Ανθή Λινάρδου: Λεπτομέρεις για το φρικτό έγκλημα - Ποια ήταν και γιατί τη σκότωσε

14 Ιανουαρίου 2016

Ανθή Λινάρδου. Έζησε μόλις μέχρι το Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016.

Έκανε ένα αγοράκι που σήμερα είναι 7 ετών και δύο δίδυμα κοριτσάκια 5 ετών.

Η Ανθή γεννήθηκε στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πέραμα. Τελείωσε το Τεχνικό Λύκειο Περάματος και στη συνέχεια πέρασε στα ΤΕΙ Δυτική Μακεδονίας, στη σχολή μηχανολόγων μηχανικών της Κοζάνης.

Η Ανθή, μπορεί να γεννήθηκε και  μεγάλωσε στο Πέραμα,

αλλά διατηρούσε στενή επαφή με τους συγγενείς της στην Παλαιοβαρβάσαινα Ηλείας και τον Πλάτανο. Η μητέρα της, η κυρία Παρασκευή, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Παλαιοβαρβάσαινα.

 Πήγε στην Κοζάνη για να σπουδάσει Μηχανολόγος Μηχανικός και πριν καλά- καλά τελειώσει με τις σπουδές της, είχε βρει δουλειά. Εκεί γνώρισε και τον σύζυγό της, Τάσο Τσιουχάρα, αγρότη, με μεγάλες εκτάσεις ροδακινιών. Την ίδια εποχή σπούδαζε και ο ίδιος στο ΤΕΙ Κοζάνης στον κλάδο των ορυχείων.

Παντρεύτηκαν και έκαναν τρία παιδιά. «Τα αγγελούδια μου» έλεγε και ξανάλεγε η ίδια.

Η Ανθή ήταν «ανήσυχο» και πολύ δραστήριο άτομο. Ενσωματώθηκε πολύ γρήγορα στην τοπική κοινωνία του Βελβεντού Κοζάνης, όπου διέμενε η οικογένεια.  Όταν έγινε μητέρα σταμάτησε να εργάζεται και αφοσιώθηκε στην ανατροφή των παιδιών της. Η ενέργειά της αστείρευτη και η διάθεση για προσφορά – αφού όπως την περιγράφουν οι φίλοι της, ήταν ένας στοργικός άνθρωπος, γεμάτος καλοσύνη και χαρά – βρήκαν έκφραση στον Πολιτιστικό Σύλλογο της περιοχής, ενώ βοηθούσε και στις αγροτικές εργασίες του συζύγου της.

Πριν από περίπου δύο μήνες πήγε στη θεία της στον Πλάτανο Ηλείας, όπου ζει η θεία της και αδελφή της μητέρας της. Εκεί βρέθηκε μαζί με το σύζυγό της και τα τρία τους παιδιά, προκειμένου να παραστούν στον γάμο του εξάδελφού της.

 

Μόλις την Πέμπτη, στις 7 Ιανουαρίου 2016 η οικογένεια είχε επιστρέψει από τον Πειραιά, όπου είχαν πάει για να περάσουν τις γιορτές με τους οικείους της Ανθής σε μία προσπάθεια να έρθουν και πάλι πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Σύμφωνα με άτομα από τον πολύ στενό κύκλο θύματος και δράστη, τους τελευταίους μήνες ο γάμος τους δεν πήγαινε καθόλου καλά. Η Ανθή αισθανόταν εγκλωβισμένη κι έλεγε στους δικούς της ανθρώπους ότι θέλει να χωρίσει και να επιστρέψει μαζί με τα παιδιά της στην Αττική.


Σύμφωνα με  πληροφορίες η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο όταν ο σύζυγός της ανακάλυψε κάποια μηνύματα που έλαβε η Ανθή στο κινητό της τηλέφωνο από έναν πρώην σύντροφό της. Από τότε άρχισε να της κάνει επιθέσεις λεκτικά αλλά και σωματικά.

Ο Τάσος Τσιουχάρας σήμερα είναι 40 ετών. Πήγε στο λύκειο Βελβεντού κοζάνης και το 1997 μπήκε στο ΤΕΙ Κοζάνης.

 Ο Τάσος Τσιουχάρας είναι λάτρης των εντούρο μηχανών. Είναι αναβάτης και είναι το μεγάλο του πάθος.

Λίγο πριν την τραγωδία η Ανθή είχε κάταγμα στο πόδι και αναγκάστηκε να φοράει νάρθηκα και να περπατάει με πατερίτσες για να μην κουράζεται. Εκείνη όμως, ανήσυχη καθώς ήταν δεν άντεχε το νάρθηκα και τον έβγαλε πολύ νωρίτερα απ ότι την είχε συμβουλέψει ο γιατρός. Ωστόσο συνέχιζε να χρησιμοποιεί κανονικά τις πατερίτσες.

Το χρονικό της τραγωδίας

Το βράδυ του Σαββάτου η Ανθή έβαλε τα παιδιά για ύπνο στο διπλανό δωμάτιο και ξεκίνησαν μια συζήτηση η οποία οδήγησε στο μοιραίο. Στη διάρκεια  αυτής της συζήτησης φέρεται επαναλήφθηκε η συζήτηση που είχε γίνει πολλές φορές το τελευταίο διάστημα, τόσο πριν όσο και μετά τις γιορτές, δηλαδή να είπε στον άνδρα της ότι θα έπαιρνε τα παιδιά τους και θα έφευγε για να μείνει μόνιμα στον Πειραιά.

 


Σοκ στην Κοζάνη: Νεκρή βρέθηκε η 37χρονη αγνοούμενη -Συνελήφθη ο σύζυγός της -Την φρέζαραν στο χωράφι

Σύμφωνα με την περιγραφή που φέρεται να έδωσε ο δράστης, κουβέντα στην κουβέντα άναψαν τα αίματα και ο 40χρονος ότι βγήκε εκτός εαυτού. Υποστηρίζει ότι δεν κατάλαβε τι ακριβώς έγινε αλλά μόλις συνήλθε η Ανθή δεν ανέπνεε. Ωστόσο η ιατροδικαστική έκθεση έιναι σαφής ότι ο θάνατος οφείλεται σε πνιγμονή (πνιγμό). Μάλιστα, εντοπίστηκε και κάταγμα στο κρανίο, πιθανότατα λόγω χτυπήματος από τον σύζυγό της και δράστη της δολοφονίας. Επίσης εντοπίστηκαν και εκχυμώσεις κοντά στα μάτια της, πιθανότατα λόγω χτυπημάτων. Η έκθεση οδηγεί κατ’ ευθέιαν στο συμπέρασμα ότι πριν από το θάνατο την χτύπησε άγρια. Έμεινε πλάι στο άψυχο κορμί της για περίπου μισή ώρα. Στη συνέχεια αποφάσισε να πάρει το σώμα της και να το θάψει στο χωράφι χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν.

Τύλιξε το σώμα της Ανθής με μια κουβέρτα του σπιτιού και το κουβάλησε στο υπόγειο κλειστό γκαράζ όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγάκι του. Έβαλε το πτώμα της γυναίκας στο αυτοκίνητο και πήγε στο χωράφι αποφεύγοντας να περάσει από κεντρικά σημεία του χωριού για να μην το δει κανείς. Υποστηρίζει ότι δεν κοιμήθηκε όλη η νύχτα. Το πρωί της Κυριακής ενημέρωσε τον πατέρα του ότι η Ανθή δεν επέστρεψε στο σπίτι. Αμέσως μετά πήγε να φρεζάρει το χωράφι που είχε θάψει το άψυχο κορμί της γυναίκας του.

Μετά το μεσημέρι άρχισε να προσποιείται ότι ανησυχούσε και απευθύνθηκε και στην αστυνομία.

Σ’ εκείνη την κατάθεση που διήρκησε τέσσερις ώρες φέρεται να είπε ότι από το απόγευμα του Σαββάτου φαινόταν πως κάτι την απασχολούσε: «Ηταν καταβεβλημένη, επειδή είχαν μαλώσει τα παιδιά. Γύρω στις 21:30 μου είπε ότι θα βγει για ποτό και έφυγε λίγα λεπτά μετά. Εγώ είχα αποκοιμηθεί, δεν την είδα να βγαίνει. Κατά τις 23:00 ξύπνησα, είδα ότι δεν είχε επιστρέψει, αλλά δεν ανησύχησα γιατί είχε περάσει μόνο μιάμιση ώρα. Το πρωί όταν διαπίστωσα ότι δεν ήταν στο σπίτι, άρχισα να ανησυχώ και κάλεσα την Αστυνομία. Δεν πήρε μαζί της προσωπικά αντικείμενα, χρήματα, κινητό, ούτε καν ρούχα!». «Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Όπως όλα τα ζευγάρια, κι εμείς είχαμε τις διαφωνίες μας, αλλά όχι κάτι σοβαρό. Ήμασταν μια χαρά. Ανησυχώ για το τι μπορεί να συμβεί. Δεν έχει ξανατύχει να φύγει χωρίς να πει πού πάει», προσέθεσε ο σύζυγός της.

Πάντως ο πεθερός της Μανώλης Τσιουχάρας είχε άλλη άποψη για την εξαφάνισή της.

Συνελήφθη και ο πεθερός της 37χρονης στην Κοζάνη

«Έφυγε με κάποιον γιατί δεν της άρεσε η ζωή στο Βελβεντό. Ήταν συνεννοημένο το πράγμα». «Κατά καιρούς - είπε -  είχε δείξει σημάδια ότι ήθελε να ξεσκάσει. Με τον κόσμο δεν έκανε παρέα -τα είχε γράψει στο Facebook αυτά. Η γυναίκα έφυγε...». Την τελευταία φορά που είδε κάποιος την Ανθή ήταν όταν περπατούσε κοντά στο σπίτι της με μια σακούλα μανταρίνια στο χέρι.

Η αστυνομία άφηνε εξ αρχής όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Ήταν πολλά τα αναπάντητα ερωτήματα. Καταρχάς πως έφυγε από το σπίτι χωρίς τις πατερίτσες και τα γυαλιά της, αφού έιχε μυωπία και δεν θα μπορούσε να δει και κάταγμα στο πόδι, άρα ούτε να περπατήσει. Εξάλλου αν επρόκειτο να φύγει το πιο φυσιολογικό ήταν να πάρει μαζί της το κινητό της τηλέφωνο. Και τα τρία βασικά πράγματα, γυαλιά, πατερίτσες, κινητό εντοπίστηκαν μέσα στο σπίτι της.

Αργά ή γρήγορα οι αστυνομικοί εντόπισαν το χωράφι που είχε φρεζάρει ο 40χρονος την προηγούμενη ημέρα και οι ερωτήσεις έγιναν πιο επίμονες. όταν μάλιστα αποκαλύφθηκε ότι το συγκεκριμένο χωράφι δεν χρειαζόταν καν να φρεζαριστεί αφού αυτό το είχε κάνει μόλις πριν από τρεις μήνες.

Μετά από ανάκριση για περισσότερες από 20 ώρες, ο σύζυγος της 37χρονης ομολόγησε ότι είναι ο δράστης του αποτρόπαιου εγκλήματος.  Μαρτυρίες λένε ότι το παραδέχθηκε με παγωμένο βλέμμα και τη φράση «την έπνιξα, ας κάνω και ισόβια». Φέρεται μάλιστα να τους είπε ότι την έθαψε στο χωράφι του και υπέδειξε το σημείο που το έκανε. Το φρεζάρισμα στο χωράφι, όπως είπε, το έκανε για να μην κινήσει υποψίες.

Συγκλονισμένοι οι συγγενείς της, θείοι και εξαδέλφια, στην Παλαιοβαρβάσαινα και στον Πλάτανο, παρακολουθούσαν από μακριά τις έρευνες και βρίσκονταν σε «ανοιχτή γραμμή» με τους γονείς της Ανθής και την αδελφή της, προκειμένου να μάθουν νέα, να ακούσουν μια αισιόδοξη δήλωση. Κάποιοι, μάλιστα έκαναν τον μεγάλο δρόμο για να φτάσουν επί τόπο και να βοηθήσουν να εντοπιστεί.

«Πάει, το έχασα το παιδί μου», ψέλλισε ο Θανάσης Λινάρδος, ο πατέρας της 37χρονης Ανθής, όταν οι αστυνομικοί εντόπισαν... το άψυχο κορμί της θαμμένο μέσα στο χωράφι του συζύγου της.

Μετά την αποκάλυψη του φρικτού εγκλήματος και τη σύλληψη του συζυγοκτόνου η αστυνομία συνέλαβε και τον πατέρα του Μανώλη. Και ενώ ο Τάσος Τσιουχάρας κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ο πατέρας του συνελήφθη για παράνομη κατοχή όπλων. Αυτό συνηγορεί στην άποψη ότι η αστυνομία δεν τον θεωρεί συνένοχο σ΄αυτή την αποτρόπαια πράξη.


Εν τω μεταξύ κάτοικοι της  περιοχής συγκεντρώνονται εξοργισμένοι μπροστά στο σπίτι που εκτυλίχθηκε η τραγωδία.


 

Αν και ο αστυνομικός διευθυντής Κοζάνης πιστεύει ότι η δολοφονία δεν ήταν προσχεδιασμένη και έγινε εν βρασμώ ψυχής παραμένει αναπάντητο το ερώτημα για ποιο λόγο ο δράστης έφερε μόλις την προηγούμενη ημέρα μπουλντόζα να σκάψει βαθιά στο χωράφι του. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ήθελε να βγάλει μια πολύ μεγάλη πέτρα. Ωστόσο προκαλεί ερωτηματικά το γεγονός ότι έγινε λίγο πριν το φονικό, ήταν πολύ βαθιά, δεν την έκλεισε και τη θυμήθηκε και σχεδίασε την εξαφάνιση του πτώματος ενώ ήταν εν βρασμώ ψυχής.



ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ