Διάγνωση του εμφράγματος σε μία ώρα με την εξέταση τροπονίνης Τ

13 Ιανουαρίου 2016
Βασιλεία, Ελβετία

Τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης TRAPID-AMI1 που δημοσιεύθηκαν διαδικτυακά στo επιστημονικό έντυπο Annals of Emergency Medicine, επιβεβαιώνουν ότι η εξέταση τροπονίνης Τ  είναι μια καινοτόμο προσέγγιση που εξασφαλίζει ταχύτερη διάγνωση του εμφράγματος σε ασθενείς με οξεία στηθάγχη.

Η στρατηγική βασίζεται στην εξέταση καρδιακής τροπονίνης Τ υψηλής ευαισθησίας, χάρη στην οποία ο απαιτούμενος χρόνος παρατήρησης για την επιβεβαίωση ή τον αποκλεισμό του εμφράγματος μειώνεται από 3-6 ώρες σε μόλις 1 ώρα. Όπως έχει αποδειχθεί, η γρήγορη και αξιόπιστη διάγνωση του εμφράγματος είναι ζωτικής σημασίας, καθώς για κάθε ώρα που καθυστερεί η χορήγηση θεραπευτικής αγωγής από τη στιγμή εκδήλωσης των συμπτωμάτων αυξάνεται ο κίνδυνος θνησιμότητας.

Η μελέτη TRAPID-AMI είναι μια προοπτική μελέτη παρατήρησης που εξέτασε περισσότερους από 1.200 ασθενείς με οξεία στηθάγχη την περίοδο 2011-2014. Η μελέτη διεξήχθη σε 12 ιδρύματα από εννέα χώρες και τρεις ηπείρους με επικεφαλής τους καθηγητές Κρίστιαν Μουελλερ, από το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία, και Μπερτιλ Λινταχλ, από το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα στην Σουηδία.

Πρόκειται για την πρώτη κλινική μελέτη που επικυρώνει μια σύντομη διαγνωστική διαδικασία, η οποία περιελάμβανε δύο αιμοληψίες από τον ασθενή με διαφορά μιας ώρας και αφορούσε ασθενείς με πρώιμη στηθάγχη (δηλαδή με εμφάνιση συμπτωμάτων εντός έξι ωρών -το μέγιστο- από την ώρα εισαγωγής στο νοσοκομείο). Η νέα προσέγγιση προτάθηκε και στην προγενέστερη μελέτη APACE σε ασθενείς με όψιμη εμφάνιση συμπτωμάτων.

Τα αποτελέσματα της μελέτης TRAPID-AMI αποδεικνύουν ότι η νέα διαγνωστική διαδικασία μειώνει τον χρόνο διάγνωσης του εμφράγματος από τις τρεις ώρες (ή και περισσότερο) στη μία ώρα, δίνοντας τη δυνατότητα στους επαγγελματίες υγείας να χορηγήσουν θεραπεία στην πλειονότητα των ασθενών πολύ νωρίτερα, όπως συνιστάται από τις νέες κατευθυντήριες οδηγίες (2015 ESC κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση οξέων στεφανιαίων συνδρόμων σε ασθενείς χωρίς εμμένουσα ανάσπαση του τμήματος ST).

Σύμφωνα με τον Κρίστιαν Μουελλερ, καθηγητή Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας «χάρη σ’ αυτή τη νέα προσέγγιση, μπορούμε τώρα να μειώσουμε τον χρόνο διάγνωσης του εμφράγματος για εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως, οι οποίοι προσέρχονται στο τμήμα επειγόντων περιστατικών με οξύ θωρακικό πόνο. Οι ασθενείς δεν χρειάζεται πια να περιμένουν τρεις ώρες ή και περισσότερο χωρίς να γνωρίζουν εάν πάσχουν από κάποια θανατηφόρα νόσο ή αν ο θωρακικός πόνος που νιώθουν οφείλεται σε άλλες αιτίες».

Η καρδιακή προσβολή, ή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ), αποτελεί σύνηθες καρδιακό επεισόδιο, κατά το οποίο διακόπτεται η παροχή αίματος σε μια περιοχή της καρδιάς με αποτέλεσμα να νεκρώνονται τα μυϊκά κύτταρα. Η άμεση χορήγηση θεραπευτικής αγωγής κρίνεται απαραίτητη, καθώς για κάθε 30 λεπτά που περνούν ο κίνδυνος θνησιμότητας αυξάνεται κατά 7,5% στους ασθενείς με ΟΕΜ. Οι ασθενείς με στηθάγχη και άλλα συμπτώματα που παραπέμπουν σε ΟΕΜ αποτελούν περίπου το 10-20% των περιπτώσεων στα τμήματα επειγόντων περιστατικών, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες αναφέρεται ένα έμφραγμα κάθε 43 δευτερόλεπτα.

Η τροπονίνη είναι μια πρωτεΐνη του μυοκαρδίου η οποία εκλύεται στην κυκλοφορία του αίματος σε περίπτωση εμφράγματος. Ένας περιορισμός των αιματολογικών εξετάσεων τροπονίνης παλαιότερης γενιάς είναι ο χρόνος που χρειαζόταν για να ανιχνευθεί η έκλυση της τροπονίνης, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις ανερχόταν στις έξι ώρες για τα λιγότερο ευαίσθητα τεστ. Ο δείκτης θνησιμότητας από έμφραγμα είναι ιδιαίτερα υψηλός τις πρώτες ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων, και ως εκ τούτου η έγκαιρη διάγνωση και χορήγηση θεραπευτικής αγωγής επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα και πιθανότατα σώζει ζωές. ΑΠΕ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ