Γυναίκες παιδοκτόνοι: Γίνεται μια μάνα να φονεύσει το παιδί της;

23 Ιανουαρίου 2016

Παιδοκτόνοι γυναίκες

 

Γράφει ο Κώστας Γεμενετζής, Ψυχαναλυτής

 

 Κώστας Γεμενετζής


Η ερημος μεγαλωνει. Αλοιμονο σ' αυτον που μεσα του κρυβει ερημους!

Friedrich Nietzsche, Ποιηματα

Εκτρωτικες υπαρξεις: Η Μηδεια του Ευριπιδη. Η Φονισσα του Παπαδιαμαντη

Στην ιατρικη "εκτρωτική μορφή" μια ασθενειας ειναι αυτη οπου η ασθενεια εκδηλωνεται με συμπτωματα ηπια, που δεν μπορουν ευκολα να αναγνωριστουν και να οδηγησουν στην διαγνωση. Μια αρρωστια που σχεδον δεν την παιρνεις καν για αρρωστια, "κουφια". Αντιστοιχα η "εκτρωτικη υπαρξη" θα ηταν ενας ανθρωπος οπου τα ανθρωπινα χαρακτηριστικα του, αυτα που του δινουν υποσταση και μια θεση στον κοινο μας κοσμο, ειναι ατονα, σχεδον ανυπαρκτα. Ενας ανθρωπος "κουφιος". Θα μπορουσαμε να τον παρομοιασουμε με ενα κτιριο εκπυρηνωμενο, οπου το εσωτερικο του εχει καταρρευσει, π.χ. απο βομβαρδισμο,

4893273406_4cdd29a230_b.jpg

η για ανακαινιση

facadism-2.jpg

και μενουν ορθιοι μονο οι εξωτερικοι τοιχοι.

Η αντιστοιχη εικονα ενος ανθρωπου θα ηταν ενα σωμα απο μεσα κενο, που του λειπουν τα σπλαχνα, οπως η γαλοπουλα πριν απο την γεμιση, οπως πουλερικα και ψαρια που υφιστανται "εκσπλαχνισμο" πριν οδευσουν στο εμποριο. Βεβαια ενας τετοιος ανθρωπος δεν θα ζουσε. Ομως σπλαχνα δεν ειναι μονο η καρδια και το στομαχι και το συκωτι. Με την λεξη "σπλαχνο", "σπλαχνο μου" οι μητερες αποκαλουν τα παιδια τους, και τα παιδια των παιδιων τους.

Η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι ασπλαχνες. Τωρα δεν χρησιμοποιουμε την λεξη ηθικολογικα, δεν τις καταδικαζουμε, αλλα προσπαθουμε να τις περιγραψουμε. Ειναι ασπλαχνες υπαρξεις, εκτρωτικες. Και γιατι σκοτωνουν παιδια; Γιατι πρεπει να σκοτωνουν παιδια; Γιατι ειναι οπως μια μητρα που δεν σηκωνει το εμβρυο και θα το αποβαλει. O κοσμος αυτων των γυναικων ειναι αφιλοξενος για τα παιδια. Τα απορριπτει, τα εκτρωνει, τα σκοτωνει οπως τα ζωα η ερημος.

468176756.jpg

Θα δοκιμασω να περιγραψω καποια στοιχεια αυτου του κοσμου της Μηδειας και της Φραγκογιαννους:

Το Ατοπο. Το Αμετρο. Η Αρνηση. Η Εκτελεση. Η Καθαρση.

Το Ατοπο

Η αρχαια λεξη ἄτοπος σημαινει:

1. παραδοξος, ασυνηθης, εκτακτος, επι συμπτωματων νοσηματος 2. παραλογος, αλλοκοτος, μη συνηθης, θαυμαστος 3. παρα φυσιν αηδης

Θα δουμε με ποιον καθε φορα τροπο η Μηδεια και η Φραγκογιαννου ειναι πλασματα ατοπα, με ολες τις σημασιες της λεξης.

Μηδεια

διαφερω απο πολλους θνητους σε πολλα.

λεει η Μηδεια στον Ιασωνα. Διαφερει ως προς την καταγωγη: ειναι βάρβαρον λέχος (591), βαρβαρο κρεβατι (=συζυγος). Το "βαρβαρο" της δεν εξαντλειται στο οτι ερχεται απο την Κολχιδα, στην ανατολικη ακτη του Ευξεινου Ποντου. Ο πατερας της ο Αιητης ειναι γιος του Ηλιου. Η ιδια η Μηδεια ειναι μαγισσα. Χαρη στην τεχνη της ο Ιασων μπορεσε να αρπαξει το Χρυσομαλλο Δερας.

Ομως διαφερει και κατα το οτι ο ερωτας της για τον Ιασονα ειναι χωρις ορια. Την ωθει να σφαξει τον μικρο της αδελφο Αψυρτο και να ριξει τα κομματια του στην θαλασσα για να τα περισυλλεξει ο πατερας της που τους καταδιωκε, να καθυστερησει, κι ετσι να του ξεφυγουν. Φτανοντας στην Ιολκο, πατριδα του Ιασονα, σκοτωνει τον βασιλια Πελια βαζοντας με δολο τις κορες του να τον κομματιασουν, δηθεν για να ξαναγινει νεος.

Η Μηδεια ειναι, με μια εκφραση του Παπαδιαμαντη, "σημαδιακη κι αταιριαστη". Η ιδια χαρακτηριζει τον εαυτο της σοφή (304), και γι' αυτο ἐπίφθονον, που προκαλει φθονο, και προσάντην: βρισκει τους παντες και τα παντα εναντια. Και ο ιδιος ο βασιλιας Κρεοντας που ερχεται να της ανακοινωσει την εξορια της, λεει δέδοικά σ', "σε φοβαμαι" (οπου στον φοβο του δέδοικα ακουμε και το ομορριζο δέος). Για ποιο δεος εδω προκειται, θα μπορουσαμε να το υποψιαστουμε σε μια φραση του Ιασωνα προς την Μηδεια:

Δεν ειναι τωρα η πρωτη φορα που το βλεπω

Η φραση δεν μοιαζει να εχει τιποτα ιδιαιτερο. Τα πραγματα αλλαζουν, και φερνουν δεος, οταν, οπως υποδεικνυει ενας μελετητης, προσεξουμε οτι ο Ιασων επαναλαμβανει κατα λεξη δικα της λογια (292) "ακουσια, λες και η Μηδεια ελεγχει ακομα και την ομιλια του".

Φραγκογιαννου

Ἡ Χαδούλα, ἡ λεγομένη Φράγκισσα, ἢ ἄλλως Φραγκογιαννού

ειναι ατοπη με πολλους τροπους. Ηδη το προσωπο της μητερας της εριξε πανω της μια πρωτη σκια:

Ἡ μάννα της ἦτον κακή, βλάσφημος καὶ φθονερά. Ἦτον μία ἀπὸ τὰς στρίγλας τῆς ἐποχῆς της. Ἤξευρε μάγια. Τὴν εἶχαν κυνηγήσει δύο-τρεῖς φορὰς οἱ κλέφτες, τὰ παλληκάρια τοῦ Καρατάσου καὶ τοῦ Γάτσου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν τῆς Μακεδονίας. Ἔπραξαν τοῦτο διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθοῦν, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε κάμει μάγια, καὶ δὲν ἐπήγαιναν καλὰ οἱ δουλειές των.

Συνηθιζε να της δινει "νυχιές, … τσιμπιές, … δαγκωματιές". Προικιζει την μοναχοκορη της με ο,τι αχρηστο ειχε:

… μίαν οἰκίαν ἔρημον, ἑτοιμόρροπον, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, ὅπου ἐκατοικοῦσαν ἕνα καιρὸν οἱ ἄνθρωποι, πρὸ τοῦ 21. Τοῦ ἔδωκε κ᾽ ἕνα ὀνόματι Μποστάνι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀκριβῶς ἔξω τοῦ ἐρήμου Κάστρου, ἐπί τινος κρημνώδους ἀκτῆς, καὶ ἀπεῖχε τρεῖς ὥρας ἀπὸ τὴν σημερινὴν πολίχνην. Ὁμοίως κ᾽ "ἕνα πινάκι χωράφι", ἓν ἀγριοχώραφον, τὸ ὁποῖον ἀμφεσβήτει ὁ γείτονας ὡς ἰδικόν του· οἱ δὲ ἄλλοι γείτονες ἔλεγον ὅτι καὶ τὰ δύο χωράφια διὰ τὰ ὁποῖα ἐμάλωναν οἱ δύο ἦσαν καταπατημένα, καὶ ἦσαν "καλογερικά", ἀνήκοντα εἰς μίαν διαλυθεῖσαν Μονήν.

Η ιδια η Φραγκογιαννου ειναι, κι εδω εχει ενα κοινο με την Μηδεια, μαγισσα:

Ἔδιδε βότανα, ἔκαμνε κηραλοιφάς, ἐξετέλει ἐντριβάς, ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας. Μὲ τὸ καλάθιον ὑπὸ τὸν ἀγκῶνα τῆς ἀριστερᾶς χειρός, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὰ δύο τελευταῖα τέκνα της, τὸν Δημητράκην, ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ τὴν Κρινιώ, ἑξαέτιδα, ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα, ὅσα αὐτὴ ἐγνώριζε ―τὴν ἀγριοκρομμύδα, τὴν δρακοντιά, τὸ τρίμερο, καὶ ἄλλ᾽ ἀκόμη― τὰ ἔκοπτεν ἢ τὰ ἐξερρίζωνεν, ἐγέμιζε τὸ καλάθιόν της, κ᾽ ἐπέστρεφε τὸ βράδυ εἰς τὴν οἰκίαν.Μὲ αὐτὰ τὰ βότανα κατεσκεύαζε διάφορα μαντζούνια, τὰ ὁποῖα ἐσύσταινεν ὡς ἀλάνθαστα ἰατρικὰ κατὰ τῶν χρονίων πόνων, τοῦ στήθους, τῆς κοιλίας, τῶν ἐντέρων κτλ.

Η Φραγκογιαννου δεν ζει στο τωρα. Οταν ξενυχτα διπλα στο νεογεννητο, οταν κυνηγημενη λουφαζει σε σπηλιες, θυμαται τα περασμενα. Και οχι μονο θυμαται αλλα  "καὶ οἱονεὶ τὰ ἀνέζη", τα ξαναζει - αυτο που σημερα ονομαζουμε day dreaming. Τα παιδικα χρονια, οι περιπετειες των αδελφων της, ο γαμος της "ἔρχονται ἐν εἴδει φαντασμάτων".

Και αλλα φαντασματα κυνηγανε την Φραγκογιαννου: βλεπει τα προσωπα των παιδιων που σκοτωσε. Ο τοπος στοιχειωνεται. Αυτα τα παιδια γινονται "ὁρμαθὸς κρεμασμένος ἀπὸ τὸν τράχηλόν της". Τα νερα απο τις στερνες μιλανε και την φωναζουν "Φραγκογιαννού!... Φραγκογιαννού!..." Καποτε ξυπνα απο τις ονειροφαντασιες της, κυριως οταν στριμωχνεται και πρεπει να βρει τροπο να ξεφυγει. Τοτε επανερχονται "οἱ λογισμοί της οἱ ἄλλοι, οἱ θετικώτεροι". Ομως ακομα και την ωρα που καταδιωκομενη πνιγεται, ο νους της αλαργευει στα περασμενα:

Τὰ κύματα ἐφούσκωναν ἀγρίως, ὡς νὰ εἶχον πάθος. Ἐκάλυψαν τοὺς μυκτῆρας καὶ τὰ ὦτά της. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ βλέμμα τῆς Φραγκογιαννοῦς ἀντίκρυσε τὸ Μποστάνι, τὴν ἔρημον βορειοδυτικὴν ἀκτήν, ὅπου τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα ἕνα ἀγρόν, ὅταν νεάνιδα τὴν ὑπάνδρευσαν καὶ τὴν ἐκουκούλωσαν, καὶ τὴν ἔκαμαν νύφην οἱ γονεῖς της.―Ὤ! νά τὸ προικιό μου! εἶπε.Αὐταὶ ὑπήρξαν αἱ τελευταῖαι λέξεις της.

Με την προσκολληση στο παρελθον συνδεονται και οι οικειοι της τοποι. Στην πολη, με τους ανθρωπους που ζουνε στο παρον, με τις δουλειες, τις διασκεδασεις, τα τρεχοντα γεγονοτα, η Φραγκογιαννου δεν ειναι ανετα. Οταν η Μαρουσα την κρυβει απο τους "ταχτικούς" σ' ενα καμαρακι, αυτη "ἐστενοχωρεῖτο, ἐπόθει τὸν ἀέρα τοῦ βουνοῦ":

Ἔσπευδε νὰ φθάσῃ τὸ ταχύτερον, πρὶν ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἐγνώριζε. Ὑπῆρχον, κατὰ τοὺς βορείους αἰγιαλοὺς τῆς νήσου, πολλοὶ κλεφτότοποι, μέρη ἀπάτητα, σπήλαια καὶ βράχοι ὅπου ἐφύτρωνε τὸ ἀγριοβότανον καὶ ἡ κάππαρις, καὶ τὰ κρίταμα καὶ ἡ ἁρμυρήθρα, καὶ ὅπου τοὺς ὑπάρχοντας ὀλίγους δρόμους κατέστρεφον καθημερινῶς τὰ κοπάδια τῶν ἐρίφων καὶ τῶν αἰγῶν. Ἐκεῖ θὰ ἦτο τὸ ἄσυλόν της, ἐκεῖ ὅπου ἦσαν αἱ ἀναμνήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας της. Εἰς ἐκείνους τοὺς βορείους αἰγιαλούς, σιμὰ εἰς τὸ ἄγριον καὶ γαλανὸν πέλαγος, εἰς τὸ παλαιὸν Κάστρον, τὸ κτισμένον ἐπὶ γιγαντιαίου θαλασσοπλήκτου βράχου, ἐκεῖ εἶχε γεννηθῆ ἡ Χαδούλα, κ᾽ ἐκεῖ εἶχεν ἀνατραφῆ ὣς δέκα ἐτῶν κόρη.

Τα βουνα ειναι ο τοπος της, μαζι με τα αγριμια. Ξερει τα παντα. Οταν την κυνηγανε και πρεπει να ξεφυγει, βγαζει τα παπουτσια της και τρεχει αναμεσα στα χορτα και στα αγκαθια ξυπολητη. Περνα μερη που οι αντρες δειλιαζουν:

Ὕστερον ἀπ᾽ ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας κυνηγητόν, ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔφθασεν εἰς τὴν τοποθεσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Καμπαναχμάκης εἶχεν ὀνομάσει "τὸ Μονοπάτι στὸ Κλῆμα". Ἦτον βράχος εἰσέχων ἀποτόμως πρὸς τὰ ἔσω, σχηματίζων μικρὸν ζύγωμα, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἔχασκεν ἡ ἄβυσσος, ἡ θάλασσα. Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲ τὸ πέραμα ἦτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. Ὅπως τὸ διέλθῃ τις, ἔπρεπε νὰ πιασθῇ ἀπὸ τὸν ἄνω βράχον, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, νὰ πατῇ μὲ τὴν πτέρναν, καὶ νὰ βαδίζῃ ἐκ δεξιῶν πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἡ ζωή του ἐκρέματο εἰς μίαν τρίχα.Ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔκαμε τὸν σταυρόν της καὶ δὲν ἐδίστασε. Οὔτε ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις ἢ προσφυγή. Δρόμος ἄλλος δὲν ὑπῆρχεν ἐπάνω τοῦ βράχου. Ἡ γυνὴ ἐπῆρε τὸ καλάθι της εἰς τοὺς ὀδόντας, ἐπήδησεν ἀποφασιστικῶς, καὶ διέβη αἰσίως τὸ φοβερὸν πέραμα.

Ενω ο χωροφύλαξ:

Ἐδοκίμασε νὰ πατήσῃ ἐπὶ τοῦ στενοῦ, ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν βράχον. Μετὰ ἓν βῆμα ὠπισθοδρόμησε.― Μ᾽ ἔπιασε ζαλάδα, εἶπεν.

Σ' εκεινα τα μερη εχει μια βρυση.

Ἀπὸ τὴν βρύσιν ἐκείνην, πράγματι, μόνον τὰ πετεινὰ τ᾽ οὐρανοῦ ἠδύναντο νὰ πίνουν. Ἡ Χαδούλα ἔκυψε κ᾽ ἔπιε…

Το Αμετρο

την νυχτα, οταν ειν' ολα ανακατα κι επανερχεται παμπαλαια συγχυση

Friedrich Hölderlin, Ο Ρηνος

Αυτες οι γυναικες δεν παιζονται, γιατι το δικο τους παιχνιδι δεν εχει κανονες. Η ατοπικοτητα τους δεν παρεχει κανεναν κοινο τοπο στον οποιο θα μπορουσαμε να συναντηθουμε, να συνομιλησουμε, να ακουσουμε ο ενας τον αλλο. Ετσι οι ιδιες, στην μοναχικοτητα τους, στο ατοπικο τους, στο εκτρωτικο τους δεν ειναι δυνατο να συνομιλησουν, να συναντηθουν με αλλους ανθρωπους. Ειναι σαν να περιφερονται σε μια ερημο. Δεν περιφερονται καν μεσα σε ερημο. Μεσα τους ειναι που κρυβουν ερημους.

Στην ερημο τιποτα δεν μπορει να ριζωσει και να σταθει ορθιο. Δεν υπαρχει κανενα οριο και κανενα μετρο. Εδω μια υποθεση ειναι παντα υποθεση ζωης και θανατου - τιποτα ενδιαμεσο. Η ζωη στην ερημο απαιτει να θυσιασεις κατι. Πολλα. Ποια θυσια ειναι αυτη που η ερημος απαιτει; Ο Jean Baudrillard γραφει στο Amérique:

Το Death Valley ειναι μεγαλο και μυστηριακο οπως παντα. Φωτια, ζεστη, φως: ολα τα στοιχεια της θυσιας. Παντα πρεπει να φερνεις στην ερημο κατι για θυσια, και να της το προσφερεις ως θυσιαστηριο. Μια γυναικα. Αν κατι πρεπει να εξαφανιστει, κατι στην ερημο ταιριαστο της σε ομορφια, γιατι οχι μια γυναικα;

Στην ερημο Μηδεια πρεπει να θυσιαστει ο σπορος του Ιασωνα. Στην ερημο Φραγκογιαννου πρεπει να θυσιαστουν τα κοριτσια των φτωχων του κοσμου.

Ομως πως ερημωνονται Μηδεια και Φραγκογιαννου;

Μηδεια

Παει καιρος που στην Ελλαδα του Ευριπιδη, βεβαια και στην Κορινθο οπου διαδραματιζεται η τραγωδια, εχει συμβει μια κοσμογονια. Ειναι το μετρο, το οποιο θεσπιζεται με την ελευση των Ολυμπιων Θεων. Η υπερβαση του αποκτα επισης ονομα: ὕβρις. Στο μετρο ανατρεχει και ο χορος ως το κριτηριο με το οποιο θα συλλαβει και θα κρινει τα λογια και τα εργα της Μηδειας:

Το μετρο, ονομαζοντας το και μονο, ειναι ανωτερο· οταν γινεται πραξη, οι θνητοι αξιωνονται τοτε των αριστων το αριστο. Ο,τι πανω απ᾽ το μετρο υψωνεται, για τον ανθρωπο κερδος δεν ειναι, και οταν καποιος θεος οργισθει με το σπιτι, πιο βαρυ καταβαλλεται της ατης το τιμημα.

Και ακομα ο χορος, αποτεινομενος στην ιδια την Μηδεια, λεει:

ζεις σε γη ελληνικη και οχι βαρβαρη· γνωρισες τι εστι δικαιοσυνη και τι θα πει να ισχυουν οι νομοι, και οχι η αυθαιρεσια της βιας.

Η ὕβρις ειναι "ἄνω ποταμῶν", που θα πει: ειναι σαν το ποταμι οπου το ρευμα του νερου αναστρεφεται:

Των ιερων ποταμων οι ροες ρεουν προς τα ορη, και η δικαιοσυνη και τα παντα ανατρεπονται.

Η Μηδεια, οπως μαρτυρει η ατοπικοτητα της, ανηκει σε εναν αλλον, σε εναν αρχαϊκο κοσμο. Τον κατοικουν τερατα: οι Συμπληγαδες και οι Σειρηνες, οι Κυκλωπες και οι Λαιστρυγονοι, η Μεδουσα και η Σφιγγα, η Λερναια Υδρα κι ο Ερυμανθιος Καπρος και ολα τα αλλα που καταστρεψαν ο Οδυσσεας, ο Ιασωνας, ο Περσεας, ο Θησεας, ο Ηρακλης, και ανοιξαν χωρο για την ελευση του ελληνικου κοσμου. Η Μηδεια ειναι μορφη εκεινου του αρχαϊκου κοσμου. Εδω το καθε τι ειναι απολυτο. Ο ερωτας της για τον Ιασωνα:

6 ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ᾽ Ἰάσονος

ἐκπλαγεῖσα: ο ερωτας την εξ-επληξε, και τουτο με τα δυο νοηματα της αρχαιας λεξης ἐκπλήσσω: την χτυπησε και, χτυπωντας την, την πεταξε εξω, την "εβγαλε απο τα ρουχα της", την εφερε "εκτος εαυτου". Ο ερωτας της Μηδειας για τον Ιασωνα ειναι απολυτος. Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει ριζικα και αδηριτα, μαινομένᾳ κραδίᾳ (433), (με καρδια μαινομενη), με ψυχὴ δηχθεῖσα κακοῖσιν (110), (με ψυχη καταδαγκωμενη απο τα κακα). Ο,τιδηποτε στεκει εμποδιο, θα παραμεριστει μ' εναν φονο - η καταδιωξη του πατερα με τον φονο του αδελφου της, η εχθροτητα του Πηλεα με τον θανατο του, η απατη του Ιασωνα με την βασιλικη κορη, με τον θανατο της, με τον θανατο του πατερα της Κρεοντα και τελος των ιδιων τους των παιδιων.

Και ενα στοιχειο κοινο σε ολα: παντου επεμβαινει σε αντρες μεσω των παιδιων τους: σκοτωνει και διαμελιζει τον αδελφο της για να καθυστερησει τον πατερα του, χρησιμοποιει τις κορες του Πηλεα για να κομματιασουν και να βρασουν τον πατερα τους, σκοτωνει την κορη του Κρεοντα μ' εναν δηλητηριασμενο χιτωνα που της φερνουν τα παιδια της ως γαμηλιο δωρο, σκοτωνει τον Κρεοντα που αγκαλιαζει την νεκρη κορη του κι ετσι ερχεται σ' επαφη μ' αυτον τον χιτωνα,

Ο χορος καλει τα παιδια της να φυλαχτουν απο

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Το ατοπο της Μηδειας καθιστα την συνεννοηση μαζι της αδυνατη. Δεν ακουει. Η φωνη που θα της αποτεινονταν, βοα εν τη ερημω.

Φραγκογιαννου

Το αμετρο της Φραγκογιαννους, η υβρη της, αφορα

τὰ ἀπειράριθμα θηλυκὰ τῆς φτωχολογιᾶς

Αυτα, η αναπτυξη, η προικιση τους κλπ. ειναι για τους γονεις βαρος. Η υβρη της Φραγκογιαννους εγκειται στο οτι το βαρος το παιρνει απολυτα: τα κοριτσια της φτωχολογιας ειναι βαρος και μονο βαρος. Οταν ενα πεθανει, ο θανατος του θα

λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα

Η υβρη αποκτα μια νεα διασταση, γιγαντωνεται καθως η Φραγκογιαννου δεν ενδιαφερεται μονο για την προσωπικη της κατασταση. Εχει αναλαβει μια οικουμενικη αποστολη. Αποστολη να σωσει τον κοσμο της "φτωχολογιᾶς", να τον λυτρωσει απο τα βασανα της υπαρξης αυτων των κοριτσιων, απο τα "ἑφτάψυχα", που

Φαίνονται ὡς νὰ πληθύνωνται ἐπίτηδες, διὰ νὰ κολάζουν τοὺς γονεῖς των, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη. Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"!

’ψηλώνει ο νους του" θα πει: ο νους του τον ξεπερνα, σπαζει τα ορια, εκτεινεται σε περιοχες που υπερβαινουν τα δικα του τα μετρα, που δεν του αρμοζουν, που αγνοουν την περατοτητα του. Συνανταμε εναν τροπο που συγγενευει με την μανία των Αρχαιων. Η "γραῖα Χαδούλα" περιερχεται εκτος εαυτου.:

Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. ... Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ.

Η Αρνηση

Και οι δυο μορφες οριζονται απο ενα μεγαλο, ενα απολυτο Οχι προς τα πραγματα που τις αφορουν, προς την κατασταση στην οποια βρισκονται. Συνιστουν, η καθε μια με τον τροπο της, ακρα ενος φασματος, που ξεκινα ηδη με αυτον που στην καθημερινη ζωη θα χαρακτηριζαμε "γκρινιαρη", "πνευμα αντιλογιας", "στριμμενο", "ιδιοτροπο". Η αρνηση, στην ακρα μορφη της, στο απολυτο και αδιαπραγματευτο Οχι, δεν εννοει να συμβιβαστει με τον κοσμο τουτο. Τοτε η αρνηση γινεται αναγκη να αρνηθει αυτο το οποιο αρνειται ολοτελα. Τουτο, πιστευει η αρνηση, στην μανία της, θα συμβει με την εξαφανιση του. Το ακροτατο Οχι σε κατι ειναι η αρνηση και της ιδιας του της υπαρξης. Και θα συντελεστει με την πραξη του φονου. Και συχνα η καταιγιδα του Οχι συμπαρασυρει και τον αρνουμενο, καποτε και την δικη του την υπαρξη.

Μηδεια

Το Οχι της Μηδειας αναφερεται στην εγκαταλειψη της απο τον Ιασωνα, την οποια αντιλαμβανεται ως αδικια, και μαλιστα απεραντη, που με τιποτα δεν μπορει να δεχτει:

ΜΗ. Ω μεγαλη Θεμιδα και Αρτεμι κραταια, βλεπετε πως υποφερω, ας ειχα δεσει με ορκους μεγαλους τον καταραμενο τον αντρα μου; Που να τον δω μια μερα, αυτον και τη νυφη, να συντριβονται με τα παλατια τους μαζι, αυτοι που τολμησαν να με αδικησουν ετσι πρωτοι. Πατερα μου, πολη μου, εφυγα μακρια σας με τροπο αποτροπαιο: σκοτωνοντας τον ιδιο μου τον αδελφο.

Εκεινος που ητανε για μενα τα παντα —το ξερω καλα, ο αντρας μου, αποδειχθηκε ο χειροτερος ολων.

Τα παθη της γενικευονται, γινονται κατευθειαν απολυτα και καθολικα και αποληγουν στην αρνηση του ιδιου του γυναικειου φυλου:

Απο ολα παλι τα πλασματα που εχουν πνοη και λογικο οι γυναικες ειμαστε το πιο αξιολυπητο. Πρωτα πρωτα πρεπει, ξοδευοντας χρημα και χρημα, να αγορασουμε συζυγο και να τον εχουμε κυριο του κορμιου μας. Κακο το πρωτο, το δευτερο πικροτερο κακο. … Θα προτιμουσα να σταθω τρεις φορες πλαι στην ασπιδα παρα να γεννησω μια.

Η Μηδεια ειναι αδυνατο να δεχθει την αδικια του Ιασονα, ομως και παλι το γενικευει ως χαρακτηριστικο ολων των γυναικων: με εκμηδενισες, θα σε εκμηδενισω:

Η γυναικα, ολες τις αλλες φορες, ειναι γεματη φοβο, ειναι δειλη για πολεμο και δεν αντεχει ν᾽ αντικρισει λογχη. Οταν ομως αισθανθει αδικημενη στο κρεβατι, δολοφονικοτερη ψυχη δεν υπαρχει.

Εδω οπου βασιλευει το τελειο Οχι, η Μηδεια ειναι αὐθάδης: αγυριστο κεφαλι, δεν ακουει κανεναν, αδυσωπητη. Εχει καταληφθει απο την μανία ολοτελα:

Οσο και ο βραχος η το κυμα της θαλασσης ακουει τους φιλους που τη νουθετουν,

Φραγκογιαννου

Το Οχι της Φραγκογιαννους αφορα την ζωη της ολοκληρη:

Εἰς εἰκόνας, εἰς σκηνὰς καὶ εἰς ὁράματα, τῆς εἶχεν ἐπανέλθει εἰς τὸν νοῦν ὅλος ὁ βίος της, ὁ ἀνωφελὴς καὶ μάταιος καὶ βαρύς.

Τριγυριζει στο παρελθον της, το ξαναζει ξανα και ξανα, εμμονικα:

Οἱ λογισμοὶ καὶ αἱ ἀναμνήσεις της, ἀμαυραὶ εἰκόνες τοῦ παρελθόντος, ἤρχοντο ἀλλεπάλληλοι ὡς κύματα μέσα εἰς τὸν νοῦν της, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς της. … τυραννικαί και μελανόπτεροι

Ισως αυτη η απεχθεια για την ζωη να την εκανε και καπατσα, "ἐπιτηδειοτάτη μεταξὺ ὅλων τῶν γυναικῶν" και να την ωθησε να κοροϊδευει τον κοσμο ως "ψευδογιατρισσα":

(...) ἐθεράπευε τὴν βασκανίαν, παρεσκεύαζε φάρμακα διὰ τὰς πασχούσας, διὰ τὰς χλωρωτικὰς καὶ ἀναιμικὰς κόρας, διὰ τὰς ἐγκύους καὶ τὰς λεχούς, καὶ τὰς ἐκ μητρικῶν ἀλγηδόνων πασχούσας.

Αυτη η δουλεια της επετρεπε ακομα να τριγυρνα μακρια απο τους ανθρωπους, στα αγαπημενα της  βουνα:

(...) ἐξήρχετο εἰς τοὺς ἀγρούς, ἀνέβαινεν εἰς τὰ ὄρη, διέτρεχε φάραγγας, κοιλάδας καὶ ρεύματα, ἔψαχνε νὰ εὕρῃ τὰ βότανα (...)

Και, ειρωνεια, αναμεσα στις τεχνες που ασκουσε, ηταν κι αυτη της μαμμης …

Στα ματια καποιων οι στερησεις που τους ετυχαν εμφανιζονται ως σημα οτι η ζωη τους αδικησε. Καποιοι απ' αυτους ζητανε να επανορθωσουν την αδικια και να παρουν ο,τι η ζωη τους χρωσταει - κλεβοντας. Ετσι ηταν η μητερα της Φραγκογιαννους. Ετσι εγινε και η ιδια:

Πρὸ τοῦ γάμου της ἡ Χαδούλα εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλέπτῃ ἀπ᾽ ὀλίγα ὀλίγα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ πατρός της, ἀπ᾽ ὀλίγους παράδες, ἀπὸ μισὸν γρόσι. (...) Ἀργότερα, πάλιν ἐξανάρχισε νὰ κλέπτῃ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν "ἔπιανε χαρτωσιὰ" ἐμπρὸς εἰς τὰς κλοπὰς τῆς μητρός της. Αὕτη εἶχε κλέψει πολλά, ἀλλὰ μὲ τέχνην καὶ μέθοδον. (...)  Ἀλλὰ τὴν παραμονὴν τοῦ γάμου, τὸ βράδυ, τὴν ὥραν ποὺ ἐνύχτωνεν ―ὅταν εἶδε τὴν ἐπιμονὴν τῶν γονέων της, νὰ μὴ θέλουν νὰ τῆς δώσουν ἀρκετὴν προῖκα, καὶ εἶδε τὴν ἀπονιὰν τῆς μητρός της― παραφυλάξασα τὴν ὥραν ὁπότε ἡ γραῖα ἐξῆλθε πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν οἰκίαν δι᾽ ἓν θέλημα, κατέβη μὲ παλμὸν καρδίας κρυφὰ στὸ κατώγι· ἔψαξε καὶ ἀνεῦρε τὸ κομπόδεμα (...) καὶ τὸ ἔλυσεν. (...) ἔλαβε μόνον ὀκτὼ ἢ ἐννέα τάλληρα, καταρχάς (...) ἀκολούθως πάλιν τὸ ἤνοιξε, ἔλαβεν ἄλλα πέντε ἢ ἕξ, τὸ ὅλον δεκαπέντε.

Τα παιδια ειναι το μετα απο μας. Εκεινος για τον οποιο το παρελθον, και το παρον, ειναι μαυρο κι αραχνο, καποιες φορες δεν βλεπει κανενα φως, καμια ακρη. Τα παιδια, ισως ιδιαιτερα τα κοριτσια, οχι μονο λογω του κοινωνικου τους αποκλεισμου, αλλα και ως μελλοντα να φερουν στον κοσμο νεα παιδια, ειναι ιδιαιτεροι φορεις αυτης της καταρας που διαιωνιζει μια κολαση. Γι' αυτο για την Φραγκογιαννου η κηδεια ενος μικρου κοριτσιου ειναι γιορτη:

Μεγάλην καὶ ἱερὰν ἀνακούφισιν ᾐσθάνετο ἡ πολυπαθὴς γυνή, ὅταν συνέβαινε, μετὰ τῆς μικρᾶς πομπῆς τοῦ ἱερέως, προπορευομένου τοῦ Σταυροῦ, ν᾽ ἀκολουθῇ βαστάζουσα εἰς τὰς χεῖράς της ἡ ἰδία, ὡς φιλεύσπλαγχνος καὶ συμπονετικὴ ὁποὺ ἦτον, τὸ ἐν εἴδει λίκνου μικρὸν φέρετρον. Προέπεμπε τὸ θυγάτριον μιᾶς γειτόνισσας, ἢ μακρινῆς συγγενοῦς, μέχρι τοῦ τάφου. (...) Ἀλλὰ μεγάλως εὐφραίνετο ὅταν ἡ μικρὰ πομπή, μετὰ δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον ἔφθανεν εἰς τὰ "Μνημούρια". Ὡραία ἐξοχή, παντοτινὴ ἄνοιξις, θάλλουσα βλάστη, ἀγριολούλουδα, ἐμύριζε κῆπος. Ἰδοὺ ὁ περίβολος τῶν νεκρῶν! Ὤ! ὁ Παράδεισος, ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον ἤδη, ἤνοιγε τὰς πύλας διὰ νὰ δεχθῇ τὸ μικρὸν ἄκακον πλάσμα, τὸ ὁποῖον ηὐτύχησε νὰ λυτρώσῃ τοὺς γονεῖς του ἀπὸ τόσα βάσανα. (...) Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὴν νεκρώσιμον οἰκίαν ἡ γραῖα Χαδούλα, διὰ νὰ παρευρεθῇ τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παρηγοριάν, ― παρηγορίαν καμμίαν δὲν εὕρισκε νὰ εἴπῃ, μόνον ἦτο χαρωπὴ ὅλη κ᾽ ἐμακάριζε τὸ ἀθῷον βρέφος καὶ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἡ λύπη ἦτο χαρά, καὶ ἡ θανὴ ἦτο ζωή, καὶ ὅλα ἦσαν ἄλλα ἐξ ἄλλων.

Η αποφαση

Σε αντιθεση με την πρακτικη της καθημερινοτητας, η αποφαση του κακου εχει την δικη της χρονικοτητα. Ο χρονος της καθημερινοτητας ειναι ενα συνεχες οπου, λιγοτερο η περισσοτερο, το ενα φερνει το αλλο και η ζωη κυλα. Η καθε αποφαση ειναι, λιγοτερο η περισσοτερο, βημα σε μια διαδικασια, αυτοματισμος του δια ταυτα.

Η αποφαση του κακου δεν ειναι ενα δια ταυτα. Γι' αυτο ποτε δεν αρκει η αναγωγη της σε ενα κινητρο. Συνηθως προηγειται μια μικρη, η μεγαλη περιοδος αμφιβολιων, αμφιθυμιας, δισταγμου. Και κατοπιν ενα ρηγμα, ενα αλμα. Οι αναστολες απωθουνται βιαια, η ωση προς την πραξη γιγαντωνεται. Ετσι κανεις απαρνειται εκεινον τον ανεσταλμενο εαυτο, απαρνειται ενα κομματι του εαυτου του, το αποδιωχνει βιαια, περιερχεται σε ενα ειδος τυφλωσης. Αντιστοιχα, με τον ιδιο βιαιο τροπο γιγαντωνεται ο αλλος εαυτος, η παρορμηση προς το κακο, το πραγμα ειναι πλεον μονοδρομος, ενα ορμητικο ρευμα, κανεις φερεται, αγεται προς αυτο πλεον ως υπνοβατης.

Μηδεια

Η Μηδεια ειναι ανισχυρη εμπρος στην παρορμηση, στον μονοδρομο που θα οδηγησει τα παιδια στο μαχαιρι της. Εδω ο μονοδρομος λεγεται με την λεξη αὐθάδεια, που ηδη ειπωθηκε απο τον χορο:

το αγριο φερσιμο και την αποτροπαιη φυση της αδυσωπητης ψυχης.

Η λεξη αὐθάδης ερχεται απο το αὐτός και το ἅδος: διαταγμα, εντολη. Ο αὐθάδης ειναι εντεταλμενος απο τον ιδιο τον εαυτο του και υποταγμενος στην εντολη του. Αυτο αποδιδει ο μεταφραστης με "μονοτροπος" (προτιμησα το "αδυσωπητος") και, στα παρακατω λογια της Μηδειας, με "πεισμα":

Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα!

Και στο τελος:

Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Παρακατω η ολη τραγικη πορεια προς το κακο:

Παιδια μου, αχ παιδια μου, εσεις εχετε πολη και σπιτι, οπου θα μεινετε για παντα χωρις τη μητερα, αφηνοντας με στη δυστυχια μου. Εγω πορευομαι ηδη εξοριστη σε αλλη γη. Δεν προλαβα να σας χαρω και να σας καμαρωσω ευτυχισμενα, να ετοιμασω το λουτρο του γαμου, να στολισω τη νυφη, να στρωσω το κρεβατι το νυφικο και να υψωσω λαμπαδες γαμηλιες. Τοση δυστυχια γι᾽ αυτο μου το πεισμα! Άδικα σας αναθρεψα, παιδια μου, αδικα εμοχθησα και τυραννηθηκα, υπομενοντας τις ανελεητες ωδινες της γεννας. Πολλες αληθεια ελπιδες στηριξα καποτε απανω σας η δυστυχη, να με φροντισετε οταν θα γερασω και οταν μια μερα θα με παρει ο θανατος να με νεκροστολισετε κατα την ταξη με τα χερια σας, κατι που το ζηλευει ο καθε ανθρωπος. Τωρα παει πια η γλυκια εκεινη απαντοχη. Χωρις εσας θα ειναι ολη μου η ζωη πονος και οδυνη. Και εσεις δεν θα κοιταξετε ποτε ξανα τη μητερα μ᾽ αυτα τ᾽ αγαπημενα ματια — αλλος βιος σας προσμενει. Αλιμονο! Αλιμονο! Πως με κοιταζουν, παιδια μου, τα ματια σας; Γιατι μου γελατε, το υστατο γελιο; Ωωω! Τι να κανω; Η καρδια μου, γυναικες, ελυγισε, οταν ειδα τα ματια των παιδιων μου που ελαμπαν. Δεν βρισκω τη δυναμη. Ωρα καλη στα σχεδια τα πριν. Θα παρω απο τη χωρα τα παιδια μου. Γιατι αραγε, για να πληγωσω τον πατερα τους με τη δικη τους δυστυχια,να γινω εγω διπλα δυστυχισμενη; Οχι, δεν θα γινει, οχι. Ωρα καλη στα σχεδια μου. Ομως, τι εχω παθει; Θελω μηπως να γινω περιγελως γιατι αφησα τους εχθρους μου ατιμωρητους; Πρεπει να τολμησω. Τι λιποψυχια και η δικη μου, και μονο που αφησα να περασουν απο τη σκεψη μου μειλιχια λογια. Πηγαινετε μεσα, παιδια μου. Και οποιος δεν πρεπει να παρισταται στη θυσια που ετοιμαζω, η ευθυνη δικη του. Το χερι μου δεν θα πτοηθει. Ααα! Ααα! Μη, ψυχη μου, μη, μην πραξεις αυτο που πας να πραξεις. Άφησε τα, δυστυχη, λυπησου τα παιδια. Οταν θα ζουν εκει μαζι μου, θα χαιρεσαι. Μα τους τιμωρους δαιμονες του Άδη, ενα πραγμα δεν θα γινει ποτε: να επιτρεψω εγω στους εχθρους μου να ταπεινωσουν τα παιδια μου. Ετσι και αλλιως αυτα εχουν πια τελειωσει. Διαφυγη δεν υπαρχει. Το στεφανι καθεται ηδη στην κομη της, φοραει τον πεπλο η βασιλικη νυφη και πεθαινει — το γνωριζω αριστα. Ομως τωρα που θα παρω τον δρομο τον πιο σκληρο και θα προπεμψω τα παιδια μου σε ακομα σκληροτερο, θελω να τ᾽ αποχαιρετησω. Δωστε, παιδια μου, δωστε το δεξι σας χερι στη μητερα σας να το φιλησει. Χερι μου αγαπημενο, αγαπημενο στομα, ευγενικη μορφη και προσωπο των τεκνων μου, να ειστε και τα δυο μου ευτυχισμενα, ομως εκει· τα εδω σας τα στερησε ο πατερας σας. Γλυκο μου αγκαλιασμα, δερμα μου τρυφερο και ανασα μυρωμενη των παιδιων μου! Πηγαινετε, πηγαινετε. Δεν αντεχω αλλο να σας κοιταζω, το κακο που με ζωνει με λυγισε. Και καταλαβαινω βεβαια το κακο που παω να κανω, ομως πιο δυνατο απο τη λογικη μου ειναι το μενος της ψυχης, αυτο που ευθυνεται για των ανθρωπων τα δεινα τα πιο μεγαλα.

Φραγκογιαννου

Στην Φραγκογιαννου επισης αρχικα κυριαρχει η αμφιθυμια:

― Τί νὰ σᾶς πῶ!… Ἔτσι τοῦ ᾽ρχεται τ᾽ ἀνθρώπου, τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται, νὰ τὰ καρυδοπνίγῃ!…Ναὶ μὲν τὸ εἶπεν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ ἦτον ἱκανὴ νὰ τὸ κάμῃ ποτέ… Καὶ ἡ ἰδία δὲν τὸ ἐπίστευε.

Ομως η Φραγκογιαννου ξερει κατι ακομα:

Ἄχ! κάθε ἁμαρτία ἔχει καὶ τὴ γλύκα της.

Το λεει βεβαια μιλωντας με την Μαρουσα, την οποια βοηθησε να αποβαλει μετα απο μια "αμαρτια" της. Ομως εδω μιλα και για τον εαυτο της. Η πλανη της υβρης, του κακου ειναι πλανευτρα. Αποπλανα. Και η καταστροφη, οσο πιο καθολικη ειναι, τοσο περισσοτερο φερνει μια φωτεινη νυχτα, μια γιορτη σκοτεινη.

Και καποια ωρα, διπλα στο κρεβατακι της εγγονης της, γινεται το αλμα:

Ἄ! ὅσον τὸ συλλογίζεται κανείς, "ψηλώνει ὁ νοῦς του"! … Τῆς Φραγκογιαννοῦς ἄρχισε πράγματι "νὰ ψηλώνῃ ὁ νοῦς της". Εἶχε "παραλογίσει" ἐπὶ τέλους. Ἑπόμενον ἦτο, διότι εἶχεν ἐξαρθῆ εἰς ἀνώτερα ζητήματα. Ἔκλινεν ἐπὶ τοῦ λίκνου. Ἔχωσε τοὺς δύο μακρούς, σκληροὺς δακτύλους μέσα εἰς τὸ στόμα τοῦ μικροῦ, διὰ νὰ "τὸ σκάσῃ".

Το κανει σαν υπνοβατης:

Ἤξευρεν ὅτι δὲν ἦτο τόσον συνήθεια "νὰ σκάζουν" τὰ πολὺ μικρὰ παιδία. Ἀλλ᾽ εἶχε "παραλογίσει" πλέον. Δὲν ἐνόει καλὰ τί ἔκαμνε, καὶ δὲν ὡμολόγει εἰς ἑαυτὴν τί ἤθελε νὰ κάμῃ.Καὶ παρέτεινε τὸ σκάσιμον ἐπὶ μακρόν· εἶτα ἐξάγουσα τοὺς δακτύλους της ἀπὸ τὸ μικρὸν στόμα τοῦ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ