Η γρίπη θερίζει και η εξέταση κοστίζει

3 Φεβρουαρίου 2016

Από την υστερία του 2009 στην ανέχεια του 2016, οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Υγείας φαίνεται να ακροβατούν διαχρονικά στα άκρα όταν αντιμετωπίζουν ένα σοβαρό θέμα δημόσιας υγείας όπως είναι η γρίπη, με τα δυνάμει πανδημικά στελέχη της που κάθε χρόνο μεταλλάσσονται.

Από τη σωρηδόν διεξαγωγή -σε όποιον περπατάει- των πανάκριβων τότε (100 ευρώ το ένα) τεστ ανίχνευσης του ιού επί υπουργίας Αβραμόπουλου, περάσαμε στο άλλο άκρο της σημερινής αδυναμίας του υπουργείου Υγείας να βρει μια λύση για την κάλυψη της δαπάνης του απολύτως απαραίτητου ελέγχου των ύποπτων κρουσμάτων, εν μέσω έξαρσης της γρίπης και μάλιστα με το πιο επικίνδυνο, σύμφωνα με τους λοιμωξιολόγους του ΚΕΕΛΠΝΟ, πανδημικό στέλεχος Η1Ν1, κάτι που, όπως επισημαίνουν, ήταν γνωστό κι αναμενόμενο.

Ως αποτέλεσμα αυτού, οι άρρωστοι στέλνονται στο Ινστιτούτο Παστέρ και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών για να ελεγχθούν, πληρώνοντας από την τσέπη τους το καθόλου ασήμαντο, παρόλο που έχει αναπροσαρμοστεί προς τα κάτω, κόστος εξέτασης των 50 ευρώ.

Μέχρι πρότινος, η δαπάνη για τον έλεγχο που διενεργούσε το Ινστιτούτο Παστέρ καλυπτόταν από το Κέντρο Ελέγχου & Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) του υπουργείου Υγείας.

Φέτος, κάτι τέτοιο δεν προβλέφθηκε και τα νοσοκομεία δεν είναι σε θέση, είτε λόγω ελλείψεων των απαραίτητων αντιδραστηρίων είτε λόγω υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης, να κάνουν τον έλεγχο και διενεργούν με φειδώ τεστ στους νοσηλευόμενους.

Πολλοί από τους συμπολίτες μας δεν κάνουν ποτέ την εξέταση, δεδομένου του υψηλού κόστους της.

Συνεπώς, θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί σχετικό κονδύλι από την πολιτεία, αφού ήταν αναμενόμενη η επικράτηση του πανδημικού στελέχους Η1Ν1.

Οπως σημειώνει το ΚΕΕΛΠΝΟ σε ανακοίνωσή του, «σε όλη την Ευρώπη επικρατεί μέχρι αυτή τη στιγμή το πανδημικό στέλεχος της γρίπης Η1Ν1 [Α(Η1Ν1)pdm09] και αυτό θεωρείται αναμενόμενο, λόγω του ότι κατά την περσινή περίοδο γρίπης επικράτησαν τα στελέχη Α(Η3Ν2) και Β του ιού της γρίπης».

Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα της «Εφ.Συν.», το υπουργείο Υγείας εξέδωσε χθες μια σύντομη ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία θα δοθεί εντολή στη διοίκηση του ΕΟΠΥΥ να αναλάβει ο Οργανισμός το οικονομικό κόστος της διενέργειας του ειδικού τεστ ανίχνευσης.

Ωστόσο, όπως ξεκαθαρίζεται, αυτό θα αφορά τους «νοσηλευόμενους ασθενείς των νοσοκομείων του ΕΣΥ» -τους οποίους ήδη καλύπτουν τα νοσοκομεία- και όχι όλο τον κόσμο.

Αυτή τη στιγμή νοσηλεύονται σε ΜΕΘ 60 άτομα, ενώ συνολικά, από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η επιδημία γρίπης, έχουν νοσηλευτεί σε ΜΕΘ 93 άτομα και έχουν πεθάνει 13, όπως είπε στην «Εφ.Συν.» ο Σωτήρης Τσιόδρας, λοιμωξιολόγος του ΚΕΕΛΠΝΟ, καθηγητής Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο ίδιος επιβεβαιώνει ότι «κάποια χρήματα δόθηκαν χθες για την κάλυψη μόνο των νοσοκομειακών ασθενών».

Το στέλεχος Η1Ν1, όπως εξηγεί, «είναι πιο επικίνδυνο και χρειάζεται προσοχή. Ο αριθμός των μέχρι στιγμής κρουσμάτων στη χώρα μας κινείται στα επίπεδα της πανδημίας του 2009, από τη στιγμή που είναι το ίδιο στέλεχος».

Οσον αφορά τους νοσούντες, εντοπίζει ότι το 70% των ατόμων που νοσηλεύονται είναι κάτω των 60 ετών.

Τήρηση των κανόνων υγιεινής

Ο ίδιος συστήνει την αυστηρή τήρηση των κανόνων υγιεινής των χεριών, τη γρήγορη θεραπεία των ατόμων υψηλού κινδύνου και τον αντιγριπικό εμβολιασμό ακόμα και τώρα, την άμεση επικοινωνία με θεράποντα ιατρό εφόσον τα συμπτώματα της γρίπης είναι έντονα και επιμένουν και -μετά τη συμβουλή του- την έγκαιρη χρήση αντιικών φαρμάκων προκειμένου να προληφθούν οι επιπλοκές.

Τα συμπτώματα της γρίπης, όπως εξηγεί ο κ. Τσιόδρας, συνήθως ξεκινούν απότομα και περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, πόνους των μυών και των αρθρώσεων, πονοκέφαλο, έντονη κόπωση, καταρροή, πονόλαιμο, βήχα (συνήθως ξηρό).

Τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν συμπτώματα από το γαστρεντερικό, όπως ναυτία, εμετούς, διάρροια, ενώ στους ενήλικες τα συμπτώματα αυτά είναι σπάνια.

Τα συμπτώματα αρχίζουν 1-4 ημέρες μετά την προσβολή από τον ιό και διαρκούν 2-7 ημέρες, ο βήχας όμως μπορεί να επιμένει για αρκετό χρονικό διάστημα.

Οι ενήλικες μπορεί να μεταδώσουν τη νόσο μία ημέρα πριν αρρωστήσουν και έως 5–7 ημέρες από τη στιγμή που θα εκδηλώσουν τα συμπτώματα.

Τα παιδιά και οι ασθενείς με σοβαρή ανοσοκαταστολή μπορεί να τη μεταδίδουν για περισσότερο από μία εβδομάδα.

Στις ομάδες υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, ανήκουν τα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, παιδιά και ενήλικες που παρουσιάζουν επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα (π.χ. άσθμα ή άλλες πνευμονοπάθειες, καρδιακή νόσο, μεταμόσχευση οργάνων, δρεπανοκυτταρική νόσο, σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφροπάθεια), έγκυες γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης, λεχωίδες, θηλάζουσες, άτομα με δείκτη μάζας σώματος >40kg/m, παιδιά που παίρνουν μακροχρονίως ασπιρίνη (π.χ. νόσος kawasaki), άτομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά <6 μηνών και οι εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας.

efsyn

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ