Όταν ορμόνες και σωματικά νοσήματα προκαλούν κατάθλιψη

28 Δεκεμβρίου 2015

Από τη δεκαετία του '50, ήδη, έχουν προκύψει από ερευνητικά δεδομένα ισχυρές ενδείξεις, που κατοχυρώνουν το ρόλο ουσιών, των νευροδιαβιβαστών, στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης.

Λίγα λόγια για τον εγκέφαλο και τον ρόλο των νευροδιαβιβαστών:

Γενικά:

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το πιο πολύπλοκο, πολυσύνθετο "κέντρο επικοινωνιακών συνδέσεων" στον κόσμο. Δέκα εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα μεταδίδουν δισεκατομμύρια μηνύματα κάθε δευτερόλεπτο. Κι αυτό συμβαίνει συνεχώς και χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.

Αυτά τα δισεκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα (νευρώνες) δεν έχουν άμεση επαφή το ένα με το άλλο. Γι' αυτό επικοινωνούν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τους νευροδιαβιβαστές.

Λειτουργία:

Οι νευροδιαβιβαστές είναι χημικές ουσίες, οι οποίες απελευθερώνονται από ένα κύτταρο στο χώρο μεταξύ αυτού και του αμέσως επόμενου κυττάρου. Αυτό το δεύτερο κύτταρο έχει υποδοχείς (θέσεις) που μπορούν να προσλάβουν αυτές τις χημικές ουσίες (νευροδιαβιβαστές) και να ανταποκριθούν.

Ο κάθε νευροδιαβιβαστής έχει έναν συγκεκριμένο υποδοχέα. Μοιάζουν με το κλειδί και τη κλειδαριά. Ο νευροδιαβιβαστής (κλειδί) θα ταιριάξει μόνο στο δικό του υποδοχέα (κλειδαριά). Κι αυτό το συγκεκριμένο ταίριασμα προκαλεί πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα. Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί νευροδιαβιβαστές και αντίστοιχοι υποδοχείς, και η αλληλεπίδραση αυτών διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των εγκεφαλικών κυττάρων.

Όταν η ισορροπία των νευροδιαβιβαστών και υποδοχέων είναι φυσιολογική, οι λειτουργίες του εγκεφάλου είναι φυσιολογικές. Τείνουμε να αισθανόμαστε καλά. Έχουμε ελπίδα, σκοπό και γνώση του πού οδεύουμε, τείνουμε να έχουμε μια αίσθηση ευεξίας, αυτοπεποίθησης και ασφάλειας. Όταν η ισορροπία χαθεί, ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί φυσιολογικά και θεωρούμε ότι με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται η κατάθλιψη.

 

Τρεις είναι οι νευροδιαβιβαστές που μελετώνται περισσότερο σε σχέση με την κατάθλιψη: η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και η ντοπαμίνη: έχει διαπιστωθεί ότι στην κατάθλιψη τα νευροδιαβιβαστικά αυτά συστήματα υπολειτουργούν. Ο μηχανισμός δράσης, άλλωστε, των περισσότερων αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, τα οποία δρουν ενισχύοντας την νευροδιαβίβαση που επιτελείται μέσω της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, έρχεται να συμφωνήσει με την υπόθεση αυτή. Τα επίπεδα της νοραδρεναλίνης και της σεροτονίνης, καθώς και η μεταξύ τους ισορροπία, παίζουν ρόλο στον τρόπο που αντιδράμε στα καθημερινά γεγονότα, όπως το να αισθανόμαστε χαρούμενοι όταν βλέπουμε ένα αγαπημένο πρόσωπο ή να κλαίμε όταν βλέπουμε μια συγκινητική ταινία. Φυσιολογικά, ο εγκέφαλος μας προσαρμόζεται έτσι ώστε το συναίσθημα μας να ταιριάζει με την περίσταση. Όταν όμως έχουμε κατάθλιψη, τα επίπεδα αυτών των νευροδιαβιβαστών μπορεί να είναι εκτός συγχρονισμού: μπορεί δηλαδή να "κολλήσουν" στην δυστυχισμένη διάθεση και να μείνουν εκεί. Έτσι, αισθανόμαστε λυπημένοι όλη μέρα, ακόμα κι όταν κάνουμε δραστηριότητες που συνηθίζαμε να απολαμβάνουμε στο παρελθόν.

ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (ΟΡΜΟΝΕΣ)

Η σχέση ορμονών και κατάθλιψης έχει επισημανθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η αύξηση ή μείωση συγκεκριμένων ορμονών μπορεί να επηρεάσει τη φυσική χημεία του εγκεφάλου και να οδηγήσει στην κατάθλιψη.

Οι ενδείξεις για συμμετοχή ορμονικών παραγόντων στην παθογένεση της κατάθλιψης προκύπτουν από διαπιστώσεις, όπως ότι πολλές ορμονικές διαταραχές συνοδεύονται από κατάθλιψη με συχνότητα μεγαλύτερη από την αναμενόμενη (π.χ. υποθυρεοειδισμός, νόσος Cushing, νόσος Addison).

Επίσης, ορμονικές μεταβολές που συμβαίνουν πριν την έμμηνο ρύση, μετά την εμμηνόπαυση και κατά την λοχεία, συχνά συνοδεύονται από κατάθλιψη. Όλες αυτές είναι περίοδοι κατά τις οποίες μειώνονται τα επίπεδα των οιστρογόνων. Τα οιστρογόνα είναι οι γεννητικές θηλυκές ορμόνες και επηρεάζουν σχεδόν τα πάντα, από την σεξουαλική επιθυμία μέχρι την μνήμη, μεταβάλλοντας την δραστηριότητα των νευροδιαβιβαστών. Τα τελευταία χρόνια έρευνες έχουν εστιάσει και στην αντίστοιχη αρσενική γεννητική ορμόνη (τεστοστερόνη) και την σχέση της με την κατάθλιψη, ειδικά στους άντρες μετά τα 40. Τα επίπεδα της τεστοστερόνης φτάνουν στο απόγειο τους στην ηλικία των 20 ετών και στη συνέχεια αρχίζουν να μειώνονται σταδιακά. Η μείωση γίνεται πιο έντονη μετά τα 50. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν κάποιες ενδείξεις για την σχέση επιπέδων τεστοστερόνης και κατάθλιψης σε ορισμένους άντρες.

Σε γενικές γραμμές, παρόλο που κάποια σύνδεση ανάμεσα στις γεννητικές ορμόνες και την κατάθλιψη θεωρείται σίγουρη, δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητή.

Τέλος, διερευνάται η σχέση της κατάθλιψης με τις "ορμόνες του στρες" (κορτιζόλη και άλλες). Ενδέχεται τα άτομα με κατάθλιψη να έχουν αυξημένη δραστηριότητα στο ορμονικό σύστημα που ρυθμίζει την αντίδραση του σώματος στο στρες. Η αύξηση της κορτιζόλης και των άλλων ορμονών του στρες (ειδικά κατά το χρόνιο στρες ή ένα επεισόδιο έντονου στρες) ίσως επηρεάζει τη φυσική χημεία του εγκεφάλου αυξάνοντας τον κίνδυνο κατάθλιψης. Βέβαια, τέτοιες συνδέσεις έχουν βρεθεί και με άλλες ψυχιατρικές παθήσεις και όχι μόνο με την κατάθλιψη.

ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Ένα σοβαρό σωματικό νόσημα είναι φυσικό να συμβάλλει στην κατάθλιψη, δρώντας ως μη ειδικός στρεσογόνος παράγοντας. Το σοκ της ανακάλυψης του πάσχοντος από σοβαρή ασθένεια μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της αυτοπεποίθησης ή στη βίαιη συνειδητοποίηση της θνητότητας. Υπάρχουν όμως ορισμένα νοσήματα που σχετίζονται πιο στενά με την κατάθλιψη, όπως η νόσος του Parkinson, η επιληψία, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, οι όγκοι που επηρεάζουν τη λειτουργία περιοχών του εγκεφάλου οι οποίες ρυθμίζουν το συναίσθημα. Ορισμένες από αυτές τις παθήσεις επηρεάζουν επίσης την εικόνα του σώματος του ασθενή και αυξάνουν την αίσθηση της ανημπόριας λόγω της πρόκλησης σωματικής αναπηρίας. Επίσης, λοιμώδη και αυτοάνοσα νοσήματα (πνευμονία, λοιμώδη μονοπυρήνωση, φυματίωση, ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, AIDS), αναιμίες καθώς και όγκοι του γαστρεντερικού (π.χ. καρκίνος της κεφαλής του παγκρέατος) εκδηλώνονται επίσης με καταθλιπτικά συμπτώματα. Δεν είναι σαφής ο τρόπος που ιογενείς παθήσεις συνδέονται με την κατάθλιψη. Μια υπόθεση υποστηρίζει ότι οι ιοί καταναλώνουν τα αποθέματα βιταμινών του σώματος, εξασθενίζοντας το.

Συνοπτικά, τα σωματικά νοσήματα είναι δυνατόν να προκαλέσουν συμπτώματα κατάθλιψης μέσω 2 μηχανισμών:

α) η καταθλιπτική διάθεση παρουσιάζεται σαν απάντηση στο στρες του να έχει κανείς μια γενική ιατρική κατάσταση

β) η καταθλιπτική διάθεση οφείλεται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της ιατρικής κατάστασης. Με άλλα λόγια, η ιατρική κατάσταση είναι η αιτία των συμπτωμάτων μέσα από κάποιο φυσιολογικό μηχανισμό 

Αγγελική Μενεδιάτου, Ψυχολόγος, Μ.Α. Κλινικής Ψυχολογίας, Ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του ΔΣ του ΜΑΖΙ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ