Πόσο σεξ κάνουμε σε κάθε ηλικία;

3 Απριλίου 2013


Μιλάμε για το σεξ, αλλά μάλλον δεν μπορούμε να κάνουμε σεξ, σύμφωνα με μία νέα μελέτη της Εταιρείας Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας. Γιατί; Ίσως επειδή φοβόμαστε να κάνουμε σεξ, το σεξ μάς εκθέτει. Το σεξ είναι μια διαδικασία που μας βγάζει από τους ρόλους. Γιατί ο ρόλος δεν σημαίνει σεξ, απλώς υποδεικνύει τι νομίζουν οι άνθρωποι για το σεξ…



Γράφει ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών


Η θεώρησή μας για το σεξ έχει αλλάξει. Τη δεκαετία του '80 άλλαξε δραματικά το τοπίο όσον αφορά την προσέγγιση της σεξουαλικότητας. Φύγαμε από έναν συντηρητισμό, από μια απόλυτα ψυχολογική θεώρηση της σεξουαλικότητας, από έναν ρομαντισμό στην Ελλάδα και διεθνώς.


Κυριαρχούσε μια ανδροκρατική αντίληψη και τα προβλήματα ήσαν «εν οίκω». Η γυναίκα ήταν σε ρόλο μητέρας-καθόλου ηδονή· ο πατέρας-άντρας, ένα«σεξουαλικό ζώο». Το σεξ ήταν μια διαδικασία που δεν τη συζητούσαμε καθόλου, ούτε βέβαια και τα προβλήματα γύρω από αυτό. Όλο αυτό που συζητιέται σήμερα ως πολύ σοβαρό, υπήρχε πάντα, αλλά δεν τολμούσαμε να το συζητήσουμε. Τώρα, βέβαια, περνάμε περίοδο που το παρασυζητάμε. Εκπομπές, lifestyle περιοδικά, όλοι έχουν γίνει «ειδικοί» και απελευθερωμένοι γύρω από το σεξ. Και το ερώτημα είναι: έχει όντως απελευθερωθεί η κοινωνία γύρω από τη σεξουαλικότητα;».


Μιλάμε για το σεξ, αλλά μάλλον δεν μπορούμε να κάνουμε σεξ. Φοβόμαστε να κάνουμε σεξ, το σεξ μάς εκθέτει. Το σεξ είναι μια διαδικασία που μας βγάζει από τους ρόλους. Γιατί ο ρόλος δεν σημαίνει σεξ, απλώς υποδεικνύει τι νομίζουν οι άνθρωποι για το σεξ: Τι είναι η γυναίκα, ο άντρας-αρχηγός, τι είναι καθώς πρέπει, τι είναι σωστό. Η σεξουαλικότητα, όμως, είναι άλλο πράγμα. Είναι ολόκληρη η φύση κι εμείς περιγράφουμε μία γωνία. Σαν το φεγγάρι, που δεν το βλέπουμε όλο, αλλά περιγράφουμε αυτό που είναι ορατό. Το σεξ αφορά όλη τη ζωή, είναι μεγαλύτερο ίσως κι απ' την ίδια τη ζωή.


Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η σεξουαλικότητα παραμένει ακόμα το πιο σκοτεινό κομμάτι της ανθρώπινης συμπεριφοράς που σήμερα προσεγγίζεται με βιολογικές έρευνες αλλά και έρευνα κοινωνικής συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα της σχέσης, στη θέση της ερωτικής περιπέτειας παίρνει θέση η ασφάλεια και οι κώδικες κοινωνικής, οικογενειακής και αγαπητικής σημασίας που από μόνες τους όμως καταργούν την επιθυμία για περιπέτεια, για ανακάλυψη του άγνωστου «άλλου» που αναγκαστικά στη σχέση νομιμοποιείται μόνο ως πατέρας ή μητέρα, ως σύζυγος, ως φίλος, και πάντα ως λιγότερο εραστής.


Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, η σεξουαλική επιθυμία είναι ένα σύνθετο φαινόμενο βιολογικό, ψυχοσυναισθηματικό, ορμονικό και πιθανότατα γενετικό. Παρά το ότι το σεξ έχει συνδεθεί με τον έρωτα και με τον γάμο, νομιμοποιούμαστε να κάνουμε σεξ χωρίς να υπάρχει συναίσθημα.


Το να επιθυμώ και να ποθώ έναν άνθρωπο δεν σημαίνει ότι τον έχω ερωτευτεί. Ο έρωτας δεν είναι επιβεβλημένος, δεν αποτελεί καταδίκη και σίγουρα δεν είναι προϋπόθεση για να κάνουμε σεξ.


Αρκετά συχνά όμως παρεξηγούμε το σεξ όταν είμαστε ερωτευμένοι. Ενοχοποιούμε τη σεξουαλική πράξη, διότι θεωρούμε πως μας επιτρέπεται να κάνουμε έρωτα και όχι σεξ, αφού το σεξ ταιριάζει σε σχέσεις όπου δεν εμπλέκονται τα συναισθήματα.Κι όμως αυτή η αντίληψη είναι λανθασμένη και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια, συμπεράσματα και εν τέλει κατάληξη: τη στιγμή όπου θα θεωρήσουμε ότι κάναμε σεξ και όχι έρωτα, η ανασφάλεια και οι φόβοι αναδύονται και η σχέση πλήττεται.


Αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν είμαστε πραγματικά ερωτευμένοι, αν ο σύντροφος είναι ερωτευμένος, τι οδήγησε τη σχέση σε αυτή τη μετάλλαξη, δηλαδή από συναισθηματική/ερωτική σχέση σε σεξουαλική και η επώδυνη και κατά βάση ανούσια προσωπική αναζήτηση με τις συνεχείς απορίες και αμφισβητήσεις του συναισθήματός μας μας υποδουλώνει και μας οδηγεί στη σταδιακή καταστροφή της σχέσης.


Και όλα αυτά ξεκινούν από μια άτοπη διαπίστωση και από μια παράνομη οριοθέτηση της σεξουαλικής πράξης που λέει ότι κάνουμε σεξ όταν δεν αισθανόμαστε τίποτα για τον σύντροφο παρά μόνο επιθυμία και γνώμονάς μας είναι η ικανοποίηση των αναγκών μας, ενώ έρωτα κάνουμε όταν ο σύντροφος μάς είναι πολύτιμος, όταν είμαστε ερωτευμένοι, όταν τον αγαπάμε κ.ο.κ.
Ποιος μας είπε ότι απαγορεύεται να κάνουμε σεξ όταν ερωτευόμαστε; Γιατί ευνουχίζουμε την ερωτική πράξη και τους εαυτούς μας; Γιατί φοβόμαστε το σεξ και την άγρια και ενστικτώδη δύναμη που έχει μέσα στη σχέση και γιατί το σεξ κοινωνικά φορά μανδύες ύποπτους. Τα κοινωνικά κατεστημένα φθείρονται και τείνουν να καταρριφθούν, το μόνο που μένει είναι τα προσωπικά μας ταμπού να ακολουθήσουν την πορεία των κοινωνικών. Εξάλλου η αλλαγή και η πρόοδος ξεκινά πάντα απ’ τη μονάδα και διοχετεύεται στο υποψιασμένο σύνολο, μικρό αρχικά και μεγάλο στη συνέχεια.


Πόσο σεξ κάνουμε σε κάθε ηλικία;


Μεταβαίνοντας από την αναφορά στην κοινωνική και φιλοσοφική διάσταση του σεξ, στην ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας για τη σεξουαλική δραστηριότητα των Ελλήνων _ την οποία επεξεργάστηκαν οι συνεργάτες της ΕΜΑΣ, κ. Γ. Μποτονάκης, ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, κ. Π. Δρέττας, ουρολόγος-ανδρολόγος, κ. Ελ. Ελευθερίου, ψυχολόγος-σεξολόγος, κ. Θ. Παλαντζάς, ουρολόγος-ανδρολόγος με την εποπτεία του προέδρου _ και που πραγματοποιήθηκε σε υγιή πληθυσμό (400 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 18 ετών και πάνω), επισημάναμε τα παρακάτω στοιχεία:


-Στις ηλικίες 18-25 ετών η συχνότητα είναι σχεδόν καθημερινή και πολλές φορές ίσως και δύο φορές την ημέρα.


Αυτή είναι η βιολογική ικανότητα των νέων, ιδιαίτερα αν υπάρχει χρόνος ελεύθερος. Ένας νέος άνδρας μπορεί μέσα σε 25 λεπτά να έχει μια δεύτερη ευκαιρία για σεξουαλική πράξη, σε αντίθεση με έναν 45αρη που χρειάζεται, εφόσον είναι υγιής, 2-4 ώρες για την επόμενη στύση.


Πρέπει να υπολογίσουμε πάντα πως η συχνότητα των επαφών είναι και συνάρτηση της επιθυμίας για τον σύντροφο, του ελεύθερου χρόνου και της μονιμότητας της σχέσης.


Με έναν νέο σύντροφο η συχνότητα επιθυμίας διαφοροποιείται συγκριτικά με τον παλιό μας σύντροφο, ιδιαίτερα στις μακροχρόνιες σχέσεις, όπου η επιθυμία αντικαθίσταται από τη φιλία και την τρυφερότητα. Στους νέους όμως άνδρες του δείγματός μας πρέπει να προσέξουμε την παράμετρο «αστάθεια στις σχέσεις». Οι νέοι μας από ιδιοσυγκρασία και κοινωνικότητα δεν έχουν ιδιαίτερα μακροχρόνιες σχέσεις, άρα και η σεξουαλική συχνότητα είναι ικανοποιητική.


Ο μέσος όρος της διάρκειας μιας σχέσης μεταξύ νέων αυτής της ηλικίας δεν ξεπερνά τους 3 μήνες και συνήθως μένουν εκτός δεσμού ένα χρόνο τουλάχιστον. Με αυτά τα δεδομένα η συχνότητα των επαφών ανά έτος πέφτει δραματικά στους νέους, αφού η αποχή από το σεξ είναι συνέπεια της απουσίας συντρόφου. Άρα αν συγκριθούν με μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, όπου η σταθερότητα της σχέσης είναι κυρίαρχη, είναι σίγουρο πως αναλογικά θα έχουν _ ανά έτος τουλάχιστον _ λιγότερες επαφές.


-Στις ηλικίες 25-35 ετών τα ζευγάρια κυριαρχούν και η μονιμότητα στις σχέσεις επιτρέπει συχνότητα 2-3 φορές την εβδομάδα, που είναι μια συνήθης σεξουαλική πρακτική σε αυτές τις ηλικίες. Η βιολογική ικανότητα, όμως, είναι για μία 1 φορά την ημέρα.


-Στις ηλικίες 35-45 ετών, που είναι ίσως οι πιο σταθερές σχέσεις αλλά και οι πιο δύσκολες γιατί τα ζευγάρια αυτής της 10ετίας είναι ήδη φορτωμένα με πολλά προβλήματα οικογένειας, παιδιών και υποχρεώσεων που συνήθως εμποδίζουν τη θεμιτή συχνότητα, η συχνότητα είναι 2 φορές την εβδομάδα, αν και η βιολογική ικανότητα είναι για 1 φορά την ημέρα.


Τα ζευγάρια αυτής της 10ετίας είναι κουρασμένα από την ίδια τη ζωή και τη συμβίωση, αλλάζει η ποιότητα της σχέσης, όπου κυριαρχεί η αγάπη, η φιλία και η θαλπωρή-τρυφερότητα και υποβαθμίζεται η σεξουαλική επιθυμία. Βιολογικά βέβαια η ηλικία από μόνη της επιτρέπει την καθημερινή επιθυμία, αλλά και την ικανότητα σεξουαλικής πρακτικής χωρίς πρόβλημα, απλά ο χρόνος και ο τόπος είναι που δημιουργούν εμπόδια.


-Στις ηλικίες 45-55 ετών, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες βιολογικά έχουν αρχίσει να κουράζονται και η συχνότητα των επαφών μειώνεται δραματικά, αφού ο τρόπος ζωής έχει κουράσει το ήδη βιολογικά κουρασμένο πνεύμα και σώμα.


Σε αυτές τις ηλικίες η ανάγκη για επιβεβαίωση ωθεί πιο συχνά στην απιστία από ό,τι στους νέους που δεν έχουν ανάγκη να αποδείξουν την υπεροχή τους που ούτως ή άλλως είναι πληθωρική και δεν χρήζει επιβεβαίωσης. Στις ηλικίες αυτές αυξάνεται η συχνότητα πολλές φορές για λόγους άρνησης της φθοράς και για λόγους άλλοθι στις σχέσεις («πρέπει να δείξω πως θέλω τον σύντροφό μου γιατί γκρινιάζει, υποψιάζεται» κ.λπ.). Σύμφωνα με την έρευνα, σε αυτές τις ηλικίες κάνουμε σεξ 3 φορές τον μήνα, ενώ από βιολογικής πλευράς θα μπορούσαμε και 1 φορά την ημέρα.


- Στις ηλικίες των 55 ετών και άνω τα πράγματα δυσχεραίνουν, πολλοί είναι χωρίς σύντροφο (διαζύγια, χηρεία) αλλά και βιολογικά κουρασμένοι, πολλές παθήσεις συνοδεύουν τις ηλικίες αυτές (καρδιά, διαβήτης, αγγεία) αλλά και η εμμηνόπαυση στις γυναίκες και η ανδροπενία (προοδευτική μείωση των ανδρογόνων) στους άνδρες είναι σαφή αίτια για τη δυσκολία της ερωτικής τους ζωής.


Τα ζευγάρια αυτής της ηλικίας όμως έχουν αυξημένη ερωτική δραστηριότητα ψυχολογικής πυροδότησης, γιατί θέλουν να ζήσουν και να χαρούν τον έρωτα τώρα που οι υποχρεώσεις από παιδιά και οικογένεια έχουν απομακρυνθεί. Η εμπειρία επίσης της ηλικίας και η υπέρβαση (διόρθωση) λανθασμένων συμπεριφορών κατά τη σεξουαλική πρακτική της προηγούμενης ερωτικής ζωής κάνει πολλές φορές καλύτερους εραστές τους άνδρες και τις γυναίκες με περισσότερους και πιο έντονους οργασμούς. Και σε αυτές τις ηλικίες, η συχνότητα του σεξ είναι 3 φορές τον μήνα, αλλά η βιολογική ικανότητα είναι για καθημερινά.


Άλλο το βιολογικό ρολόι, άλλο η πραγματική ζωή


-Όλοι οι άνθρωποι έχουν τη βιολογική ικανότητα για καθημερινή σεξουαλική πράξη


-Ένας υγιής άντρας μπορεί να έχει τουλάχιστον 2 ώρες στυτική ικανότητα το 24ωρο


-Η σεξουαλική πρακτική διαφοροποιείται αναλόγως με τη βιολογική ικανότητα, η οποία αλλάζει ανά δεκαετία


-Ένας άνδρας ηλικίας 25 ετών έχει τεράστια αποθέματα φαντασίας και βιολογικής επιθυμίας (υψηλά ανδρογόνα στο αίμα κ.λπ.), άρα μπορεί να κάνει σεξ και 3-4 φορές την ημέρα


-Ένας άντρας ηλικίας 45 ετών κάνει πιο προγραμματισμένο σεξ, γιατί βιολογικά και ψυχολογικά έχει άλλες προτεραιότητες


 

 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ