Ευεξία: Πώς να βοηθάς την ψυχή σου να ξεπερνά δυσκολίες

21 Δεκεμβρίου 2015

Όσο η ιατρική επιστήμη εξελίσσεται και διεισδύει σε όλο και πιο «μείχια» και απροσπέλαστα ως πρόσφατα σημεία του ανθρώπινου οργανισμού, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνεται ο άρρηκτος σύνδεσμος σώματος και ψυχής, σωματικής και ψυχικής υγείας. Με όλο και πιο ξεκάθαρο τρόπο φαίνεται πόσο η σωματική κατάσταση επηρεάζει την ψυχική (ένας άρρωστος άνθρωπος ή ένα άνθρωπος που πονάει αισθάνεται ως επί το πλείστον πιο δυστυχισμένος από έναν υγιή) και το αντίστροφο: πόσο η ψυχολογική επιβάρυνση μπορεί να κλονίσει την υγεία μας και να προκαλέσει άκρως ενοχλητικές ή και επικίνδυνες ψυχοσωματικές παθήσεις.

 Από την ψυχολόγο Λουίζα Βογιατζή mypsychologist.gr

Τις πρώτες εξηγήσεις για το πώς η κίνηση κάνει καλό στην ψυχή έδωσαν οι νευροβιολόγοι που άρχισαν να ασχολούνται με την χημεία του εγκεφάλου. Οι εξηγήσεις αυτές έχουν να κάνουν με τις ορμόνες και τους νευροδιαβιβαστές που εκκρίνονται όταν αθλούμαστε. Για την καλή διάθεση που προκαλείται μετά την άθληση θεωρήθηκαν καταρχήν υπεύθυνες σε μεγάλο βαθμό οι ενδορφίνες, αυτές οι ουσίες που ο ίδιος ο οργανισμός παράγει και που δημιουργούν μέσα μας –κι αυτό είναι αποδεδειγμένο- καταστάσεις μεγάλης ψυχικής ευφορίας. Αυτές ευθύνονται για τo λεγόμενο runner’ s high, την κατάσταση έκστασης στην οποία περιέρχονται πολλοί μαραθωνοδρόμοι αφού διανύσουν ένα κατά τ’ άλλα δύσκολο και εξαντλητικό αγώνα δρόμου.

 

Πιο πρόσφατες έρευνες όμως έδειξαν και κάτι άλλο. Ότι για να εκκριθούν οι ενδορφίνες πρέπει να έχει τρέξει κανείς αποστάσεις γύρω στα 30 χλμ. και πάνω, κάτι που βέβαια δεν ισχύει για τους περισσότερους ερασιτέχνες αθλητές. Οι ποσότητες των ενδορφινών που εκκρίνονται σ’ έναν άνθρωπο που ασκείται, τρέχει, περπατάει, χορεύει, κολυμπάει, εξασκεί κάποιου είδους σπορ «έτσι για το κέφι του» στον ελεύθερο χρόνο του, είναι ως επί το πλείστον τόσο μηδαμινές που δεν είναι καλά-καλά δυνατόν να ανιχνευθούν. Πώς εξηγείται τότε ότι και αυτοί αισθάνονται ευφορία όταν τελειώσουν την άσκηση;

Μήπως απλώς το φαντάζονται ή αυθυποβάλλονται ή θέλουν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους ότι νιώθουν τόσο ωραία για να δικαιολογήσουν την ταλαιπωρία και την κούραση της άθλησης;

 

Κι όμως, δεν είναι έτσι. Όπως έδειξαν συγκριτικές μελέτες ψυχολόγων, ανάμεσα σε μία ομάδα ανθρώπων που για ένα διάστημα μερικών μηνών ασκούντο 3 φορές την εβδομάδα για μία ώρα και μία αντίστοιχη ηλικιακά και κοινωνικά ομάδα που δεν ασκείτο, οι διαφορές στην ψυχική διάθεση ήταν αδιαμφισβήτητες. Οι πρώτοι δήλωναν ήδη μετά από μερικές εβδομάδες «λιγότερο νευρικοί», «πιο ήρεμοι και πιο ευδιάθετοι» και «συνολικά πιο επαρκείς και πιο δυνατοί σε δύσκολες και δυσάρεστες καταστάσεις της καθημερινότητας». Οι ειδικοί πιστεύουν ότι τα αποτελέσματα της σωματικής άσκησης στην ψυχική κατάσταση των ανθρώπων είναι θετικά και καθόλου ευκαταφρόνητα ακόμη και χωρίς τις ενδορφίνες. Και οι πιθανοί λόγοι γι΄ αυτή τη θετική επίδραση της κίνησης στην ψυχή υποθέτουν ότι μπορεί να έχουν να κάνουν με τα εξής.

 

-Η απόφαση κάποιου να ασκηθεί είναι ήδη ένα πρώτο βήμα που σημαίνει πολλά. Με την απόφαση αυτή αναλαμβάνει την ευθύνη για τον εαυτό του, παίρνει πρωτοβουλίες και δραστηριοποιείται για κάτι που του κάνει καλό. Αυτού του είδους η κινητοποίηση είναι που λείπει από πολλούς ανθρώπους και που τους κάνει να αισθάνονται τελματωμένοι και ανίκανοι ν’ αλλάξουν κάτι στη ζωή τους κι αποτελεί μεταξύ άλλων ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της ψυχοθεραπείας.

 

- Ενώ σε πολλούς άλλους τομείς της ζωής (επάγγελμα, σχέσεις, χρήματα) η αποτελεσματικότητα ή η επιτυχία των πράξεων μας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες στους οποίους δεν έχουμε άμεση επίδραση, στην άθληση εξαρτώνται μόνο από εμάς τους ίδιους και το σωστό ζύγισμα των προσδοκιών μας. Όταν κάποιος κάνει μία μετρημένη εκτίμηση των δυνατοτήτων του και δεν βάζει πολύ ψηλά τον πήχυ, τότε με την άσκηση βιώνει επιτυχίες, που είναι αναγκαίες για την ψυχική του ισορροπία. Οι επιτυχίες τονώνουν την αυτοεκτίμηση μας. Ίσως έτσι να εξηγείται μεγάλο μέρος της θετικής επίδρασης της άσκησης στην διάθεση μας: οι άνθρωποι που έχουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση αισθάνονται πιο ικανοποιημένοι γενικά, τολμούν περισσότερα και έτσι βέβαια πετυχαίνουν και περισσότερα.

 

-Πολλοί άνθρωποι πριν αρχίσουν να αθλούνται φοβούνται πως δεν θα καταφέρουν τίποτα επειδή «έχω χρόνια να ασκηθώ, έχω σκουριάσει», «ποτέ δεν ήμουν αθλητικός τύπος». Αρχίζοντας όμως από χαμηλά και αυξάνοντας σταδιακά την δυσκολία της άσκησης τους βλέπουν ότι τα καταφέρνουν και μπορούν σιγά-σιγά να ανεβάσουν το «επίπεδο» τους. Μ’ αυτό τον τρόπο ξεπερνούν τους αρχικούς τους φόβους. Οι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι η εμπειρία αυτή της υπέρβασης κάποιων λιγότερο ή περισσότερο σοβαρών αρχικών ενδοιασμών κι φόβων γενικεύεται και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που οι άνθρωποι που αθλούνται αισθάνονται πιο έτοιμοι και πιο επαρκείς να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις και προκλήσεις και σε άλλους τομείς της ζωής τους..

 

-Όταν κινούμαστε (περπατάμε με γρήγορο ρυθμό, τρέχουμε, κάνουμε γυμναστική, χορεύομε) και βρούμε «το ρυθμό μας» τότε ξεκινάει μέσα στο κεφάλι μας ένα είδος «διαλογισμού». Το μυαλό μας «αδειάζει» και η σκέψη μας περιστρέφεται μόνο

γύρω απ’ την άσκηση μας. Μπαίνει έτσι ένα «στοπ» στις δυσάρεστες και αγχωτικές σκέψεις, μια διαδικασία απαραίτητη όχι μόνο για να «καθαρίσει» εκείνη τη στιγμή το μυαλό αλλά και για να μαθαίνουμε να ελέγχουμε και να περιορίζουμε τις βασανιστικές και αυτοκαταστροφικές αλληλουχίες αρνητικών σκέψεων που πολύ συχνά μας καταδυναστεύουν.

 

-Όσο ασκούμαστε και γινόμαστε πιο έμπειροι ευαισθητοποιείται περισσότερο και η αντίληψη που έχουμε για το σώμα μας. Μαθαίνουμε να «ακούμε» την αναπνοή μας, το σφυγμό, τους μύες όχι μόνο όσο κάνουμε σπορ αλλά και στην καθημερινότητα μας. Έτσι αποκτάμε καλύτερη αίσθηση της σωματικής μας κατάστασης κάτι που μας κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τι χρειάζεται το σώμα μας και να αντιδρούμε γρηγορότερα και καλύτερα όταν κάτι «δεν πάει καλά» (π.χ. άνθρωποι που πάσχουν από πονοκεφάλους, όταν έχουν καλή αίσθηση του σώματος τους ξέρουν καλύτερα τι τους βοηθάει είτε για να προλάβουν είτε για να ξεπεράσουν τον πόνο και δεν χρειάζεται να καταφεύγουν τόσο συχνά σε φάρμακα).

 

-Όταν κάποιος αθλείται, καταφέρνει κάτι που είναι αποκλειστικά προσωπική του επιτυχία. Αυτό το πολύ απλό γεγονός έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ψυχή. Ξέρουμε από έρευνες ότι οι άνθρωποι που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν την τάση να εξηγούν τα όποια επιτεύγματα τους με εξωγενείς παράγοντες («ήταν ιδιαίτερα επιεικείς μαζί μου γιατί κατάλαβαν ότι είμαι αγχωμένος», « τα θέματα ήταν πολύ εύκολα», «ήταν σίγουρα σύμπτωση που πήγε καλά» κλπ.). Στη σωματική άσκηση όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε κάποιον ή κάτι άλλο όταν καταφέρνουμε π. χ. να τρέξουμε τα 2, 3 ή 5 χιλιόμετρα που βάλαμε σαν στόχο. Με τον τρόπο αυτό, ακόμη κι ένας καταθλιπτικός άνθρωπος (όταν καταφέρει να αρχίσει να ασκείται) είναι αναγκασμένος να παραδεχτεί την νίκη του, κάτι που φέρνει ρήγμα στον αρνητικό τρόπο σκέψης «ό,τι πάει καλά δεν προέρχεται από μένα, ότι πάει στραβά το έχω κάνει εγώ».

Καλά όλα αυτά αλλά ισχύουν για κάθε είδους σωματική άσκηση; Μπορεί η ψυχική μας διάθεση να επωφεληθεί εξίσου από το jogging, τα push-ups, το χορό, το τέννις, το κολύμπι, την αεροβική γυμναστική; Καταρχήν ισχύει φυσικά ότι μας κάνει καλό ό,τι μας ευχαριστεί. Είναι λίγο δύσκολο να νιώσουμε τη διάθεση μας να ανεβαίνει αν π.χ. βαριόμαστε θανάσιμα το τρέξιμο. Έτσι, ένα πρώτο κριτήριο επιλογής είναι απλά τι μας ελκύει περισσότερο, π.χ. ένα σπορ που πάντα θέλαμε να κάνουμε και διστάζαμε, ένα που κάναμε σαν παιδιά ή έφηβοι και μετά το εγκαταλείψαμε.

Από εκεί και πέρα οι ειδικοί (όπως είναι ψυχολόγοι σε ειδικές κλινικές του εξωτερικού που συνθέτουν ειδικά προγράμματα ψυχοθεραπείας σε συνδυασμό με σωματική άσκηση) συνιστούν κυρίως αυτά τα είδη άθλησης που στοχεύουν στην διάρκεια και την αντοχή περισσότερο παρά στις υψηλές επιδόσεις, αυτά που γίνονται στον καθαρό αέρα πιο πολύ απ’ αυτά σε κλειστό χώρο, και επισημαίνουν ότι το στοιχείο του νερού και της μουσικής αλλά και η ομαδικότητα καθιστούν κάποια αθλήματα (χορός, ρυθμική, κολύμπι, ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλευ, τέννις) ιδιαίτερα ευεργετικά για την ψυχή.

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένα είδη άσκησης που είναι κατάλληλα για συγκεκριμένες ψυχολογικές καταστάσεις. Γι’ αυτό, ο καθένας που αποφασίζει να βάλει την άσκηση στη ζωή του για να νιώσει καλύτερα σωματικά και ψυχικά θα πρέπει να αναζητήσει το είδος άσκησης που δημιουργεί αυτές ακριβώς τις ψυχολογικές συνθήκες που παρουσιάζουν έλλειψη στην καθημερινή ζωή του.

!! Πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να ασκούνται σωματικά σε περιόδους κρίσης, όταν αντιμετωπίζουν δύσκολες καταστάσεις, καθώς αναζητούν τρόπους να στηρίξουν και να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Με τη σωματική άσκηση, π. χ. το τρέξιμο, συμβαίνει το παράδοξο (και πολύ ευχάριστο) ότι επιδρά θετικά σε ανθρώπους με εκ διαμέτρου αντίθετα «προβλήματα». Έτσι, άνθρωποι που αισθάνονται με τη ζωή τους εγκλωβισμένοι, ακινητοποιημένοι, στάσιμοι, με το τρέξιμο αρχίζουν να ξανανιώθουν περισσότερο ζωντανοί και δραστήριοι. Από την άλλη μεριά, όσοι αισθάνονται ότι δεν μπορούν να ησυχάσουν, να καθίσουν ποτέ και τη ζωή τους σαν ένα ατέλειωτο κυνηγητό, με το τρέξιμο νιώθουν παραδόξως να ηρεμούν.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ