Mιχάλης Παλαιοδήμος: Ο Ελληνας με το Οσκαρ Καλύτερης Μικρού Μήκους Ταινίας «Ούτε λεφτά είχα, ούτε γνωριμίες. Μόνο όραμα»

7 Μαρτίου 2016

Για μια μικρού μήκους ταινία αλλά για μια πολύ μεγάλης σημασίας βράβευση ξαφνικά έγινε διάσημος ο Μιχάλης Παλαιοδήμος. O Ελληνας διευθυντής Φωτογραφίας στην ταινία «Stutterer» κατακτά το πολυπόθητο χρυσό αγαλματάκι και εκτοξεύεται σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη Χόλιγουντ

Η παράδοξη, κάπως ειρωνική, πτυχή του «Stutterer» είναι ότι ένας από τους δημιουργούς του, ο βραβευμένος πλέον με Οσκαρ Καλύτερης Μικρού Μήκους Ταινίας Έλληνας Μιχάλης Παλαιοδήμος είναι το ακριβώς αντίθετο από τον ήρωα του φιλμ. Στην πραγματική ζωή ο Παλαιοδήμος είναι λαλίστατος, σχεδόν ασταμάτητος στην προφορική του επικοινωνία, κάτι που ο ίδιος αναγνωρίζει με μια ανεπαίσθητη ιδέα ενοχής: «Η αλήθεια είναι ότι το έχω με το μπλα-μπλα, γι’ αυτό και μου αρέσει να πηγαίνω σε διάφορες εκδηλώσεις, πάρτυ, δεξιώσεις κ.λπ., όπου μπορώ να συναντήσω ενδιαφέροντες ανθρώπους και να κάνω καινούριες, ενδεχομένως χρήσιμες από επαγγελματική άποψη, γνωριμίες».
 
Το «The Stutterer», που απέφερε το Οσκαρ στον σκηνοθέτη Μπέντζαμιν Κλίρι και τους συνεργάτες του (μεταξύ των οποίων και ο Παλαιοδήμος ως διευθυντής Φωτογραφίας), είναι η ιστορία ενός ανθρώπου με βαρύ επικοινωνιακό κώλυμα λόγω του τραυλισμού του. Το μπλα-μπλα, το ατού του Μιχάλη, είναι για τον φανταστικό «Stutterer» ένας εφιάλτης, ένας αόρατος πλην απολύτως υπαρκτός εχθρός ο οποίος τον εμποδίζει στη συνδιαλλαγή του με τον περίγυρο. Ο τραυλός που τόσο συγκίνησε την Ακαδημία του Αμερικανικού Κινηματογράφου βράζει και βασανίζεται, καθώς κωλύεται ιδιαίτερα στο πώς θα εξομολογηθεί τον έρωτά του στη γυναίκα που τον έχει γοητεύσει. Ο Μιχάλης Παλαιοδήμος, όπως αποδεικνύει πέραν οποιασδήποτε αμφισβήτησης το χρυσό αγαλματάκι που κέρδισε, κατανίκησε την περιθωριοποίηση και την ανωνυμία που εκ πρώτης όψεως φάνταζε αναπόδραστη. Το στερεότυπο για την περίπτωσή του όριζε ότι ως Ελληνας (Ελληνοαστραλός, έστω) δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει οποιαδήποτε άλλη μοίρα εκτός από το να παραμείνει εσαεί άσημος. Οι νόμοι της βαριάς βιομηχανίας του θεάματος είναι αμείλικτοι και με βάση αυτούς οι πύλες του Χόλιγουντ δεν θα άνοιγαν ποτέ για κάποιον τόσο νέο, από μια τόσο μικρή και ασήμαντη αγορά. Κι αυτό καθιστά ακόμη πιο σπουδαία τη βράβευσή του πριν από λίγες ημέρες στην καθιερωμένη πανηγυρική τελετή απονομής των πιο διάσημων κινηματογραφικών βραβείων, στον «ναό» των Οσκαρ, στο επιβλητικό Dolby Theatre. 

Προτού μιλήσει για οτιδήποτε άλλο, για τον εαυτό του, την πορεία του από τη στατική φωτογραφία στην κινηματογραφία, το πώς άφησε την Ελλάδα για μια γυναίκα και μια καριέρα, για τη βιοχημεία, την τέχνη κ.ά., ο Μιχάλης Παλαιοδήμος τονίζει μιλώντας στο «thema people»: «Για εμένα αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο από οτιδήποτε άλλο δεν είναι το ότι κερδίσαμε εμείς, ως δημιουργική ομάδα του “The Stutterer”, το Οσκαρ. Θα ήθελα να πιστεύω ότι με το δικό μας παράδειγμα δίνεται η ελπίδα -αν μη τι άλλο- σε νέους ανθρώπους, σε άλλους καλλιτέχνες που δεν έχουν πολλά χρήματα, που δεν έχουν διασυνδέσεις στο Χόλιγουντ κ.λπ. - γιατί ούτε εμείς είχαμε λεφτά και διασυνδέσεις. Η δική μας βράβευση μπορεί να ενθαρρύνει άλλους να κάνουν και αυτοί κάτι, διότι υπάρχουν πολλοί καλοί καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Και αν έχεις οράματα, δεν πρέπει να αφήσεις το γενικότερο κλίμα της κρίσης να σε ρίξει, δεν πρέπει να μείνεις στο “α, δεν έχω λεφτά, είμαι ο τίποτας, στο πουθενά κ.λπ.; άρα δεν έχει νόημα να προσπαθήσω. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεσαι τίποτα από όλα αυτά"». Για τον Μιχάλη Παλαιοδήμο, το μυστικό της επιτυχίας του «The Stutterer» ήταν το σενάριο, η κεντρική ιδέα, η πατρότητα της οποίας ανήκει στον ιθύνοντα νου του όλου εγχειρήματος, τον σκηνοθέτη, σεναριογράφο και υπεύθυνο για το τελικό μοντάζ της ταινίας Μπέντζαμιν Κλίρι. Φυσικά ο Παλαιοδήμος υπεραπλουστεύει και μάλλον υποτιμά τον δικό του ρόλο στην εικαστική αποτύπωση της ατμόσφαιρας στο φιλμ. 

Η εταιρεία παραγωγής του «The Stutterer» ονομάζεται Bare Golly Films, όπου «bare golly» σε μια παλιά διάλεκτο του Γιόρκσαϊρ είναι ο νεοσσός, το νεογέννητο γυμνό πτηνό που δεν έχει καν σχηματισμένα φτερά για να πετάξει. Σε ένα συμβολικό επίπεδο η εταιρεία και οι συνεργάτες της τελικά ταυτίζονται με τον ήρωα της ταινίας τους: ο «Stutterer» είναι ένας άντρας που πασχίζει να γκρεμίσει το τείχος του τραυλισμού και να απελευθερώσει την προσωπικότητά του από μια διαταραχή του λόγου, η οποία τον περιθωριοποιεί λόγω των γνωστών κοινωνικών προκαταλήψεων αλλά και των προσωπικών του αναστολών. Η Bare Golly και μαζί της ο Μιχάλης Παλαιοδήμος, με ένα φιλμάκι που κόστισε μόλις 5.000 λίρες, δηλαδή δέκα φορές λιγότερο από την αμέσως πιο φθηνή συνυποψήφια για Οσκαρ Μικρού Μήκους ταινία, βρήκαν τον τρόπο να ανοίξουν τα φτερά τους. Και όταν το έκαναν αυτό, εκεί ακριβώς στο πρώτο τους πέταγμα, έσμιξαν με τον αυθεντικό Birdman, τον περσινό θριαμβευτή των Οσκαρ Μάικλ Κίτον. Οπως διηγείται ο Μιχάλης Παλαιοδήμος, χωρίς ακόμη να μπορεί να πιστέψει ότι όντως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει συμβεί πραγματικά, «το εκπληκτικό είναι ότι στο Χόλιγουντ όλοι, όσο διάσημοι και αν είναι, φέρονται με απίστευτη ευγένεια - μάλιστα έρχονται εκείνοι και σε προσεγγίζουν, κάτι που για εμάς είναι πολύ περίεργο. Στέκεσαι, π.χ., απέναντι στον Ματ Ντέιμον και ενώ μπορεί από μόνος σου να διστάζεις να πας να του μιλήσεις, ξαφνικά τον βλέπεις να έρχεται εκείνος προς το μέρος σου και να σου δίνει συγχαρητήρια με την καρδιά του. Λες "δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει πραγματικά αυτό". Κατόπιν έρχονται και άλλοι σούπερ σταρ, ο Μαρκ Ράφαλο, η Ολίβια Γουάιλντ και άλλοι. Ο δε Μάικλ Κίτον κάθισε μαζί επί ένα τέταρτο και μας μιλούσε με ενθουσιασμό, ήθελε να μάθει τα πάντα για μας, το πώς δουλεύουμε κ.λπ., τη στιγμή που θα μπορούσε να μας έχει αγνοήσει εντελώς και να μιλά με οποιονδήποτε άλλον. Αλλά νομίζω ότι στους Χολιγουντιανούς αρέσει πολύ που είμαστε νέα παιδιά και προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε στην πιο ανεξάρτητη κατηγορία. Αλλωστε, τις μικρού μήκους ταινίες τις κάνεις επειδή αγαπάς το σινεμά και για κανέναν άλλον λόγο». 



Ο Μιχάλης Παλαιοδήμος με τη μέλλουσα σύζυγό του Αμαρυλλίδα Τσέγκου, με την οποία θα παντρευτεί τον Αύγουστο στο Πήλιο



Ο πρωταγωνιστής της ταινίας «The Stutterer»



Οι δημιουργοί της βραβευμένης ταινίας μικρού μήκους

Η χολιγουντιανή παράνοια

Περίπου από το 2011 το Λονδίνο είναι η μόνιμη βάση του Μιχάλη Παλαιοδήμου, ενώ η μετάβασή του στην Αμερική για την τελετή απονομής των Οσκαρ εξελίχθηκε σε ένα ταξίδι διάρκειας σχεδόν ενός μήνα. «Τις ημέρες πριν από την απονομή τρέχεις σε όλες τις σημαντικές εκδηλώσεις που γίνονται, προσπαθείς να αξιοποιήσεις κάθε ευκαιρία να γνωρίσεις ανθρώπους του χώρου», λέει ο Μιχάλης ο οποίος αφέθηκε να παρασυρθεί από τον ξέφρενο ρυθμό των χολιγουντιανών πάρτυ. «Ο στόχος είναι να δημιουργήσεις έναν κύκλο γνωριμιών με μάνατζερ, παραγωγούς, σκηνοθέτες, άλλους διευθυντές Φωτογραφίας από τους οποίους μπορείς να πάρεις πολύτιμες γνώσεις - και εδώ στο Χόλιγουντ γύρω μας κινούνται οι καλύτεροι του κόσμου» λέει ο Μιχάλης Παλαιοδήμος, τονίζοντας ότι «το πιο σημαντικό, βέβαια, είναι να γίνεις γνωστός στους σκηνοθέτες, διότι πάντα ο διευθυντής Φωτογραφίας ταυτίζεται ως δημιουργικό δίδυμο με τον σκηνοθέτη». Στο Λος Αντζελες, ο Μιχάλης έκανε επαφές με εταιρείες καλλιτεχνικού μάνατζμεντ και παραγωγούς, καθώς η Bare Golly αναζητά χρηματοδότηση για τα επόμενα σχέδιά της, για μια ακόμη πιο φιλόδοξη από το «Stutterer» μικρού μήκους ταινία, αλλά και τον απώτερο στόχο της, μια μεγάλου μήκους ταινία. Προς το παρόν, ο Μπέντζαμιν Κλίρι επεξεργάζεται το σενάριο βάσει του οποίου θα εκπληρωθεί ενδεχομένως το όνειρό του -αλλά και του Μιχάλη Παλαιοδήμου-, δηλαδή το πέρασμα στον «κανονικό» κινηματογράφο.

Με κάποιον τρόπο ο 34χρονος Ελληνας φωτογράφος και κινηματογραφιστής μοιάζει σαν έτοιμος από καιρό να ζήσει τη χολιγουντιανή φαντασίωση: ανέβηκε στη σκηνή για να παραλάβει το βραβείο μαζί με τους υπόλοιπους συνδημιουργούς του «The Stutterer» και ενώ στην πρώτη σειρά απέναντί του ήταν ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Βρήκε την όλη εμπειρία λιγότερο αγχωτική απ’ ό,τι φαντάζεται κάποιος. Αντίστοιχα, απλώς αφέθηκε να αναμειχθεί με το πλήθος των υπερδιασήμων, μπαινοβγαίνοντας σε λιμουζίνες και διασκεδάζοντας σε πάρτυ που δεν προορίζονται για κοινούς θνητούς, όπως την περίφημη, καθιερωμένη βεγγέρα του Ελτον Τζον. Ωστόσο, ο Μιχάλης δεν ανησυχεί μήπως χάσει τον εαυτό του μέσα στην οσκαρική παράκρουση, μήπως καβαλήσει ένα καλάμι που δεν του ανήκει, μήπως καταληφθεί από κάποια παραίσθηση μεγαλείου. 

Κι αυτό διότι, όπως λέει ο ίδιος, «δίπλα μου είναι πάντα η Αμαρυλλίς, η μέλλουσα σύζυγός μου. Χωρίς αυτήν δεν θα είχα φτάσει έως εδώ, αυτή είναι η μεγαλύτερη υποστηρίκτριά μου και ο άνθρωπος που με έβαλε στο σωστό δρόμο». Η Αμαρυλλίς Τσέγκου, με την οποία ο Μιχάλης Παλαιοδήμος θα παντρευτεί τον ερχόμενο Αύγουστο στο Πήλιο, είναι και αυτή μια πολυσχιδής προσωπικότητα: ανθρωπολόγος, μεταφράστρια, food blogger (thetastyother.com), παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα ελληνικών στο Λονδίνο, εκεί όπου ζει μόνιμα την τελευταία δεκαετία. Ενας από τους λόγους, μάλιστα, για τους οποίους ο Μιχάλης Παλαιοδήμος εγκατέλειψε την Ελλάδα, ήταν εκείνη. Οι δυο τους συζούν τα τελευταία έξι χρόνια.

Ενας βιοχημικός με Οσκαρ

Εάν η σύνθεση εικόνων, στατικών και κινούμενων, δεν είχε μονοπωλήσει τη δημιουργικότητά του, ο Μιχάλης Παλαιοδήμος πιθανώς να ήταν ένας επιφανής βιοχημικός. Αφού τελείωσε το St. Lawrence College, το εν Ελλάδι βρετανικό σχολείο, έφυγε για τη Βρετανία όπου σπούδασε Βιοχημεία. Στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού του εργάστηκε ως ερευνητής σε νοσοκομείο, καθώς μελετούσε την εφαρμογή μιας καινοφανούς μεθόδου ανίχνευσης της παρακεταμόλης στο αίμα ορισμένων ασθενών. Λίγο πριν από την εκπόνηση του διδακτορικού του και ενώ προσπαθούσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη χρηματοδότηση για να το ολοκληρώσει, ο Μιχάλης επέστρεψε στην Ελλάδα - τυπικά για να καταταγεί στον στρατό. Ισως όμως υποσυνείδητα να έδινε μια τελευταία ευκαιρία στον εαυτό του να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό από την επιστήμη -διαφορετικό, όχι όμως και ξένο για τον ίδιο: από την εφηβεία του ο Μιχάλης Παλαιοδήμος ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, εν μέρει επειδή ο πατέρας του τού είχε προσφέρει μια μηχανή ως δώρο, κυρίως όμως διότι η καθηγήτρια της Βιολογίας στο σχολείο του είχε συστήσει έναν φωτογραφικό όμιλο για τους μαθητές. «Δεν ήσουν αρκετά cool εάν δεν συμμετείχες σε αυτή την ομάδα, οπότε δεν θα την έχανα με τίποτα» θυμάται. 

Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια εκείνη ήταν αρκετά σοβαρή, καθώς η βιολόγος έφτασε να μυήσει τους φιλότεχνους μαθητές της ακόμη και στα μυστικά του σκοτεινού θαλάμου και της εμφάνισης των εικόνων.

Επομένως, η φωτογραφία υπήρχε σχεδόν ανέκαθεν στον ορίζοντα ενδιαφερόντων του Μιχάλη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα και χάρη σε μια καραμπόλα, καθώς ένας εξάδελφός του είχε δεσμό με μια συντάκτρια lifestyle περιοδικών, ο Μιχάλης Παλαιοδήμος βρέθηκε να φωτογραφίζει Ελληνες διάσημους για έντυπα όπως το «Esquire», το «Nitro» και το «DownTown». Παράλληλα, έφτιαξε και μια εταιρεία «αντάρτικου μάνατζμεντ», την Don’t Panic. Μοιραία, ωστόσο, η κατάρρευση των ιλουστρασιόν περιοδικών και η τραγική συρρίκνωση της αγοράς -αλλά και η σειρήνα της Αμαρυλλίδας Τσέγκου- τον ώθησαν στην έξοδο από την Ελλάδα. 

Οντας δίγλωσσος, εφόσον η μητέρα του είναι Αυστραλή, χάρη στα άπταιστα αγγλικά του ο Μιχάλης είχε ένα πρόβλημα λιγότερο από οποιονδήποτε άλλον Ελληνα σε ό,τι αφορά στην προσαρμογή του στο Λονδίνο. Ωστόσο, η μόνιμη εγκατάσταση στη Βρετανία δεν ήταν καθόλου εύκολη. «Οποιες γνωριμίες και εάν είχα κάνει στην Ελλάδα, όσες δουλειές και εάν έδειξα από τα ελληνικά περιοδικά κ.λπ., στο Λονδίνο δεν μέτρησαν καθόλου. Επρεπε να ξεκινήσω από την αρχή, από το μηδέν, γιατί εκεί ήταν ένας άλλος κόσμος, με τον δικό του τρόπο λειτουργίας. Το κλίμα είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικό, ακριβώς επειδή στο Λονδίνο εργάζονται οι καλύτεροι φωτογράφοι του κόσμου», διηγείται.

Από καλλιτέχνης ο Μιχάλης έγινε εργάτης, από φωτογράφος υποβιβάστηκε σε βοηθό παραγωγής, δουλεύοντας στην εταιρεία παραγωγής Pulse Films. Δεν γινόταν αλλιώς. Τουλάχιστον, όμως, όπως λέει ο ίδιος «κατάλαβα πώς δουλεύουν τα πράγματα στην Αγγλία, πώς διαμορφώνονται οι δυναμικές τής εκεί αγοράς, ποιος προσλαμβάνει ποιον, ποια είναι η ιεραρχία του χώρου κ.λπ. Κατόπιν αποφάσισα να φτιάξω τη δική μου εταιρεία. Νοίκιασα έναν χώρο σε στούντιο, στο Ντάλστον του Ανατολικού Λονδίνου. Μέσα από αυτή την εταιρεία, μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω ένα βίντεο για τη «Vogue» Αυστραλίας και εκεί συνειδητοποίησα ότι ίσως μια πόρτα στον κόσμο της εικόνας είχε ανοίξει και πάλι για εμένα ώστε να μπω και πάλι στον χώρο. Και λίγο-λίγο κατάφερα να κάνω και πάλι επαφές. Κάπως έτσι βρέθηκα να κάνω φιλμάκια για ονόματα όπως η Εμα Γουότσον, η Κάιλι Μινόγκ, ο Ελι Γκούλντινγκ και Λίλι Αλεν». 

Υπό μία έννοια, το πρώτο εκείνο βίντεο για τη «Vogue» δεν ήταν ένα κλιπ μόδας, αλλά μια μικρού μήκους ταινία. Χωρίς ακόμη και ο ίδιος να το ξέρει, ο Μιχάλης Παλαιοδήμος είχε κάνει το πρώτο βήμα προς το Οσκαρ. Και από τον Μάρτιο του 2016 ανήκει στον εξαιρετικά ολιγομελή όμιλο εκείνων των Ελλήνων δημιουργών στους οποίους απονεμήθηκε το βαρύτιμο χρυσό αγαλματίδιο. Μπορεί να μην είναι, ακόμη τουλάχιστον, Κώστας Γαβράς, Βασίλης Φωτόπουλος ή Μάνος Χατζιδάκις, είναι όμως μόλις 34 ετών. Και το όνομα Michalis Palaiodimos βρίσκεται ήδη στις σωστές ατζέντες του Χόλιγουντ. 



Με τη Χολιγουντιανή σταρ Ολίβια Γουάιλντ



Ο Μιχάλης Παλαιοδήμος σε φωτορεπορτάζ



Πόζα προτού παραλάβει το κανονικό αγαλματίδιο


Πηγή: Πρώτο Θέμα

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ