Διαζύγιο: "Δε θέλω να πάω στον μπαμπά"

24 Δεκεμβρίου 2015

Ας μπούμε για λίγο στη θέση των παιδιών και ας φανταστούμε πώς μπορεί να είναι, κάθε Σαββατοκύριακο -και όχι μόνο- να είσαι αναγκασμένος να ξεσπιτώνεσαι, να προσαρμόζεσαι για μία μέρα, δύο μέρες, μερικές ώρες, να αλλάζεις σπίτι, δωμάτιο, κρεβάτι, συνήθειες, ατμόσφαιρα, φαγητό, ρυθμούς και εντέλει… αγκαλιά.

Από την ψυχολόγο Λουίζα Βογιατζή mypsychologist.gr

Και αν πολλά παιδιά η αγάπη στον πατέρα τους (ο οποίος είναι στην πλειοψηφία των διαζευγμένων οικογενειών αυτός που φεύγει και άρα αυτός που γίνεται «ο γονιός του Σαββατοκύριακου και των διακοπών») και η ανάγκη τους να μην τον στερηθούν, τα κάνει να δέχονται σχεδόν αδιαμαρτύρητα αυτή τη δοκιμασία, υπάρχουν αρκετά που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν και «κλωτσάνε».

Σε πολλά σπίτια χωρισμένων παίζεται κάθε εβδομάδα ένα μικρό ή μεγάλο δράμα με κλάματα, φωνές, κατηγορίες, τιμωρίες, ενοχές, απόγνωση. Κάθε λογής συνταγές δοκιμάζονται, καλοπιάσματα, εκβιασμοί, υποσχέσεις, δώρα, ανταλλάγματα. Στην ήδη τεταμένη κατάσταση του χωρισμένου ζευγαριού και της οικογένειας που προσπαθεί πραγματικά να αναγεννηθεί με καινούργιο πρόσωπο από τις στάχτες της, το δράμα αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο δυνατό χτύπημα. Εκεί που αρχίζει να διαφαίνεται μία καινούργια ρουτίνα και μικρά σημάδια μιας νεοαποκτηθείσας ηρεμίας, έρχεται το Σαββατοκύριακο και η φράση «δεν θέλω να πάω στο μπαμπά» ξεσηκώνει πάλι θύελλα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι υποφέρουν απ’ αυτό. Η μητέρα, που μπορεί να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ανάγκη της να ξεκουραστεί από την αποκλειστική φροντίδα του παιδιού που έχει μέσα στην εβδομάδα και τις ενοχές της που θέλει να «ξεφορτωθεί» το παιδί της. Ο πατέρας που εισπράττει την άρνηση του παιδιού του και φοβάται ότι το χάνει. Και το παιδί που αντιστέκεται χωρίς –σχεδόν πάντα- να μπορεί να κάνει αλλιώς ενώ μέσα του μαίνονται δεκάδες αντικρουόμενα συναισθήματα. Και φυσικά, αν υπάρχουν αδέρφια, υποφέρουν κι αυτά γιατί συνήθως συμπάσχουν τόσο με τους γονείς όσο και με τον αδερφό ή την αδερφή τους και δεν ξέρουν τι στάση να κρατήσουν.

Ποιοι μπορεί να είναι οι λόγοι που κάνουν ένα παιδί που τα πήγαινε μια χαρά με τον πατέρα του να αρνείται να πάει να τον δει, να περάσει μαζί του μία ή δυο μέρες, ενώ τον στερείται και του λείπει;

Ανάμεσα στους δύο

Ένα από τα κεντρικά βιώματα του παιδιού όταν οι γονείς χωρίζουν είναι το συναίσθημα του διχασμού. Τα δυο πιο σημαντικά και πιο αγαπημένα πρόσωπα στη ζωή του παιδιού που όμως ως τη στιγμή του χωρισμού κατά ένα τρόπο αποτελούσαν μία ενότητα, ξαφνικά χωρίζονται, γίνονται δύο διαφορετικοί γονείς, δύο ξεχωριστοί άνθρωποι. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα παιδί προσχολικής ηλικίας που έδειχνε, πριν το διαζύγιο, να είναι περισσότερο προσκολλημένο στη μητέρα ενώ στον μπαμπά έκανε το «δύσκολο». Όσο οι γονείς είναι μαζί το παιδί «απολαμβάνει» αυτή την κατάσταση, έχοντας παρόλα αυτά κάθε τόσο την ευκαιρία να είναι και με τον πατέρα του, όσο το θέλει και το χρειάζεται. Όταν οι γονείς χωρίσουν αυτό δεν είναι πια δυνατό, το παιδί πρέπει να μοιράσει τον εαυτό του, αναγκάζεται να «δεχτεί» εξίσου και τους δύο γονείς, την «μετακίνηση» από τον ένα στον άλλο δεν μπορεί να την ορίσει πια το ίδιο ανάλογα με τη διάθεση του και την ώρα της ημέρας αλλά πρέπει να προσαρμοστεί σε κανόνες και προγράμματα που καθορίζουν οι άλλοι και για τα οποία ίσως δεν είναι ακόμη έτοιμο. Αυτό μπορεί να το κάνει να αντιδρά έντονα στο να πάει στον μπαμπά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν τον αγαπάει πια.

Συμβαίνει όμως, και παιδιά που τα πήγαιναν πριν τον χωρισμό μια χαρά με τον πατέρα τους να μην θέλουν μετά να περάσουν την «προγραμματισμένη» μέρα μαζί του. Κι αυτά τα παιδιά βρίσκονται σε δίλημμα αφοσίωσης, αισθάνονται ότι πρέπει να αποφασίσουν σε ποιον απ’ τους δύο γονείς είναι πιο αφοσιωμένα, με ποιου την «μεριά» είναι και δυσκολεύονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στους δυο. Το δίλημμα αυτό, ο διχασμός είναι τόσο πιο επώδυνος όσο πιο τεταμένη είναι η κατάσταση μεταξύ των γονιών.

 

Ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά

Ο κίνδυνος το παιδί να βρεθεί σε πολύ επώδυνη κατάσταση διχασμού και εσωτερικής σύγκρουσης είναι μεγάλος όταν ο ένας γονιός δυσφημεί στο παιδί τον άλλο. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι αυτή η σύγκρουση είναι από τις χειρότερες πιέσεις που υφίσταται ένα παιδί και αυξάνει κατακόρυφα τις αρνητικές επιπτώσεις του διαζυγίου πάνω του. Όταν ο ένα γονιός (καμιά φορά είναι και οι δύο) αισθάνεται αδικημένος, εξαπατημένος, ριγμένος, θύμα της κατάστασης και προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση του κάνοντας το παιδί αποκλειστικό του σύμμαχο ή να εκδικηθεί τον πρώην σύζυγο του στερώντας του την αγάπη του παιδιού, βάζει το παιδί του σε ένα τρομερό δίλημμα που αυτό δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει.

Ακόμα λοιπόν και αν δείχνει να έχει «αποφασίσει» ότι δεν θέλει τον ένα γονιό –συνήθως τον πατέρα- επειδή τον θεωρεί υπεύθυνο για το διαζύγιο, μέσα του είναι σε σύγκρουση και δεν ξέρει τι είναι σωστό και τι λάθος. Αγαπάει και τους δύο γονείς του (αυτό ισχύει σχεδόν πάντα ακόμη και σε περιπτώσεις που οι σχέσεις με τον πατέρα ήταν πολύ κακές) και αναρωτιέται ποιος έχει δίκιο και ποιος όχι, αν επιτρέπεται να αγαπάει πια αυτό τον γονιό, αν αυτός είναι «κακός» άνθρωπος. Βασανίζεται από ενοχές απέναντι στον γονιό που αρνείται επειδή τον αρνείται και απέναντι στον γονιό με του οποίου το μέρος τάσσεται όταν νιώθει ότι επιθυμεί τον άλλο κι ότι του λείπει.

 

Ο θυμός

Όλα τα παιδιά, μικρά ή μεγάλα αισθάνονται θυμό για τους γονείς τους που χώρισαν που τον εκφράζουν με αρνητική συμπεριφορά απέναντι τους. Ιδιαίτερα όμως στα μεγαλύτερα παιδιά, όταν το διαζύγιο τα βρίσκει σε προεφηβική ή εφηβική ηλικία, η άρνηση να πάνε στον μπαμπά μπορεί εκτός των άλλων να είναι η έκφραση του θυμού τους για αυτή την οδυνηρή κατάσταση στην οποία βρέθηκαν χωρίςνα το θέλουν και χωρίς φυσικά να φταίνε σε τίποτα. Συχνά τα παιδιά αυτά είναι θυμωμένα και με τους δύο γονείς αλλά είναι αναγκασμένα να ζουν με τη μητέρα τους ενώ μπορούν να αρνηθούν να πάνε στον πατέρα τους. Άλλωστε σ’ αυτή την ηλικία που τα παιδιά διαμορφώνουν την δική τους ηθική εμφανίζονται ιδιαίτερα αυστηρά και αδιάλλακτα μπροστά σε συμπεριφορές των ενηλίκων που δεν εγκρίνουν, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν απ’ αυτές τις συμπεριφορές θίγονται και υποφέρουν και τα ίδια.

 

Τι πρέπει να προσέξουν οι γονείς και πώς να αντιμετωπίσουν την άρνηση του παιδιού που «δε θέλει να πάει στο μπαμπά»;

 

Όπως συνάγεται από τα παραπάνω, όσο πιο ήπια είναι η σχέση μεταξύ των γονιών, τόσο πιο εύκολο είναι για το παιδί να ξεπεράσει την τραυματική εμπειρία του διαζυγίου και να δεχτεί και τους δυο γονείς του στην καινούργια κατάσταση της ζωής τους. Έτσι λοιπόν ακόμη κι αν το διαζύγιο ήταν πολύ επώδυνο για τον ένα γονιό και υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί να ξεπεράσει ώστε να έχει μια ήπια σχέση με τον πρώην του, πρέπει να φροντίσει να μην επηρεάσει με τα δικά του συναισθήματα το παιδί και να μην του προκαλέσει διλήμματα. Αυτό ισχύει τόσο για τον γονιό που ζει με το παιδί όσο και για τον «γονιό του σαββατοκύριακου».

 

Η προσαρμογή στην καινούργια κατάσταση δεν μπορεί να γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Τα παιδιά δυσκολεύονται και πρέπει να έχουν την ευκαιρία να προσαρμοστούν σιγά-σιγά. Στην φάση αυτή είναι αναγκαία η συζήτηση, η προσπάθεια κατανόησης και η αναγνώριση των συναισθημάτων του παιδιού. Πολλές φορές αποδεικνύεται ότι αυτό που έχουν ανάγκη τα παιδιά είναι, οι γονείς τους να δείξουν ότι τους αναγνωρίζουν το δικαίωμα να είναι λυπημένα, θυμωμένα, φοβισμένα αντί να προσπαθούν να τα πείσουν ότι «όλα έγιναν για το καλό σου».

Επίσης καλό είναι οι γονείς να είναι στην αρχή ελαστικοί σχετικά με το πότε, πόσο και πού θα είναι με τον μπαμπά, τόσο περισσότερο μάλιστα όσο πιο μικρό είναι το παιδί. Μπορεί στην αρχή να μην κοιμάται στον μπαμπά αν δεν θέλει, αφού η νύχτα, ιδιαίτερα για μικρά παιδιά είναι πιο δύσκολη μακριά απ’ το σπίτι και το δωμάτιο τους.

Ο μπαμπάς θα πρέπει να φροντίσει το παιδί να νιώσει καλά στο σπίτι του, να έχει δηλαδή ένα χώρο (έστω κι αν δεν είναι ένα χωριστό δωμάτιο) που είναι δικός του, που έχει τα δικά του πράγματα και που τον ξαναβρίσκει κάθε φορά.

Επίσης, στην αρχή τουλάχιστον, είναι καλό η μέρα αυτή να είναι αφιερωμένη στο παιδί του, να μην χρειάζεται δηλαδή να τον μοιραστεί με την καινούργια του σύντροφο, τη δουλειά του, ίσως όχι και με τους παππούδες εκτός αν είχε και έχει πολύ στενή σχέση μαζί τους.

 

Παράλληλα όμως με την ελαστικότητα αυτή, οι γονείς πρέπει να δείχνουν ότι κάποια πράγματα δεν είναι διατεθειμένοι να τα διαπραγματευθούν, όπως για παράδειγμα το ότι ο πατέρας θέλει να έχει το παιδί του κοντά του έστω για αυτό το περιορισμένο χρονικό διάστημα. Όσο αρνητικό και να είναι ένα παιδί, μέσα του περιμένει αυτή την επιμονή του πατέρα του και την επιβεβαίωση του πόσο σημαντικό είναι γι’ αυτόν.

Αλλά και η μητέρα δεν χρειάζεται να έχει αναστολές να εξηγήσει στο παιδί ότι χρειάζεται και θέλει να μείνει μόνη της επειδή κουράζεται πολύ μέσα στην εβδομάδα, αν νιώθει έτσι φυσικά.

Η φάση αυτή της άρνησης του παιδιού είναι δύσκολη και ψυχοφθόρα για όλους, όμως αν την αντιμετωπίσει κανείς με ευαισθησία συνήθως ξεπερνιέται χωρίς να αφήσει κατάλοιπα. 

Αυτό για το οποίο πρέπει οι γονείς να καταβάλλουν την μεγαλύτερη προσπάθεια είναι να κρατήσουν το παιδί τους έξω από την δική τους σύγκρουση και να σεβαστούν την αδιαμφισβήτητη ανάγκη του –και το δικαίωμα φυσικά- να αγαπάει και να είναι εξίσου αφοσιωμένο και στους δύο γονείς του. Αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Κάθε συμπεριφορά που παραβιάζει το δικαίωμα αυτό ισοδυναμεί με συναισθηματική εκμετάλλευση και κακοποίηση του παιδιού με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες όπως ψυχικές διαταραχές, ευαίσθητη υγεία, αρνητική κοινωνική συμπεριφορά, που πολλές φορές εκδηλώνονται στην ενήλικη ζωή του .

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ