Υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια: Τι λένε οι παιδοψυχίατροι

17 Δεκεμβρίου 2015

Δυο επιστημνονικές απόψεις, η μία υπέρ και η άλλη κατά που διαβάσαμε στο περιοδικό ψυχιατρικής ΑΤΗ. Ευχαριστούμε τους συνεργάτες μας Αναπλ.Καθηγητή Ψυχιατροδικαστικής Αθανάσιο Δουζένη, (Β’ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ- ΠΓΝ Αττικόν, Διευθυντής της Ελληνικής Ψυχιατροδικαστικής Εταιρείας -ΕΨΔΕ) και τον Γ. Τζεφεράκο, ψυχίατρο-επιστημονικό συνεργάτη της Β’ Ψυχιατρικής Κλινικής ΕΚΠΑ-ΠΓΝ Αττικόν (Πρόεδρο Κλάδου Ψυχιατροδικαστικήςτης ΕΨΔΕ) για την ευγενική παραχώρηση του υλίκού. http://psychiatrodikastiki.gr

YΠΕΡ

Γράφει η Δρ Ιωάννα Γιαννοπούλου, Παιδοψυχίατρος, Διευθύντρια ΕΣΥ

Tο ζήτημα της υιοθεσίας ανηλίκων από ομόφυλα ζευγάρια έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη και έχει γίνει αντικείμενο αντιπαράθεσης στην επιστημονική κοινότητα. Στην κοινή γνώμη τα επιχειρήματα διαμορφώνονται ανάλογα με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές επιρροές ή με τους όρους των θεμελιωδών δικαιωμάτων που απαγορεύουν τη διακριτική μεταχείριση ατόμων για λόγους σεξουαλικού προσανατολισμού (κάτι που απαγορεύεται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ωστόσο, οι συζητήσεις σχετικά με την ανατροφή του παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια αναδεικνύουν ερωτήματα τα οποία μπορούν να απαντηθούν με εμπειρική έρευνα.

Για παράδειγμα, ερωτήματα όπως: (α) Ποια είναι η κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή ενός παιδιού που μεγαλώνει με ομοφυλόφιλους γονείς; (β) Ποια θα είναι η ανάπτυξη της ταυτότητας του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού του;(γ)Τα παιδιά αυτά θα έχουν τυπική ανάπτυξη ή θα παρουσιάζουν χαρακτηριστικές δυσκολίες ή ακόμη και διακριτές δυνατότητες;

Η ψυχολογική έρευνα μπορεί να δώσει κάποιες απαντήσεις, εντούτοις δεν μπορεί να λύσει τις διαφορές που προσδιορίζονται από τις βασικές ηθικές ή άλλες αρχές.  Όταν μιλάμε για ομόφυλες οικογένειες είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε την πολυμορφία της οικογενειακής δομής στη σύγχρονη κοινωνία. Βασική διάκριση πρέπει να γίνει μεταξύ οικογενειών, στις οποίες τα παιδιά αφενός μεν γεννήθηκαν ή υιοθετήθηκαν από ετερόφυλα ζευγάρια που χώρισαν όταν ο ένας ή και οι δύο γονείς δήλωσαν την ομοφυλόφιλη ταυτότητά τους και αφετέρου δε, υιοθετήθηκαν ή γεννήθηκαν, αφού οι γονείς τους είχαν αποκαλύψει και επιβεβαιώσει τη σεξουαλική τους ταυτότητα προσανατολισμό.

Στις πρώτες οικογένειες το παιδί βιώνει το στρες του διαζυγίου, ενώ στο δεύτερο τύπο οικογένειας δεν βιώνει απαραιτήτως προβλήματα. Ακόμη κι εάν τα παιδιά και στις δύο περιπτώσεις έχουν ομοφυλόφιλους γονείς, τα βιώματά τους και οι ανάγκες τους είναι αντιστοίχως διαφορετικές στους δύο τύπους οικογενειών. Υπάρχουν κι άλλοι τύποι οικογένειας. Για παράδειγμα, ο ομοφυλόφιλος άνδρας που χρησιμοποιεί παρένθετη μητέρα ή η ομοφυλόφιλη γυναίκα που τεκνοποιεί με την υποβοηθούμενη ιατρική μέθοδο της τεχνητής γονιμοποίησης ή αναπαραγωγής.

Σε υποθέσεις ανάθεσης επιμέλειας τίθεται συχνά το ερώτημα ποιος γονέας είναι κατάλληλος ή «καταλληλότερος» του άλλου για να αναλάβει την επιμέλεια του παιδιού. Οι εξής παράμετροι εξετάζονται: (1) δυνατότητα και ικανότητα του γονέα να καλύψει τις βασικές ανάγκες του παιδιού (φαγητό, ένδυση, στέγη), (2) η ικανότητα του γονέα να προστατεύει το παιδί από σημαντική βλάβη ή κίνδυνο, (3) η ικανότητα του γονέα να αναγνωρίζει και να ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, (4) η ικανότητά του να παρέχει ερεθίσματα και εκπαίδευση, (5) η ικανότητα του γονέα να θέτει κανόνες και όρια στη συμπεριφορά του παιδιού, (6) να παρέχει σταθερό περιβάλλον  που θα διακρίνεται από συνέπεια, (7) η ικανότητα του γονέα να στηρίζει το παιδί στην αυτονόμηση-ανεξαρτησία, και τέλος (8) η ψυχική υγεία του γονέα. Οι υποψήφιοι γονείς για υιοθεσία ή αναδοχή μπορεί να πληρούν όλα τα παραπάνω κριτήρια. Τίθεται, λοιπόν το ερώτημα εάν ο σεξουαλικός προσανατολισμός των υποψήφιων γονέων μπορεί να είναι από μόνος του κριτήριο για την έγκριση μιας υιοθεσίας. Με άλλα λόγια, εάν η γονική ταυτότητα φύλου ή ο σεξουαλικός του προσανατολισμός θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας στις αποφάσεις σχετικές με τη κηδεμονία, με τη ρύθμιση επικοινωνίας παιδιού-γονέα ή με την υιοθεσία/ αναδοχή.

Οι έρευνες της τελευταίας εικοσαετίας έχουν τεκμηριώσει ότι τα παιδιά που υιοθετούνται από ομόφυλα ζευγάρια ή μεγαλώνουν με έναν ομοφυλόφιλο γονέα δεν διαφέρουν από τα παιδιά των ετερόφυλων ως προς τη συχνότητα εμφάνισης επιθετικής συμπεριφοράς, κατάθλιψης και/ ή άγχους, τη σχολική τους επίδοση, τις εκδηλώσεις έμφυλης συμπεριφοράς, τη συχνότητα μαθησιακών δυσκολιών, τη συχνότητα εμφάνισης προβλημάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις, την αυτό-εκτίμηση, τη χρήση ουσιών, την παραβατικότητα και τη θυματοποίησή τους.

Επίσης, δεν βρέθηκε διαφορά μεταξύ ομόφυλων και ετερόφυλων ζευγαριών, όσον αφορά στην ανάπτυξη της ταυτότητας του φύλου, τη σεξουαλική συμπεριφορά ή το σεξουαλικό προ-σανατολισμό του παιδιού. Η λειτουργικότητα και η ψυχοκοινωνική προσαρμογή των εφήβων δεν βρέθηκε να συσχετίζεται με τον τύπο της οικογένειας, αλλά με την ποιότητα της σχέσης γονέα-εφήβου. Μάλιστα, υπάρχουν μελέτες που αναδεικνύουν τους ομοφυλόφιλους γονείς να έχουν καλλίτερες δεξιότητες ανατροφής των παιδιών από τους ετερόφυλους. Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι η ποιότητα της γονικής φροντίδας, η ψυχική υγεία του γονέα, η ποιότητα των ενδο-οικογενειακών σχέσεων, η συνεργατικότητα και απουσία συγκρούσεων στο γονικό ζεύγος και όχι η δομή της οικογένειας (το φύλο, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, ελεύθερη συμβίωση) συμβάλλουν στην ψυχική υγεία και ευημερία του παιδιού, καθώς και στην εξέλιξή του και έκβαση στην ενήλικο ζωή. Μάλιστα, τα παιδιά αυτά φαίνεται να ‘ξεφεύγουν’ από την παραδοσιακή ταυτότητα του κοινωνικού φύλου, δηλαδή τα αγόρια είναι λιγότερο επιθετικά και περισσότερο στοργικά, ενώ τα κορίτσια είναι πιθανότερο να εισχωρήσουν σε επαγγέλματα που αναγνωρίζονται ως ανδρικά.

Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των ερευνών, πολλές Επιστημονικές Επαγγελματικές Εταιρείες, όπως π.χ. η Αμερικάνική Ψυχολογική Εταιρεία, η Αμερικάνικη Ακαδημία Ψυχιάτρων Παιδιού και Εφήβου, το Βρετανικό Κολλέγιο Ψυχιάτρων στηρίζουν την υιοθεσία και αναδοχή παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Από τις χώρες που συνθέτουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία και η Ισλανδία επιτρέπουν την υιοθεσία ανηλίκου από ομόφυλα ζευγάρια.

AdTech AdΚΑΤΑ 

Γράφει η Δόμνα τσακλακίδου, ΠαιδοψυχίαΤρος Ψυχίατρος - Ψυχοθεραπεύτρια, Διευθύντρια ΕΣΥ Επιμ. Α'- ΕΣΥ

Ο θεσμός της υιοθεσίας συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευαίσθητων και σημαντικών ζητημάτων κάθε κοινωνίας, καθώς μέσω της υιοθεσίας δοκιμάζονται οι αξίες της, η ηθική της, οι κανόνες της και ο τρόπος που θέλει να φροντίσει τους μόνους και ανήλικους πολίτες της 

Η υιοθεσία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέ­πει πρωτίστως να γίνεται αντιληπτή ως η πάση θυσία ικανοποίηση της επιθυμίας ενός άτεκνου ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, αλλά κυρίως ως η ευτυχής σύμπτωση αυτής της επιθυμίας με την πραγματική ανάγκη ενός παιδιού να αποκτήσει ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον που θα του παρέχει αφενός μεν ατομική προστασία και ασφάλεια (υλική και ψυχολογική), αφετέρου δε περισσότερες, ευκολότερες και υψηλότε­ρης ποιότητας ευκαιρίες κοινωνικής ένταξης από ότι σε μια θεσμική δομή πρόνοιας με τα  συνεπακόλουθα προβλήματα κοινωνικοποίησης.

Σε σχέση με την υιοθεσία από ομόφυλα ζευ­γάρια, το πρώτο σκέλος (της παροχής ατομικής προστασίας και ασφάλειας στο παιδί) πιθανώς να μπορεί να καλύπτεται με τον ίδιο τρόπο όπως και με τα ετερόφυλα ζευγάρια.

Για το δεύτερο σκέλος όμως (της ποσοτικής και ποιοτικής αύξησης ευκαιριών κοινωνικής ένταξης) και δεδομένου ότι η «κοινωνική έντα­ξη» αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνι­κό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα επιδιωχθεί και οιονεί θα επιτευχθεί, πρέπει αναγκαστικά να ληφθεί υπ' όψιν η κυρίαρχη και επικρατούσα κοινωνική άποψη, το «κοινωνικό στερεότυπο». Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν και κατά πόσο ένα ομόφυλο ζευγάρι αυτό καθ' εαυτό αποτελεί μέσα στην συγκεκριμένη χωροχρονική συγκυρία, την Ελλάδα, ένα πλαίσιο αρκούντως αποδεκτό από την ευρύτερη κοι­νωνία ώστε να εξασφαλίσει στο παιδί αυξημένες ευκαιρίες κοινωνικής ένταξης στις οποίες αποσκοπεί η υιοθεσία και η αποκοπή του από την δομή πρόνοιας μέσα στην οποία είναι ενταγμένο. Η απάντηση φαίνεται να είναι με σαφήνεια αρνητική.

Η υιοθεσία παιδιών από ομοφυλόφιλους στην Ελλάδα σήμερα θα αντιτεθεί ευθέως στα ισχύοντα κοινωνικά δεδομένα της χώρας μας αυξάνοντας τις πιθανότητες να αποτελέσουν τα παιδιά αυτά τον στόχο χλευασμού και ειρωνείας, κοινωνικού στιγματισμού, ακόμα και ρατσιστικών επιθέσεων. Πως μπορούμε λοιπόν να εγγυηθούμε με (σχετική έστω) βεβαιότητα ότι τα παιδιά αυτά θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν συναισθηματικά σε μια τέτοιου είδους "διαφορετική" οικογένεια, γνωρίζοντας ήδη ότι τα παιδιά αυτά έχουν να αντιμετωπίσουν την αγωνία και το άγχος που επιφέρει έτσι ή αλλιώς μια υιοθεσία, πόσο μάλλον αν επιβαρυνθούν επιπλέον και με την κοινωνική προκατάληψη και τον στιγματισμό απέναντι στους θετούς γονείς τους.

Τα στοιχεία της δημοσκόπησης «Ευρωβαρόμετρο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2006) επιβεβαιώνουν την άκρως αρνητική στάση που επικρατεί, αφού καταλήγουν, ότι στην Ελλάδα το 90% των ερωτηθέντων εμφανίζεται αρνητικό στην υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Είναι φανερό ότι το ζήτημα εισάγεται σχετικά πρόωρα στην ελληνική κοινωνία, όταν μάλιστα δεν έχει ακόμα λυθεί το ζήτημα της αποδοχής και της νομιμοποίησης του γάμου των ομοφυλόφιλων προσώπων.

Βεβαίως, είναι γνωστό ότι σε ορισμένες χώρες του δυτικού κόσμου (Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, κ.ά.) είναι δυνατή, κάτω από προϋποθέσεις, η υιοθεσία παιδιών σε διαφορετικά είδη ζευγαριών, όπως είναι τα ομόφυλα ζευγάρια. Παρόλα αυτά όμως και στις χώρες αυτές (πχ. στην Σουηδία) η καταλληλότερη οικογένεια για την υιοθεσία ενός παιδιού, παραμένει η οικογένεια με το παραδοσιακό ζευγάρι άνδρα-γυναίκας που έχει συνάψει γάμο και διαβιεί μαζί.

Επιπλέον, θεωρώ ότι, πριν η πολιτεία σπεύσει να αναθεωρήσει το νομοθετικό πλαίσιο περί υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια , έχει πολλά περιθώρια να εξαντλήσει στη διευκόλυνση των ετερόφυλων ζευγαριών να υιοθετήσουν, καθότι οι ισχύουσες διαδικασίες καθιστούν την υιοθεσία στην Ελλάδα εξαιρετικά δύσκολη, χρονοβόρα και πολύ συχνά μάταιη και απαγορευτική, γεγονός το οποίο οδηγεί στην αύξηση των παράνομων υιοθεσιών και του εμπορίου βρεφών.

Τέλος, σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας για την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, παραμένει η αβεβαιότητα ως προς τυχόν ψυχο-αναπτυξιακά προβλήματα στο υιοθετημένο παιδί, αφού οι σχετικές μελέτες δεν έχουν ακόμη επαρκώς διευκρινίσει, πως τα ίδια τα παιδιά αντιλαμβάνονται την ύπαρξη δύο γονέων με το ίδιο φύλο και τι επιπτώσεις έχει η εγγενής αυτή ασάφεια των γονεϊκών ρόλων στην εξέλιξη της ζωής τους αργότερα . Η υπόθεση ότι η απουσία του "σημαντικού άλλου" γονεϊκού προτύπου θα επιφέρει σημαντικά προσκόμματα στην υγιή ανάπτυξη του παιδιού και στην ομαλή ψυχοκοινωνική του ένταξη δεν έχει ακόμη επαρκώβ και τεκμηριωμένα απορριφθεί. Είναι όμως ακριβώς αυτή η αρχή της προστασίας της ομαλής ψυχο-κοινωνικής και ψυχοσωματικής ανάπτυξης του παιδιού που πρέπει να αποτελεί το θεμέλιο που καθορίζει τις περί υιοθεσίας αποφάσεις μας, οι οποίες, αδιαμφισβήτητα, πρέπει να λαμβάνονται με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του παιδιού. •

Δημοσίευση 2011 - Βιβλιογραφία 

Patterson, C.J. (2006). Children of lesbian and gay parents. Current directions in psychological science, 15, 241-244. Stacey, j., & Biblartz, T.J. (2001). (How) Does sexual orientation of parents matter? American Sociological Review, 65, 159-183. Tasker, F.L., & Golombok, S. (1997). Growing up in a lesbian family: Effects on child development. New York: Guilford Press. Wainright, J.L., Russell, S.T., & Patterson, C.J. (2004). Psychosocial adjustment and school outcomes of adolescents with same-sex parents. Child Development, 75, 1886-1898.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Πέθανε ο Πέτρος Φυσσούν (βίντεο)
Τα νέα της ημέρας
16:26 Πέθανε ο Πέτρος Φυσσούν (βίντεο)