Είδα την παράσταση του Βασίλη Παπαβασιλείου, στο Θέατρο Τέχνης

30 Δεκεμβρίου 2015


"Σιχτιρ ευρώ, Μποντρούμ δραχμή, θα πεις και ένα τραγούδι". 

Ένας αριστοφανικός μονόλογος που καταδεικνύει τη κατάρρευση της χώρας, του πολιτικό-οικονομικού συστήματος και του ίδιου του Έλληνα που χρειάζεται να καταλάβει γιατί η ζωή του εκχυδαίστηκε. 




Με απολαυστικό χιούμορ και ευφυή καυστικότητα, ξεδιπλώνει τα τρωτά του χαρακτήρα μας, που απεικονίζονται γλαφυρά στη σύγχρονη πραγματικότητα. 


Υπάρχει διέξοδος;Υπάρχει διάσωση απο την μελαγχολία;
Σε σκηνοθεσία και κείμενα δικά του έστησε μια παράσταση που μέσα απο τόσο γέλιο καταφέρνει και σε βάζει να σκεφτείς τα πιο βαθιά και σύνθετα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Μόνο ένας διανοούμενος του θεάτρου οπως ο Παπαβασιλείου θα μπορούσε να μας το προσφέρει!



Μην το χάσετε!
Άννα Δρούζα

 

Β. Παπαβασιλείου: «Οσα ζούμε είναι θλίψη και πληρωμή»


Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην εφημερίδα Καθημερινή

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου πάντα λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Και πάντα επικαλείται την Ιστορία για να περιγράψει με τον καλύτερο τρόπο την πραγματικότητα. «Δεν είμαι κανένας φιλόσοφος, αλλά ένας σαλτιμπάγκος, ένας μπουφόνος που φλερτάρει κάποιες στιγμές με το φιλοσοφείν», λέει στην «Κ» για το σήμερα, την πολιτική και τους πολιτικούς, την Ελλάδα και το θέατρο. Αφορμή είναι το έργο του «Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι» που ανεβαίνει στις 5 Νοεμβρίου στο Θέατρο Τέχνης στη Φρυνίχου. Ενας μονόλογος χείμαρρος όπως ο ίδιος. Ηρωάς του ο Φωκίων Καπνίδης, ένας τρόφιμος του ΑΑΨΟΥ (Ασυλο Ανιάτως Ψεκασθέντων Ολικώς Υστερούντων) που ανακηρύσσεται «τρόφιμος της χρονιάς».

 

«Είστε ελεύθεροι να καταλάβετε ό,τι θέλετε», απαντά σαν τον ρωτάς να πει περισσότερα. «Οσοι έρθουν στην παράσταση μπορεί να βρεθούν κι αυτοί άνθρωποι του ιδρύματος. Θέλω να πω ότι κανένας δεν σώζεται από τον ψεκασμό. Είναι σαν τις παλιές ελληνικές ταινίες όπου ο ασθενής πήγαινε στον ψυχίατρο, τον οποίο συνήθως υποδυόταν ο Δημήτρης Νικολαΐδης, που ήταν πιο τρελός από τον τρόφιμο. Δεν υπάρχει κάποιος που να εξαιρείται από τον κύκλο αυτής της εμπειρίας». Με λίγα λόγια, είναι μια άσκηση παράβασης, μια παράβαση χωρίς Αριστοφάνη.

 

Αφήνουμε τον ίδιο να μιλήσει για το έργο και όσα ζούμε: «Είμαστε σε μια δεκαετία όπου από άποψη ιστορικής σημασίας μόνο με την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα μπορεί να συγκριθεί. Εκείνη ξεκίνησε με μια μικρή Ελλάδα, πολέμους και κατέληξε με τη γεωγραφική επέκταση και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τώρα ξεκινήσαμε από μια καταστροφή, που δεν γνωρίζουμε πού θα καταλήξει. Η περιδίνηση έχει επιταχυνθεί λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Ισως ο ιστορικός του μέλλοντος να αναγνωρίσει στον Τσίπρα ότι πήρε στην πλάτη του όλη την ξεφτίλα, ότι αναγνώρισε και αποδέχτηκε την κατάρρευση του συστήματος. Από κει και πέρα, ο Θεός ας βάλει το χέρι του. Κανείς δεν γνωρίζει πώς θα είναι το κάδρο της Ευρώπης μέσα στο οποίο θα έχει θέση η Ελλάδα που θα προκύψει».

 

Είμαστε σε μια δίνη. «Η δίνη έχει να κάνει με την ανυπαρξία κρατικής οντότητας. Η χώρα αυτή τη στιγμή είναι οικονομικώς και διοικητικώς ανυπόστατη. Επειτα από 200 χρόνια είναι μπροστά στο στοίχημα του Καποδίστρια. Εμείς είμαστε παιδιά της λεγόμενης μεταπολίτευσης, η οποία αποθέωσε την τεχνητή υπερπολιτικοποίηση των πάντων, με αποτέλεσμα σήμερα να μην μπορούμε να κάνουμε δυο λογαριασμούς σε κανένα υπουργείο, να βάλουμε πέντε νούμερα στη σειρά. Κι έρχονται να τα κάνουν οι άλλοι. Το προτεκτοράτο του 21ου αιώνα δεν μπορεί να είναι σαν του 19ου, αλλά περί αυτού πρόκειται. Μιλάμε για ένα είδος αναγκαστικού αλφαβητισμού με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι. Χρειάζεται όμως ένα διανοητικό κουράγιο, θάρρος για να κάνουμε προσπάθεια».

 

Ποιος έχει κουράγιο; «Γι’ αυτό πρέπει να δώσουμε τη μάχη στο μέτωπο της διάσωσης, της μιας και μόνο ζωής που έχει ο καθένας μας. Πρέπει να συναντηθούμε με τους ανθρώπους σε αυτήν τη βάση, να καταλάβουμε ότι το παιχνίδι είναι εδώ και συνεχίζεται. Ολοι γνωρίζουν ότι φτωχοποιήθηκαν οι άνθρωποι και βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις κλασικές διακρίσεις της πολιτικής οικονομίας: πλούσιοι και φτωχοί.

 

Υπάρχει, βέβαια, και η μοιρασιά με τους όρους που έλεγε ο Απόστολος Παύλος: οι μωροί και οι σοφοί. Είναι ένα μεγαλειώδες σχήμα, μια παρηγοριά για εμάς που δεν είμαστε πλούσιοι, δεν έχουμε πολύ μυαλό, για εμάς που μας ανήκει η μοναδική ζωή που μας δόθηκε. Πρέπει κανείς να σταθεί απέναντι στον κομφορμισμό της θλίψης. Οι άνθρωποι της σκηνής εξ ορισμού έχουμε να κάνουμε με αυτό. Λένε μερικοί: έρχονται να σε δουν γιατί κάνεις κάτι ποιοτικό. Δεν το κατάλαβα ποτέ αυτό. Ερχονται να μας δουν γιατί θέλουν να συναντηθούν με κάποιους. Οπως λέει ο Πασκάλ, ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάτσει ήσυχος μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του. Γι’ αυτό οδηγείται στην ανάγκη της διασκέδασης».

 

«“Είμαι Ελλην. Ως εκ τούτου, μου είναι αδύνατον να είμαι σοβαρός” λέει ο ήρωάς μου, ο Φωκίων Καπνίδης που είναι τρόφιμος του ΑΑΨΟΥ (Ασυλο Ανιάτως Ψεκασθέντων Ολικής Υστερήσεως) σαν μαθαίνει από τον ψυχίατρό του, Τάκη Μπιλιλή, ότι η Ελλάδα προέκυψε από το κωμικό ημισφαίριο της κεφαλής του Διός. Ομως η κωμική μήτρα παράγει τα πιο τραγικά αποτελέσματα. Υπάρχει η μοίρα που μας συνοδεύει σε αυτή τη χώρα, που είναι ανέκδοτο. Μια χώρα αστεία και πρωτότυπη, που οι άνθρωποι για να υπάρξουν ανακαλύπτουν ότι μόνο σαν φτερωτοί τυχοδιώκτες μπορούν να το καταφέρουν. Είμαστε υποχρεωμένοι να φτιάξουμε μια άλλη πραγματικότητα με τις ελάχιστες δυνάμεις που έχουμε, ειδικά αυτόν τον καιρό».

 

Ο νεκρός της Αμφίπολης. «Ρωτάνε κι άλλοι πού κολλάει στο έργο. Ο ψυχίατρος, στο πλαίσιο της μύησης του ασθενούς, τον πηγαίνει σε διάφορα αρχαία λημέρια της Αθήνας. Του λέει: Είσαι για μια βόλτα στου Θουκυδίδη κι εννοεί τον Αλιμο. Του λέει ότι πρέπει να διαλέξει τον νεκρό του για να μην μπλέξει σε αυτόν τον τόπο. Στην Ελλάδα, μόνο οι νεκροί δεν πεθαίνουν ποτέ. Κι έτσι ο Φωκίων διαλέγει τον νεκρό της Αμφίπολης. Το έργο είναι ένα μωσαϊκό όσων ζούμε, με διέξοδο το γέλιο. Μου λένε “ποιο είναι το μήνυμα” σαν ακούν τον τίτλο της παράστασης. “Κανένα”, τους απαντώ. Είναι η ανάγκη μας να υπάρχουμε με άλλους ανθρώπους».

 

Ο καημός των νέων; «“Πού είναι η πολιτεία να βοηθήσει το θέατρο;” τους ακούω να λένε συχνά. Σας λέω λοιπόν ότι η πολιτεία δεν είναι πουθενά. Δεν βοηθά να ανακαλούμε την εικόνα της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ. Προτείνω μια άλλη εικόνα. Υπάρχει ένας ορεσίβιος που πεινάει και πρέπει να κατέβει στην πόλη για να επινοήσει τον εαυτό του και να φάει ένα κομμάτι ψωμί. Αποκαθιστά έτσι τον ιερό δεσμό της πείνας με τη σκηνή. Το όνομα αυτού: αρλεκίνος. Είναι στοιχείο της ιστορίας. Κι εγώ θα ήθελα να επιδοτούμαι, αλλά ξέρω ότι αυτό δεν θα γίνει. Επομένως, ρωτώ τον κόσμο: Εχετε ανάγκη να συναντηθούμε; Δεν έχω άλλο τρόπο.

 

Εχει γίνει όμως και κάτι άσχημο αυτά τα χρόνια στο θέατρο. Αποδέχτηκαν ότι δουλεύουν χωρίς να πληρώνονται. Το 98% δουλεύουμε στη σφαίρα της αχρήματης οικονομίας. Υπάρχουν παιδιά που παίρνουν 80 ευρώ τον μήνα σε ένα θίασο πέντε ατόμων».

 

Ο Τσαρούχης. «“Η Ελλάς είναι έτοιμη να τιμωρήσει όποιον την πάρει στα σοβαρά” είπε και πιστεύω τα λόγια του. Κι εγώ, και άλλοι, προσπάθησα να πάρω την Ελλάδα στα σοβαρά, αλλά δεν της κρατώ καμιά κακία γιατί δεν μπορεί να είναι σοβαρή. Στα 66 μου χρόνια, καμιά φορά τα βάζω με τον εαυτό μου και λέω “μα υπήρξες πολύ ανεύθυνος”. Ανεύθυνος γιατί δεν θα μπορούσα να είμαι ελεύθερος, αν ήθελα να είμαι τόσο υπεύθυνος. Ξέρω δηλαδή ότι υπάρχει ένα τίμημα της ελευθερίας. Απ’ αυτή την άποψη ευγνωμονώ τη δουλειά έτσι όπως γίνεται. Μου λέει ο αδελφός μου “τι θα γίνει με τη σύνταξή σου;” Πες το διαστροφή, δεν με απασχόλησε ποτέ η σύνταξη. Το ερώτημα είναι πώς ζει κανείς; Εμένα το θέατρο μου πρόσφερε ένα δρόμο βίου, όχι ευημερίας, αλλά ένα δρόμο ζωής».

 

«Χάσε τον χρόνο σου στην Ελλάδα»...

 

Το μέλλον; «Ρωτάμε πώς θα είναι το θέατρο την ώρα που δεν υπάρχει η Ελλάδα. Τι θα πει ποιο είναι το μέλλον του θεάτρου; Εδώ κανείς δεν ξέρει ούτε το μέλλον της χώρας. Είναι επειδή μοιάζει με μια χώρα πλωτή, αυτό την έκανε να διαφθαρεί, διότι λειτουργούμε ως προνομιούχοι κληρονόμοι ενός εξαιρετικού οικοπέδου στη Μεσόγειο. Αυτό μας έκανε κληρονόμους ενός μεγαλείου. Το μεγαλείο μάς βάζει σε πειρασμό να το εκδικηθούμε. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι σαν εικονογράφηση αυτής της αρχής. Μια εκδίκηση πάνω σε ένα αρχαίο μέγεθος. Η γεωπολιτική ισχύς της χώρας, λέει ο κ. Κοτζιάς, είναι μεγαλύτερη από την οικονομική ισχύ.

 

Είναι ένας τρόπος να πεις: εμένα μου έτυχε αυτό το οικόπεδο. Αρα θα με ανέχεστε και θα με πληρώνετε. Θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα τουρισμό για... 14 μήνες τον χρόνο. Ισως της Ελλάδας το μέλλον να είναι μια βιομηχανία της χρονοτριβής, του χασομεριού. Με το σύνθημα “χάσε τον χρόνο σου στην Ελλάδα” θα μπορούσες να είσαι κι αλλιώς γκαρσόνι. Εχουμε όμως πρόβλημα με τη σκέψη. Το είχαμε και πριν από 70 χρόνια όταν ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου σε συζήτηση με τον Γιώργο Θεοτοκά, έλεγε ότι αυτό που λείπει από την Ελλάδα είναι η σκέψη. Εχουμε πρώτη ύλη ταλέντου σε πολλούς τομείς –γράμματα, τέχνες, επιστήμες–, αυτό που μας λείπει είναι η υπεύθυνη, πρωτότυπη, δημιουργική σκέψη. Κουβέντες του 1936. Οταν το 1974 ρώτησαν τον Ξενάκη κάτι σχετικό, απάντησε ότι μας λείπει η περιπέτεια της σκέψης. Η σκέψη βλέπετε είναι είδος ουσιώδες εν ανεπαρκεία. Οσα ζούμε είναι θλίψη και πληρωμή. Ενα γραμμάτιο βαρύ που πληρώνουμε».

 

«Ο Τσίπρας είναι ο πρίγκιπας των πασοκογεννημένων. Το 1981 ήρθε στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, το 2015 ήρθαν στην εξουσία οι πασοκογεννημένοι. Σε αυτόν ανήκει ιστορικά ο ρόλος να μετατρέψει τη χαζοχαρούμενη αμεριμνησία των πασοκογεννημένων σε δυστυχισμένη συνείδηση της πραγματικότητας. Αυτό το έργο ανέλαβε και με αυτή την έννοια μπορεί να αποδειχτεί σπορέας ενός δημιουργικού φυτού που λέγεται μελαγχολία».

 

Διάσωση. «Το χειρότερο είδος διασώσεως είναι αυτό που μας εφοδιάζει με μια ψευδαίσθηση τελικής λύσης του ανθρώπινου προβλήματος. Ομως τελική λύση του ανθρώπινου προβλήματος δεν υπάρχει».

 

«Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή, θα πεις κι ένα τραγούδι» 

Πληροφορίες για την παράσταση 

Κείμενο-Σκηνοθεσία-Ερμηνεία : Βασίλης Παπαβασιλείου Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ Βοηθός σκηνοθέτη : Νικολέτα Φιλόσογλου

 07/12/2015 - 16/02/2016 (Δευτέρα & Τρίτη στις 21.15)

ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΚΟΥΝ», Φρυνίχου, Αθήνα, 

 

 


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ