Αποτυχημένοι γάμοι: Λάθη που κάνουμε στην επιλογή συντρόφου

1 Φεβρουαρίου 2016

Γάμος και Κοινωνία

Ο θεσμός του γάμου υπάρχει σ’ όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Και υπήρχε σ’ όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, όσο πίσω μπορούμε να κοιτάξουμε. Ο γάμος εμφανίστηκε ως ένας τρόπος να ελέγχεται η ανθρώπινη παραγωγή και να υπάρχει κοινωνική τάξη: Να είναι ξε­κάθαρο για το ποιος είναι υπεύθυνος για τη φροντίδα κάθε νέου παιδιού, και ποιός έχει τα οφέλη απ’ το κάθε παιδί. (Τείνουμε να βλέπουμε τα παιδιά σαν ένα έξοδο, αλλά, αν κοιτάξουμε έστω και λίγο πίσω στην ιστορία, θα δούμε ότι θεωρούσαν τα παιδιά ως ένα οικονομικό όφελος, γιατί έμπαιναν από μικρά στην παραγωγή, και αργότερα, όταν οι γονείς θα γίνονταν αρκετά γέροι, τα παιδιά θ’ αναλάμβαναν τη φροντίδα των γονιών τους. Σε πολλές κουλτούρες σήμερα στον κόσμο, τα παιδιά έχουν ακόμα αυτό το ρόλο).

Σ’ όλες τις κοινωνίες, από πολύ παλιά, ο γάμος ορίζει ποιος συγγενεύει με το κάθε παιδί που έρχεται στον κόσμο, αλλά ορίζει επίσης τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας. Είναι η πρω­ταρχική μορφή συγγένειας που καθορίζει ποιά είναι η κοντινή σου οικογένεια, το σόι σου, η φυλή σου - κι αυτή είναι και η μορφή των πολιτικών σχέσεων. Ο γάμος επίσης ορίζει τις σχέσεις ιδιοκτη­σίας: Ποιός κληρονομεί τι και από ποιον. Τα γειτονικά εδάφη  μπορεί να ενωθούν αν οι ιδιοκτήτες ή τα παιδιά τους παντρευτούν. Και στις παραδοσιακές κοινωνίες -στην Ευρώπη μέ­χρι πρόσφατα, και σε άλλα μέρη της γης μέχρι σήμερα- ο κάθε γάμος ήταν και μια οικονομική συναλλαγή, η λεγάμενη προίκα.

Επειδή ο γάμος είναι ο πυρήνας του κοινωνικού συστήματος με τρεις σημαντικούς τρόπους -παραγωγή, πολιτική και οικονομία- είναι χρήσιμο για την κοινωνία οι περισσότεροι άν­θρωποι να παντρεύονται και να παραμένουν παντρεμένοι. Ο γάμος είναι τόσο σημαντικός για μια εύτακτη κοινωνία - γι’ αυτό και δεν θεωρείται ένας τυχαίος θεσμός. Κανονιζόταν απ’ τους συγγενείς και συνεχίζει να κανονίζεται ακόμα σ’ ορισμένα μέρη.

Στην κοινωνία μας, οι περισσότεροι γάμοι δεν κανονίζονται πια απ’ τους γονείς. Οι άνθρωποι ζευγαρώνουν με γνώμονα τη ρομαντική αγάπη. Ωστόσο, δεν είμαστε και τόσο ελεύθεροι, όσο νομίζουμε ότι είμαστε, ιδιαίτερα για το πότε θα παντρευτούμε.

Η Πίεση Για Γάμο

Μετά από αμέτρητες γενιές στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο γάμος είναι κάτι περισσότερο από νόμος. Είναι μια κοινω­νική σύμβαση. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα αποδεκτό έθιμο - κά­τι που ο καθένας (ή σχεδόν ο καθένας) συμφωνεί ότι είναι σωστό (να παντρεύεται). Μερικές φορές υποτιμούμε τους ανθρώπους όταν λέμε: “Α!, είναι πολύ συντηρητικοί”. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι κακό να είναι κανείς συμβατικός. Το θυμόμαστε αυτό όταν κάποιος σπάει έναν κοινωνικό κανόνα που εμείς συμφωνούμε μ’ αυτόν, όπως π.χ. όταν κάποιος μας παίρνει τη σειρά καθώς περι­μένουμε.

Οι περισσότεροι από μας συμφωνούμε, ότι το να παντρευτεί κάποιος στα νιάτα του είναι σωστό. Αυτό μας δίδαξαν από την παιδική μας ηλικία στην κοινωνία που μεγαλώσαμε. (Είναι χρή­σιμο για την κοινωνία να πιστεύουμε κάτι τέτοιο, γιατί έτσι έχου­με περισσότερες πιθανότητες να παντρευτούμε, και αυτό διατη­ρεί την κοινωνική τάξη). Επίσης μας έχουν διδάξει ότι το να πα­ντρευτούμε δείχνει πολλά για το ποιοί είμαστε. Δείχνει ότι εμείς (και όχι μόνο τα παιδιά μας) είμαστε νόμιμοι, ότι είμαστε προσαρμοσμένοι στην κοινωνία. Με το να παντρευτούμε εγκαθι­δρύουμε τους εαυτούς μας ως μέρος της ομάδας των ενήλικων ανθρώπων. Ως ζευγάρια, γινόμαστε αναγνωρίσιμοι σ’ ένα κοινω­νικό περιβάλλον με έναν τρόπο επιβεβαιωτικό, μη απειλητικό. Το να παντρευτούμε σημαίνει ότι έχουμε επιτύχει (κι ότι και οι γονείς μας πέτυχαν). Έχουμε πετύχει ένα στόχο ζωής, και τώρα έχουμε να προχωρήσουμε σε εξίσου σημαντικούς στόχους, όπως να κάνουμε παιδιά και να δημιουργήσουμε ένα σπιτικό. Τέλος, αν είμαστε θρησκευόμενοι -όποια και να είναι η θρησκεία που ασπαζόμαστε- το να παντρευτούμε σημαίνει να ολοκληρώσουμε τον προορισμό που μας έχει δώσει ο Θεός.

Έχουμε προσδοκία να παντρευτούμε. Οι γονείς, τα αδέρφια, οι φίλοι προσδοκούν να παντρευτούμε. Νωρίτερα ή αργότερα, μετά την ενηλικίωσή μας, αρχίζουμε να αισθανόμαστε αυτή την κοινή προσδοκία, την πίεση για γάμο. Επειδή οι γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά μέχρι μια ηλικία, νιώθουν αυτή την πίεση νωρίτερα από τους άντρες. Γενικότερα οι γυναίκες αι­σθάνονται αυτή την πίεση ισχυρότερα από τους άντρες. Κι αυτό γιατί το κοινωνικό μήνυμα ότι πρέπει να παντρευτείς για να γί­νεις κάποιος, έχει περαστεί πιο ισχυρά στις γυναίκες. (Έχετε δει ποτέ περιοδικό για μέλλοντες γαμπρούς;). Όμως και οι άντρες νιώθουν πίεση. Ο γάμος είναι σημαντικός για την εικόνα και την κοινωνική θέση όλων των ανθρώπων.

Οι γυναίκες νιώθουν την πίεση για γάμο. Οι άντρες νιώθουν την πίεση για γάμο. Έτσι λοιπόν, μετά την ενηλικίωση αρχίζουμε ν’ αναζητούμε κάποιον όχι για να περνάμε απλώς όμορφα και ρομαντικά, αλλά για να παντρευτούμε.

Οι 2 Τακτικές Επιλογής Συντρόφου

'Όταν αρχίζουμε να νιώθουμε την πίεση για γάμο, έχουμε μια αί­σθηση βιασύνης, κι αρχίζουμε ν’ αναζητούμε κάποιον για να πα­ντρευτούμε. Και την ίδια στιγμή νιώθουμε ότι οι επιλογές μας εί­ναι περιορισμένες. Υπάρχουν οι άνθρωποι που βλέπουμε δουλειά, στις σχολές μας, οι φίλοι των φίλων. Όλοι αυτοί δεν φαίνεται να είναι πολλοί. Κι αν δεν νιώθουμε και πολύ σίγουροι για τη γοητεία μας, μπορεί να αισθανόμαστε ότι οι επιλογές μας είναι ακόμα πιο περιορισμένες. Αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει χρόνος να περιμένουμε μέχρι να βρούμε τον άνθρωπο που θα ήταν ιδανικός για μας, γιατί μπορεί αυτός ο άνθρωπος να μη βρεθεί ποτέ στο δρόμο μας. Λογαριάζουμε λοιπόν, ότι αν κάποιος, που έχει κάποια θετικά στοιχεία, βρεθεί μπροστά μας, θα πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μείνουμε μαζί του, έστω κι αν αυτός δεν είναι ιδανικός για μας. Με λίγα λόγια, η πίε­ση για γάμο μας οδηγεί στο ν’ ακολουθήσουμε μια βιαστική τακτική λήψης αποφάσεων σε σχέση με την επιλογή συντρόφου, αντί να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη, πιο συνειδητή τακτική, αυτή που χρησιμοποιούμε συνήθως όταν παίρνουμε σοβαρές αποφάσεις.

Για να καταλάβετε πόσο διαφορετικές είναι οι δύο αυτές τα­κτικές, φανταστείτε πώς εσείς κι ο σύντροφός σας θέλετε ν αγοράσετε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν θ αγορά­ζατε το πρώτο όμορφο δαχτυλίδι που θα βλέπατε. (Αν το κάνατε αυτό, θα ήταν μια βιαστική απόφαση). Αντί γι’ αυτό, θα πηγαίνα­τε σε διαφορετικά μαγαζιά για να κάνετε σύγκριση. Αφού θα βλέ­πατε αρκετά δαχτυλίδια, θα συνειδητοποιούσατε ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος διαμαντιού που προτιμάτε, ή ένα είδος δεσί­ματος που σας αρέσει περισσότερο από τ άλλα. Μπορεί και να διαβάζατε κάποια πράγματα για τα διαμάντια, για να είστε βέ­βαιοι ότι θ’ αγοράσετε την καλύτερη ποιότητα ανάλογα με τα χρήματα που διαθέτετε. Αυτή είναι η τακτική της συνειδητής επιλογής.

Δεν επιλέγουμε συνήθως συνειδητά όταν ψάχνουμε για ένα σύντροφο. Συνήθως συμβαίνει το εξής: Ψάχνουμε για κάποιο σύ­ντροφο με απώτερο σκοπό το γάμο, και κάποιος άλλος ψάχνει το ίδιο πράγμα. Συναντιόμαστε, και βρίσκουμε ο ένας τον άλλο τόσο ελκυστικό ώστε να μας τραβήξει το ενδιαφέρον.

Τότε ανακαλύπτουμε ότι α) ο άλλος φαίνεται ένας καλός άν­θρωπος, και β) τον ελκύουμε. Αυτά τα δυο είναι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρχίσει η διαδικασία σεξουαλικής έλξης και επιβεβαίωσης, και έτσι ερωτευόμαστε. Όταν ερωτευτούμε, ο σύντροφός μας, μας φαίνεται τέλειος σε όλα. Κι αν, καθώς η σχέση εξελίσσεται, συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο άλλος είναι ένας καλός άν­θρωπος και συνεχίζουμε να νιώθουμε σεξουαλική έλξη, αρχίζου­με τότε να σκεφτόμαστε ότι μπορεί αυτός να είναι ο σωστός σύ­ντροφος για μας. Κι αν τα δημογραφικά του χαρακτηριστικά -ηλικία, μόρφωση, επάγγελμα, θρησκεία, κ.τ.λ.- είναι αποδεκτά (σ’ εμάς, στην οικογένειά μας και στους φίλους μας), μπορούμε να προχωρήσουμε στο γάμο.

Τα περισσότερα ζευγάρια δεν ακολουθούν τη στρατηγική της σύ­γκρισης και της συνειδητής επιλογής. Δεν διαλέγουν ανάμεσα σε διάφορες επιλογές, παρά αποφασίζουν ότι η μία και μοναδική επιλογή που βρίσκεται μπροστά τους, είναι αρκετά καλή ώστε να την επιλέξουν για όλη τους τη ζωή. Το σημαντικότερο πράγμα εί­ναι το εξής: Παρόλο που οι σύντροφοι δεν επιλέγουν συνειδητά μετά από  σύγκριση, το ερωτικό αίσθημα τούς οδηγεί να νομίζουν ότι το κάνουν συνει­δητά, κι έτσι νιώθουν πεπεισμένοι ότι παίρνουν τη σωστή απόφαση.

Όταν οι άνθρωποι παντρεύονται ακολουθώντας την τακτική της πρώτης επιλογής που θα τους τύχει, είναι ευτυχισμένοι στην αρχή. Οι σύντροφοί τους είναι ευτυχισμένοι, όπως επίσης οι συγ­γενείς και οι φίλοι, γιατί φαινομενικά φαίνονται ταιριαστοί μετα­ξύ τους. Οι σύντροφοι ανακαλύπτουν πόσο ταιριάζουν μεταξύ τους, μόνο όταν η σεξουαλική έλξη του ρομαντικού έρωτα έχει μειωθεί - σε τρεις μέρες, τρεις μήνες ή τρία χρόνια μετά το γάμο. (Δεν κρατά συνήθως πάνω από τρία χρόνια). Σ’ αυτό το ση­μείο, αν είναι τυχεροί, οι σύντροφοι ανακαλύπτουν ότι δεν έτυχε να παντρευτούν κάποιον που τους έμοιαζε μόνο τυπικά αλλά ουσιαστικά

Αν δεν είναι τυχεροί, αρχίζουν να νιώθουν ότι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο όσο στην αρχή. Μπορεί να αναγνω­ρίζουν ότι η αγάπη έσβησε επειδή δεν υπήρχε αρμονία μεταξύ τους. Ή μπορεί και να μην το αναγνωρίζουν, και να νιώθουν απογοήτευση και αμηχανία. Θα ήταν καλύτερα γι’ αυτά τα άτυχα ζευγάρια να μην είχαν παντρευτεί εξ’ αρχής. Και ίσως να μην είχαν παντρευτεί αν δεν ένιωθαν την πίεση για γάμο. Η ρομαντική τους ιστορία θα έφτα­νε στο τέλος της και δεν θα είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τα νομικά προβλήματα, το στίγμα της κοινωνίας, και τον πόνο του χωρι­σμού (ειδικά αν έχουν και παιδιά), που είναι το αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου γάμου.

 Σ’ αυτό το σημείο, μπορεί και να διαφωνείτε μ’ αυτά που είπα για τις δυο τακτικές επιλογής συντρόφου. Άλλωστε, πρακτικά οι άν­θρωποι δεν μπορούν να συγκρίνουν πολλούς πιθανούς συντρόφους, όπως μπορούν να κάνουν μ’ ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. 'Οταν σχε­τιζόμαστε με κάποιον, δεν υπάρχουν και πολλοί τριγύρω για να συ­γκρίνουμε και τελικά να επιλέξουμε. Κι αν υπήρχαν, δεν θα το θέ­λαμε, απλά επειδή είμαστε ερωτευμένοι με το σύντροφό μας. Περιστασιακά, μπορεί να τύχει να ερωτευτούμε με δύο ανθρώπους ταυτόχρονα και να πρέπει \ αποφασίσουμε. Η διαδικασία να δια­λέξουμε μεταξύ των δύο, δεν γίνεται με τόσο καθαρό μυαλό. Κυριαρχούμαστε απ’ την αγωνία, γιατί είμαστε ερωτευμένοι.

Αλλά, το να επιλέγουμε συνειδητά ανάμεσα σ’ εναλλακτικούς συντρόφους, προϋποθέτει να ξέρουμε τι ακριβώς ζητάμε από ένα σύντροφο. Οι περισσό­τεροι άνθρωποι δεν έχουν μια ξεκάθαρη αίσθηση για το τι ψά­χνουν σε ένα μελλοντικό σύζυγο. Συχνά, απλά συγκρίνουν τον τωρινό τους σύντροφο με τυχόν προηγούμενους, και βλέπουν αν αυ­τή η σχέση είναι σχετικά καλύτερη. Αλλά, αν οι προηγούμενες σχέσεις είναι κακές, το γεγονός ότι η τωρινή σχέση είναι καλύτε­ρη δεν σημαίνει και πολλά. Το μόνο που μπορεί κανείς να πει, είναι ότι αυτή η σχέση είναι καλύτερη απ’ τις προηγούμενες. Αυτό είναι το πρόβλημα με την τακτική της βιαστικής επιλογής. 'Οταν πρόκειται να διαλέξεις αυτόν που θα παντρευτείς, το να εί­ναι απλά καλός, δεν είναι αρκετό.

Κείμενο της Sam Hmburg. Απόσπασμα από τιο βιβλίο Θα κρατήσει η αγάπη μας Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Θυμάρι για την ευγενικήπαραχώρηση του υλικού. 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ