Δε μου λείπει τίποτα γιατί δε βρίσκω σύντροφο;

2 Απριλίου 2013


Θα σας θέσω ένα ερώτημα και δικό μου αλλά και πολλών φιλενάδων μου. Είμαι 32 ετών. Χωρίς να θέλω να περιαυτολογώ, πιστεύω ότι είμαι αρκετά εμφανίσιμη. Έχω κάνει αρκετές σχέσεις στη ζωή μου αλλά το θέμα είναι ότι οι σχέσεις αυτές διαρκούσαν λίγο και δεν ήταν σοβαρές. Μεγαλώνοντας άρχισα να γίνομαι πιο επιλεκτική. Κάποιες φίλες μου μου λένε... καλά κάνεις. Κάποιες άλλες μου λένε "μήπως έχεις γίνει παράξενη;" Αυτό μου το τονίζουν κυρίως οι άνδρες φίλοι. Περιέγραφα σε έναν φίλο μου το τελευταίο μου ραντεβού. Βγήκα για φαγητό με έναν άνδρα που γνώρισα στη δουλειά, αρκετά εμφανίσιμο και έξυπνο αλλά δεν ήταν αυτό που περίμενα... Ήταν λιγότερο δυναμικός από όσο φανταζόμουν. Είχα σχηματίσει άλλη εντύπωση γι΄αυτόν ίσως επειδή ήταν μεγαλύτερος από εμένα κατά 5 χρόνια και είχε το προφίλ του επαγγελματικά επιτυχημένου- μάλλον αυτό με μπέρδεψε. Αλλά έδειχνε να μην παίρνει καμιά πρωτοβουλία. Να μη το συζητήσω ότι δεν έκανε καν την κίνηση να με φιλήσει ή να με φλερτάρει ανοιχά. Ο κολλητός μου μου απάντησε: Μα καλά, τι θες τέλος πάντων; Τι ψάχνεις; Όταν βγαίνεις με πολύ δυναμικούς άνδρες διαμαρτύρεσαι λέγοντας ότι θες κάποιον πιο ευαίσθητο και όχι τόσο επιβλητικό. Λοιπόν, ξέρετε κάτι; ίσως πραγματικά είναι παράξενη. Γιατί αν δεν ήμουν θα ήμουν σε μια σχέση σήμερα. Και η αλήθεια είναι ότι έχω να κάνω σοβαρή σχέση εδώ και δυο τρία χρόνια. Γιατί σκέφτομαι ότι δεν μου λείπει τίποτα αλλά δεν μπορώ να βρω σύντροφο και νιώθω μόνη μου. Άλλες γυναίκες που ίσως είναι και λιγότερο εμφανίσιμες από μένα ή λιγότερο έξυπνες έχουν σχέση και μάλιστα ετοιμάζονται για γάμο. Άρα κάτι πάει στραβά... τι πρέπει να κάνω;   


Αγγελική


Αγαπητή αναγνώστρια. Μια πολύ καλή άποψη για τις γυναίκες που διαμαρτύρονται πως δεν μπορούν να βρουν εύκολα σύντροφο είναι αυτή που εκθέτει ο Alon Gratch κλινικός ψυχολόγος, Καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια αρθρογράφος στους New York Times σε ένα πρόσφατο κείμενό του. Τι πραγματικά θέλουμε οι γυναίκες; Γιατί κάποιες δυσκολευόμαστε τόσο πολύ;



"Η εμπειρία των περισσότερων θεραπευτών που δουλεύουν με ενήλικες, συμπεριλαμβάνει οπωσδήποτε κάποιες γυναίκες με την παρακάτω περιγραφή: Έξυπνες, ανεξάρτητες, επιτυχημένες, πειθαρχημένες, ελκυστικές, γοητευτικές, λογικές, υποστηρικτικές και αυθεντικές. Όπως ίσως μαντέψατε, αυτός ο «τύπος» γυναίκας κάνει θεραπεία επειδή φαινομενικά είναι ανίκανη να βρει το σωστό άνδρα για να ολοκληρώσει τη ζωή της με αγάπη, συντροφικότητα και παιδιά.


Γιατί μια ελκυστική γυναίκα δε μπορεί να βρει σύντροφο;


Ο θεραπευτής της – όπως, ίσως και οι άλλοι άνθρωποι στη ζωή της- δεν μπορεί να καταλάβει – τουλάχιστον στην αρχή- γιατί αυτή η ελκυστική γυναίκα δεν μπορεί να βρει την αγάπη. Όμως, αν ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος μπορούν να μείνουν στην άγνοια και να περιμένουν, σύντομα θα αναδυθεί ένα απίστευτα κατανοητό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Αυτή η γυναίκα δεν έχει συνήθως πρόβλημα να βγει ραντεβού με άνδρες – και αξίζει να σημειώσουμε ότι οι κατάλληλοι υποψήφιοι είναι πολλοί, αλλά αυτή ποτέ δεν πετυχαίνει. Αρχικά, η γυναίκα έρχεται σ’επαφή μ’ένα συμπαθητικό, συναισθηματικά ευαίσθητο και ανοιχτό άνδρα.


Όμως, σύντομα ανακαλύπτει – ή φαντάζεται (ακόμα κι ο θεραπευτής δεν μπορεί να πει τι απ’τα δύο συμβαίνει) – ότι ο άνδρας αυτός είναι πολύ αδύναμος, γεμάτος  ανάγκες ή βαρετός. Εκείνη πιστεύει ότι είναι πολύ καλός, αλλά του λείπει η ζωτικότητα. Ή δεν είναι αρκετά επιτυχημένος. Μετά εκείνη διαλύει την σχέση και προσπαθεί να γνωρίσει έναν πιο διεκδικητικό, ανεξάρτητο, ή φιλόδοξο άνδρα. Όμως και εδώ ανακαλύπτει –ή φαντάζεται- ότι αυτός ο άνδρας δεν της φέρεται καλά. Βλέπει ότι είναι οικκονομικά σταθερός και υπεύθυνος αλλά είναι και αναίσθητος, εγωιστής και επικριτικός. Έτσι χωρίζει και μ’αυτόν. Εκτός αν έχει μαζοχιστικές τάσεις, οπότε και μένει μαζί του ώσπου αυτός να δώσει ένα τέλος στη σχέση.


Η χρυσή τομή στην ανδρική συμπεριφορά που η γυναίκα αναζητά.


Μερικές φορές αυτό το μοτίβο κρύβεται πίσω από διαφοροποιήσεις του ίδιου όμως θέματος. Η σειρά των ανδρών που θα κάνει σχέση ίσως αλλάξει, ή θα βγει με μερικούς του ίδιου τύπου και μετά με άλλους του άλλου τύπου. Όμως, βασικά, σύμφωνα με την οπτική αυτής της αρχετυπικής γυναίκας, οι άνδρες φαίνονται να διαχωρίζονται σε φοβιτσιάρηδες και τσαμπουκάδες.


Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ, ίσως αναρωτηθείτε. Είναι αλήθεια ότι οι άνδρες χωρίζονται σ’αυτές τις δύο κατηγορίες ή αυτή η έξυπνη και ευαίσθητη γυναίκα το έχει βγάλει αυτό με το μυαλό της; Όπως όλες οι ερωτήσεις που περιέχουν το διαζευτικό «ή» (όπου και οι απαντήσεις τους είναι δύσκολες), η απάντηση σ’αυτήν εδώ, βρίσκεται στην ίδια την ερώτηση – συμβαίνουν και τα δύο. Υπάρχουν πραγματικά άνδρες που είναι λιγότερο ή περισσότερο επιθετικοί και υπάρχει αλήθεια στο ρητό που λέει ότι «οι καλοί φτάνουν τελευταίοι». Όμως υπάρχει και η χρυσή τομή και υπάρχουν πολλοί επιτυχημένοι και ευαίσθητοι άνδρες. Αλλά αυτή η γυναίκα δεν βλέπει τη χρυσή τομή, διότι ούτε η ίδια δεν την έχει βρει.


Τι ρόλο παίζει η σχέση της γυναίκας που δεν μπορεί να βρει τον κατάλληλο σύντροφο, με τη μητέρα της; 


Όταν εξετάσεις την προσωπική ιστορία αυτής της γυναίκας, αυτό που παρατηρείς είναι, ότι για κάποιους λόγους, δεν κατάφερε να ταυτιστεί με την μητέρα της – να τη θαυμάσει, να τη σεβαστεί, να την κοιτάξει με δέος. Η μητέρα ίσως να ήταν (ή η κόρη της να την έβλεπε έτσι), τρελή ή ανίκανη ή παχύσαρκη ή απλά «αδύναμος χαρακτήρας» - και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε η κόρη της ορκίστηκε να μην γίνει σαν την μητέρα της. Κατέληξε λοιπόν να έχει ένα χαρακτήρα που άρχισε να οργανώνεται απ’ την αρχή προς την κατεύθυνση « δεν θα μοιάσω στη μητέρα μου».


Οι γυναίκες αυτές έχουν ταυτιστεί με τον πατέρα τους. 


Επιφανειακά λοιπόν αυτή η γυναίκα έχει ταυτιστεί περισσότερο με τον πατέρα της – ο οποίος ήταν πιο άξιος για ταύτιση σε σύγκριση με τη μητέρα. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο να αποβάλλει κανείς την μητέρα του. Έτσι στην πράξη, παρά την γενναία της προσπάθεια να σβήσει την επιρροή της μητέρας της, αυτό που βιώνει κάτω απ’την επιφάνεια είναι η μητέρα που έχει ενσωματωθεί μέσα της. Και ο φόβος της μην γίνει σαν την μητέρα της μαρτυρά αυτή τη βαθιά και ασυνείδητη ταύτιση. Εν ολίγοις, ένα μεγάλο μέρος της ψυχολογίας αυτής της γυναίκας βασίζεται στην επιθυμία της ν’αποβάλλει και νάπορρίψει τη μητέρα της – χωρίς όμως ν’αρνηθεί και ν’αποδιώξει την ενσωματωμένη μητέρα μέσα της.


Γιατί μας ενοχλούν οι πολύ ευγενικοί και ευαίσθητοι άνδρες;


Αυτή είναι η δυναμική που ελέγχει τις σχέσεις της με τους άνδρες. Όσο και να θέλει να της φέρονται καλά, ο ευγενικός και ευαίσθητος άνδρας γρήγορα γίνεται μια απειλή για το σκληρό και αρσενικό της περίβλημα. Αν το αφήσει να εισχωρήσει θα γίνει κι αυτή γλυκανάλατη όπως κι αυτός, θα γίνει δηλαδή σαν την μητέρα της. Έτσι, η εμπειρία που παίρνει απ’τη σχέση απλά ενισχύει το αμυντικό στοιχείο της ταύτισης που έχει κάνει.


Ο άνδρας που σχετίζεται μπορεί να μην είναι αρκετά επιθετικός (ίσως να έχει υπερταυτιστεί με την μητέρα του), είναι όμως πραγματικά παθητικός και άχρηστος, όπως τον βλέπει εκείνη; Ίσως να είναι. Το πιο πιθανό όμως είναι να προβάλλει πάνω σ’αυτόν τη μητέρα που έχει ενσωματωθεί μέσα της, και απ’την οποία πρέπει να δραπετεύσει γιατί δεν την αντέχει. Με άλλα λόγια, με το που βρήκε, ή επαναδημιούργησε τη μητέρα της μέσα σ’αυτόν τον άνδρα, εγκλωβίστηκκε και νιώθει πάλι ότι πρέπει να ξεφύγει.


Γιατί δεν θέλουμε ούτε τους πολύ δυναμικούς άνδρες; 


Όμως το περίεργο είναι, ότι όσο και να θέλει να έχει ένα «δυνατό άνδρα», ο διεκδικητικός και φιλόδοξος άνδρας είναι μια απειλή. Γιατί αυτός ο τύπος άνδρα, κανονικά, δεν θέλει να τον κυνηγούν. Θέλει να έχει, τουλάχιστον, την ψευδαίσθηση ότι αυτός καθοδηγεί τη σχέση – έτσι, δεν θέλει να έχει σχέση μ’έναν ανταγωνιστή. Για να μπορέσει εκείνη να τα πάει καλά μ' αυτόν τον άνδρα, θα πρέπει να τον αφήσει να παίρνει τις πρωτοβουλίες κι αυτή να παίρνει την επιθετική του στοργή με παθητική δεκτικότητα. Όμως αυτό τη βάζει στη θέση που έχει ορκιστεί να μην μπει ποτέ – δίπλα στη μητέρα της. Έτσι, είτε πολεμά τον άνδρα για να πάρει τον έλεγχο, είτε υποχωρεί και υποτάσσεται.


Αλλά αυτή η δεύτερη επιλογή δεν την οδηγεί μακριά, επειδή καταλήγει να νιώθει ότι εκείνος την κακοποιεί, ή την κακομεταχειρίζεται –κι όσο αυτό διαρκεί τόσο νιώθει ότι είναι παράλογη, αδύναμη, ή μαζοχίστρια. Έτσι, βλέποντας τον χειρότερο εφιάλτη της να γίνεται πραγματικότητα, ενεργοποιεί την αντίδραση της φυγής ή της πάλης. Όμως και οι δύο αυτές αντιδράσεις οδηγούν στη διάλυση της σχέσης.


Γιατί οι κλασσικές συμβουλές δεν λειτουργούν αποτελεσματικά; 


Υπάρχουν πολλά βοηθητικά βιβλία γεμάτα προτάσεις και συμβουλές για το πώς η γυναίκα μπορεί να βελτιώσει την ερωτική της ζωή. Το πρόβλημα με τις συμβουλές που παρέχονται σ’αυτά τα βοηθήματα, καθώς και με τις συμβουλές που δίνονται από πολλούς θεραπευτές, είναι ότι συχνά περιλαμβάνουν συγκεκριμένες τακτικές συμπεριφοράς χωρίς μια ολική συναισθηματική στρατηγική. «Μην του τηλεφωνήσετε – αφήστε τον να σας κυνηγήσει», λέει ένα παράδειγμα μιας τέτοιας συμβουλής για την τακτική που θα πρέπει ν’ακολουθήσετε. Όμως αυτή η τακτική δεν θα λειτουργήσει, επειδή ο μόνος άνδρας που θα σας τηλεφωνήσει είναι ο «φοβιτσιάρης», ο οποίος νιώθει έλξη για τον «τσαμπουκά» που η γυναίκα κρύβει μέσα της. «Γιατί να περιμένετε να σας πάρει τηλέφωνο;», θα έλεγε ένας άλλος θεραπευτής. «Εσείς θα πρέπει να τον πάρετε!». Λοιπόν ούτε και αυτό λειτουργεί γιατί ο τσαμπουκάς δεν θα κάτσει σπίτι να περιμένει πότε θα του τηλεφωνήσει εκείνη – θα βγει έξω με άλλες γυναίκες όπου θα μπορεί να το παίξει σκληρός.


Τι πρέπει  να κάνει μια γυναίκα λοιπόν; 


Αυτές οι τακτικές δεν θα λειτουργήσουν, εκτός, ίσως αν φτάσει η γυναίκα να γίνει συναισθηματιά δεκτική για μια πιο ισορροπημένη αρρενωπότητα. «Όμως μπορώ να το καταφέρω αυτό;», ίσως ρωτήσει το θεραπευτή της. «Λάθος ερώτηση», θα πρέπει ν’απαντήσει ο θεραπευτής. Ενώ η ανάγκη για να γίνει κάτι ώστε να διευκολυνθεί η αλλαγή –που είναι τελείως κατανοητή- συχνά καθοδηγείται και απ’το βιολογικό ρολόι- αυτή η επιθυμία της να διορθώσει το πρόβλημα είναι μέρος και κομμάτι της αμυντικής στάσης της απέναντι στο ανδρικό φύλο – πράγμα που την οδήγησε και στην αναζήτηση θεραπείας.


Μια ιστορία...


Μια απ’ τις πελάτισσές μου που ακολουθούσε αυτό το μοτίβο, προσπαθούσε για καιρό να κάνει κάτι για το πρόβλημά της. Στην αρχή, έβγαινε συνέχεια μια με τους φοβιτσιάρηδες και ύστερα με τους τσαμπουκάδες και μετά πάλι απ’την αρχή. Όταν τελικά ανακαλύψαμε το μοτίβο και το συσχετίσαμε με το φόβο της μήπως μοιάσει με τη μητέρα της, έβαλε μπρος να γίνει πιο θηλυκή. Έδωσε χρόνο στον εαυτό της για να «δουλέψει» τα συναισθήματά της, έκανε σεμινάρια για το «πώς να φλερτάρει», έφτιαξε διαγράμματα «με βελάκια για να κάνει θετικά βήματα», και προγραμμάτισε «συνεδρίες επανατροφοδότησης» με φίλους της, ώστε να την βοηθήσουν να κάνει μεγαλύτερη πρόοδο. Βέβαια, το παράδοξο σ’όλα αυτά ήταν ότι όλη αυτή η δραστηριότητα ήταν αρκετά «αρσενική». Πιο συγκεκριμένα, ήταν μια συνέχεια της άμυνάς της ενάντια στο να υπάρχει απλά και να μην κάνει τίποτα, κάτι που αυτή το έβλεπε ως ανικανότητα, αναξιότητα και συναισθηματική αδυναμία. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι η μητέρα της ήταν μια μάλλον αποτυχημένη καλλιτέχνης, που «δεν έκανε τίποτα» στη ζωή της. Όπως μου την περιέγραψε, ήταν μια μητέρα που έμενε σπίτι και σερβίριζε καμένο ή άψητο φαγητό μαζί με ασυνάρτητες συναισθηματικές εκφράσεις άγχους και μίσους για τον εαυτό της.


Οι τακτικές λοιπόν μπορεί να φέρουν αρνητικά αποτελέσματα αν δεν είναι απλή έκφραση μιας συνεκτικής και αυθεντικής εσωτερικής φωνής. Έχουν ένα στοιχείο ανειλικρίνειας, ένα στοιχείο χειρισμού, σαν να προσπαθούμε να παραπλανήσουμε τον άλλο χωρίς να γνωρίζει τις πραγματικές μας προθέσεις. Η συναισθηματική στρατηγική, σε αντίθεση με τις τακτικές, σχετίζεται με την αποκάλυψη ενός άγνωστου μέρους του εαυτού μας και με την ανάπτυξη μιας πιο πλήρους και ισορροπημένης ύπαρξης. Και προωθεί την αντικατάσταση παλιών (ψυχ)αναγκαστικών τρόπων συμπεριφοράς, με νέες αυτόβουλες και ελεύθερες δράσεις και συμπεριφορές. Όλα αυτά είναι περίπλοκα, το γνωρίζω – γι’αυτό θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά σε λίγο. Τώρα αφήστε με να ξαναγυρίσω … στους άνδρες.


ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ