μερικά χρόνια εργαζόταν σε εστιατόριο στο Παρίσι, αλλά απολύθηκε εξαιτίας των «κακών συνηθειών» του. Εγωιστής, πεισματάρης και ξερόλας. Είναι άκαμπτος, δεν προσαρμόζεται στις αλλαγές, αλλά τουλάχιστον είναι ειλικρινής! Έχει μια ικανότητα να βρίσκει ανορθόδοξες λύσεις στα προβλήματα. Θεωρεί τον εαυτό του κορυφή της γαλλικής κουζίνας και μάλλον δεν έχει άδικο. Αυταρχικός με το προσωπικό της κουζίνας, συχνά προσβλητικός και είρωνας. Απέναντι στον ιδιοκτήτη του εστιατορίου όμως, ζορίζεται και κάνει την πάπια, για να μη χάσει τη δουλειά του. Δείχνει μόνιμα τσαντισμένος με όλους και με όλα, αλλά δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται.

 

Πόσο μοιάζει άραγε ο ίδιος στον ρόλο που ενσαρκώνει;

 «Έχω άριστη σχέση με τη μαγειρική και εκτιμώ πολύ το καλό φαγητό, κυρίως όταν το τρώω, βέβαια. Μαγειρεύω και ο ίδιος και μου αρέσει να ετοιμάζω φαγητό για τους δικούς μου. Εξάλλου, υπήρξα και πρώην εστιάτορας, οπότε η σχέση μου με το φαγητό υπήρξε και επαγγελματική.»  Κάνει λόγο για ένα χαριτωμένο σενάριο και μια πολύ προσεγμένη παραγωγή αλλά και για ένα θαύμα που στήθηκε μόλις μέσα σε 20 ημέρες.

Ο φετινός χειμώνας του Ιεροκλή θα έχει «λίγο τρέξιμο παραπάνω»  αλλά «δεν μασάει».

 

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ