Πώς να ξεχωρίζεις την καλή από την κακή κριτική

14 Δεκεμβρίου 2015

Την πρώτη μας κριτική διάθεση την εκφράζουμε κιόλας από τα γεννοφάσκια μας όταν γυρνάμε με αποστροφή το κεφάλι στο κουτάλι με το φαγητό που δε μας αρέσει, στο πρόσωπο που μας χαμογελάει αλλά δεν είναι γνώριμο. Και συνεχίζουμε δια βίου εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό το σύστημα αξιών που διαμορφώνουμε, το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, τις απόψεις, τις προτιμήσεις, τα γούστα, την αισθητική, την ηθική μας. Η κριτική είναι πάντα μια πράξη σύγκρισης με κάτι που ασπαζόμαστε ως σωστό, καλό, δίκαιο, ωραίο.

Από την ψυχολόγο Λουίζα Βογιατζή mypsychologist.gr

Η βάση κάθε κριτικής είναι μια αξιολόγηση κι ένας διαχωρισμός: αυτό μ’ αρέσει αυτό δεν μ’ αρέσει, αυτό το βρίσκω καλό, αυτό όχι, εδώ κάνω σαφές σ’ εμένα και στους άλλους ότι διαχωρίζω τη θέση μου. Αξιολογώντας και κρίνοντας αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε και ποιοι είναι οι άλλοι, σε τι μοιάζουμε και σε τι διαφέρουμε. Πρόκειται για μια πράξη κοινωνική, αναγκαία και φυσική χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε να τοποθετηθούμε στον κόσμο. Αν τα ζώα έχουν ανάγκη από το ένστικτο τους για να διακρίνουν τους κινδύνους αλλά και τις ωφέλιμες γι’ αυτά καταστάσεις, τα ανθρώπινα όντα χρειάζονται επιπλέον ένα (κοινωνικό) σύστημα αξιολόγησης βάσει του οποίου να προσανατολίζονται στις σχέσεις τους.

 

Ως εδώ καλά. Όμως η κριτική που ασκούμε στους άλλους, τις περισσότερες ίσως φορές δεν δηλώνει απλώς μια θέση, μια αντίθεση ή μια άποψη. Σπάνια αρκούμαστε στο να εκφράσουμε μόνο αν κάτι μας αρέσει ή όχι, αν συμφωνούμε ή όχι και γιατί. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές αυτό ακριβώς είναι που δεν κάνουμε όταν κάνουμε κριτική. Αντίθετα, σαν καλοί χριστιανοί που είμαστε, δαιμονοποιούμε και καταδικάζουμε. Βασισμένοι σε μια λογική μαύρου-άσπρου παίρνουμε ως δεδομένο ότι βρισκόμαστε με τα κριτήρια μας στην «καλή και σωστή» πλευρά κι αυτό το οποίο κριτικάρουμε, στην απέναντι, την «κακή και λανθασμένη». Αυτό μάλιστα το κάνουμε συνήθως χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε.

Για παράδειγμα, η κυρία Χαρά, η μητέρα της 25χρονης Κατερίνας, δεν καταλαβαίνει γιατί η κόρη της οργίζεται με την διαρκή κριτική που κάνει στις παρέες της. «Εγώ απλώς εκφράζω τη γνώμη μου, απαγορεύεται δηλαδή; Αφού ο τρόπος που ντύνονται δεν μ’ αρέσει, είναι γελοίος, άχαρος και χωρίς γούστο κι αν πεις για τη μουσική που ακούνε; Καμία μελωδία, κακόηχη, μουσικοί της πεντάρας.. Άποψη μου είναι και τη λέω, καλό τους κάνει να ακούνε και μια άλλη γνώμη μπας και καταλάβουν!»

Φυσικά η Χαρά γίνεται έξαλλη. Γιατί βέβαια η μητέρα της δεν δηλώνει απλώς ότι κάτι δεν της αρέσει, αλλά θεωρώντας τα δικά της αισθητικά κριτήρια τα μόνα σωστά απορρίπτει με άκαμπτο και απόλυτο τρόπο την αισθητική της κόρης της και των φίλων της. Μια τέτοια κριτική, όταν μάλιστα προέρχεται απ’ τους γονείς, πληγώνει, προσβάλλει, θυμώνει και το κυριότερο, δεν αφήνει καμία πόρτα ανοιχτή για προσέγγιση και ανταλλαγή απόψεων. Δημιουργεί πόλωση.

 

Η κριτική συνήθως δεν απέχει πολύ από την προσβολή και την απόρριψη.

Ακόμη πιο δύσκολα είναι τα πράγματα όταν κριτικάρουμε προσωπικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα και ιδιαιτερότητες του άλλου. Κάτι που δυστυχώς συνηθίζουμε να κάνουμε στις πιο κοντινές και πιο σημαντικές μας σχέσεις. Διαπιστώνουμε στον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι μας πράγματα που μας προκαλούν σύγχυση, ντροπή, δυσφορία είτε γιατί διαφέρουν πολύ από μας είτε γιατί χωρίς να το συνειδητοποιούμε, μας θυμίζουν πολύ κάτι από μας. Κι αφού είμαστε κοντά μ’ αυτό τον άνθρωπο θέλουμε να προφυλαχτούμε απ’ αυτά, να αμυνθούμε. Και η καλύτερη άμυνα, είναι η επίθεση!

 

Ο Χρήστος και η Μαρίνα είναι μαζί 3 χρόνια. Η σχέση τους περνάει πολλές δυσκολίες και δεν είναι λίγες οι φορές που έχει φτάσει στα πρόθυρα του χωρισμού. Ένας βασικός λόγος είναι η συνεχής, αμείλικτη κριτική της Μαρίνας. «Ακόμα και τον πρώτο καιρό που ήμαστε πολύ ερωτευμένοι, εγώ τουλάχιστον ήμουν, με την παραμικρή ευκαιρία μου έκανε κριτική. Για τις συνήθειες μου, για το φαγητό μου, για το κάπνισμα αλλά και για το ότι είμαι πολύ αυθόρμητος, κατά τη γνώμη της άξεστος, για το ότι βοηθάω και συντρέχω πολύ τους φίλους μου, εκείνη λέει ότι με βρίσκουν κορόιδο, για το ότι έχω κάποιες συνήθειες που μ’ αρέσουν, όπως το μεσημεριανό ύπνο. Γι’ αυτό με λέει άκαμπτο και κολλημένο. Φυσικά γίνονται ομηρικοί καβγάδες. Είναι πολύ κουραστική και ψυχοφθόρα αυτή η κριτική. Πραγματικά μερικές φορές τη ρωτάω γιατί είναι μαζί μου αφού μου βρίσκει τόσα στραβά…»

 

Αν και λίγο ακραίο, το παράδειγμα του Χρήστου και της Μαρίνας είναι χαρακτηριστικό για το είδος της κριτικής που ασκούν συχνά ο ένας στον άλλο δυο άνθρωποι που είναι ζευγάρι. Γενικευμένες, παγιωμένες απόψεις που εκφέρονται μάλιστα συχνά με έντονη δυσαρέσκεια, απαξίωση, θυμό, απέχθεια και προκαλούν, όπως είναι φυσικό, άρνηση και αντεπίθεση.

Γιατί όμως αυτή η «μανία» της κριτικής, τη στιγμή μάλιστα που βλέπουμε ότι μ’ αυτό τον τρόπο δεν έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα; Τι είναι αυτό που προσπαθούμε να «ξορκίσουμε» καταδικάζοντας ό,τι βλέπουμε στον άλλο και δεν είναι «του γούστου» μας; Το βέβαιο είναι ότι αυτά που εξάπτουν την επικριτική μας διάθεση είναι πάντα πράγματα που με κάποιο τρόπο αγγίζουν κάτι δικό μας. Παρατηρώντας τον εαυτό μας να κριτικάρει τους άλλους, αν δεν θέλουμε να κρυφτούμε πίσω απ’ το δάχτυλο μας, θα διαπιστώσουμε ότι πράγματα που μπορεί να είναι πολύ πιο ενοχλητικά, τα ανεχόμαστε με μεγάλη ευκολία, ενώ κάποια άλλα, έστω και σχετικά ασήμαντα μας κάνουν έξαλλους.

Όλοι μας έχουμε, αυτό που ο μεγάλος Ελβετός ψυχαναλυτής Carl Jung ονόμασε «πλευρά της σκιάς»: αυτά τα «σκοτεινά» κομμάτια του εαυτού μας που –άλλοτε συνειδητά και άλλοτε όχι- για λόγους ανατροφής, ηθικής, αισθητικής έχουμε απωθήσει και αρνηθεί και δεν αφήνουμε να βγουν στην επιφάνεια. Όμως την πλευρά αυτή τη συναντούμε συνεχώς, άλλοτε σε μορφή ακατέργαστη και συμβολική όπως συμβαίνει στα όνειρα μας, άλλοτε στον ίδιο μας τον εαυτό σε στιγμές που «χάνουμε τον έλεγχο» και άλλοτε ζωντανά μπροστά μας σε έναν άλλο άνθρωπο. Όσο πιο κοντά μας είναι ο άνθρωπος αυτός, τόσο πιο μεγάλη δυσφορία μας προκαλούν τα στοιχεία αυτά που αρνούμαστε.

Κι ακόμη, όσο λιγότερο έχουμε αποδεχτεί και συμφιλιωθεί με την «σκοτεινή πλευρά» μας, όσο λιγότερο καλά αισθανόμαστε με αυτό που είμαστε, έστω και με λάθη, αδυναμίες και ατέλειες, τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη μας να κριτικάρουμε τον άλλο. Για δύο λόγους: για να ξορκίσουμε αυτά που μας ενοχλούν και για να νιώσουμε ότι εμείς είμαστε καλύτεροι, να επιβεβαιώσουμε ότι βρισκόμαστε από την «σωστή πλευρά».

Γίνεται όμως να σταματήσουμε την κριτική; Όχι, γιατί η είναι στοιχείο της κοινωνικής μας ταυτότητας, συνήθεια, βίωμα. Ούτε θα ωφελούσε να γίνουμε ουδέτεροι, να μην αξιολογούμε και να μην κρίνουμε τίποτα. Κι ακόμη γιατί η κριτική, όταν γίνεται με ειλικρίνεια, ενδιαφέρον και φροντίδα για τον άλλο είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για να κάνουμε καλύτερες τις σχέσεις μας, ιδιαίτερα αυτές με τους πολύ δικούς μας ανθρώπους.

Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει η κριτική μας να γίνει ακουστή και δεκτή από τον άλλο. Απαραίτητες προϋποθέσεις γι΄ αυτό είναι:

-να εκφράζουμε την κριτική όχι σαν ετυμηγορία προς τον άλλο ή σαν ξέσπασμα θυμού και παραπόνων αλλά σαν θέμα προς συζήτηση στο οποίο δεν είμαστε κριτές αφ’ υψηλού αλλά προβληματισμένοι για κάτι που μας ενοχλεί και αφορά και τους δύο εξίσου. Οι προσωπικές σχέσεις δεν είναι δικαστήριο όπου ο ένας κρίνεται και ο άλλος καταδικάζει αλλά συμμαχία με στόχο το καλό της σχέσης.

-Στην κριτική οι καθένας ανταποκρίνεται καλύτερα όταν αισθάνεται ότι έχει την ελευθερία να δράσει, να αλλάξει κάτι με δική του πρωτοβουλία και με τον δικό του τρόπο και όχι γιατί κάποιος το απαιτεί και τον υποχρεώνει. Οι αλλαγές αυτές συνήθως θέλουν χρόνο.

-Και το βασικότερο, η κριτική βρίσκει καλό έδαφος όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι τους αγαπούν, τους σέβονται και τους αποδέχονται, διαφορετικά εκλαμβάνεται ως απειλή και απορρίπτεται κατευθείαν. 

Σαν μην έφτανε η έμφυτη αλλά και η από την διαπαιδαγώγηση μας επίκτητη τάση για κριτική, καταιγιζόμαστε τελευταία και από δεκάδες εκπομπές στην τηλεόραση ή στο ιντερνετ, στις οποίες καλούμαστε να κρίνουμε. Εκπομπές με καλεσμένους για φαγητό που ο ένας κρίνει τον άλλο, εκπομπές «ταλέντων» που περιμένουν να κριθούν από μας, ακόμη και εκπομπές με ζευγάρια, στις οποίες ο ένας καλείται να κρίνει τον άλλο μπροστά στους χιλιάδες τηλεθεατές. Σε μια εποχή που όλοι εμφανίζονται ως υπέρμαχοι του αλληλοσεβασμού, της ανεκτικότητας και ενάντιοι των προκαταλήψεων, η ανώνυμη και χωρίς λόγο και πραγματικό αντικείμενο κριτική έχει γίνει καθημερινή συνήθεια. Ο λόγος της επιτυχίας των εκπομπών αυτών; Μάλλον η ανάγκη να αισθανθούμε, βολεμένοι στον καναπέ μας ότι εμείς, βρισκόμαστε στην «σωστή πλευρά» και είμαστε στο απυρόβλητο. Πρώτη δημοσίευση άρθρου vita.gr 

 

 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ