Είδα το «Χειρόγραφο» με τη Χαρούλα Αλεξίου- Τολμά και τσαλακώνεται

7 Μαρτίου 2016

«Ναι είναι ωραία η Αλεξίου, γιατί τολμάει και τσαλακώνεται, κατεβαίνει στα υπόγεια και ξανανεβαίνει στο φως…».

Είναι μια από εκείνες τις σπάνιες φορές που μετά το φινάλε της παράστασης το «έργο» σε ακολουθεί. Σαν ξαφνική βροχή από εικόνες και σκέψεις που στρογγυλοκάθονται στο κέντρο του λαιμού. Και επιμένουν… «Χειρόγραφο» μια μουσικοθεατρική παράσταση σε πρώτο ενικό, φτιαγμένη από ένα άτυπο ημερολόγιο ονείρων, σκέψεων, μικρών κειμένων, δικών της κειμένων, που δια χειρός Γιώργου Νανούρη θα έπαιρναν την μορφή παράστασης. Όλο αυτό είναι αρκετό για να στρώσει φαρδύ πλατύ το χαλί των προσδοκιών σου πριν ακόμα φτάσεις στη θέση σου: Η Αλεξίου εξομολογείται. Τι περιμένεις; Mα να σου επιτρέψει να διασχίσεις το κατώφλι του σπιτιού της, να σε κεράσει λικεράκι και το πολύ- πολύ να σε αφήσει να ρίξεις «κλεφτές» ματιές στα ενδότερα. Μέχρι εκεί. Όχι πολύ. Συνετά. Σαν κορίτσι από σπίτι που ναι μεν κάνει το βήμα και οργανώνει το κάλεσμα αλλά δεν θέλει να διακινδυνεύσει ανοίγοντας όλα τα δωμάτια. Άλλωστε (σκέφτεσαι) παράσταση είναι.Για θεατρική σκηνή μιλάμε. Με σκηνοθέτη, σκηνικό, φωτισμούς κι όλα εκείνα που θα δικαιολογούσαν το προστατευτικό κάλυμμα και μιας μυθοπλασίας που θα στρογγύλευε τις γωνίες.
Όμως εδώ θα έρθουν όλα τούμπα. Όλα μα όλα…
Γιατί στο «Χειρόγραφο» η Αλεξίου δεν παίζει με τις λέξεις. Δεν φτιάχνει «light» σενάρια. Δεν «χαϊδεύεται». Εκείνο που κάνει είναι να πιάσει τη ζωή της από τότε που ήταν παιδάκι στη Θήβα και να την κάνει φύλο και φτερό. Είναι δε τόσο ίσιο το βλέμμα της και τόσο «χειρουργικό » το νυστέρι που ακουμπάει τους φόβους της ( επιθυμίες, όνειρα, διαψεύσεις κλπ., όλα εκείνα που συνθέτουν τον όρο Ζωή) που ώρες- ώρες η παράσταση μοιάζει σαν εκ βαθέων εξομολόγηση μπροστά στον καθρέφτη.
Η Χάρις Αλεξίου και η Χαρίκλεια Ρουπάκα. Το κοριτσάκι που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θήβα και που όταν γυρνάει σε εκείνα τα χρόνια θυμάται την ζωή στο χωριό σαν όνειρο και σημειώνει: «Σήμερα έμαθα να ταΐζω το αρνάκι με το μπιμπερό. Σήμερα άκουσα απ τους μεγάλους ότι υπάρχει ένας κύριος Μάρσαλ που έχει ένα σχέδιο. Σήμερα μας είπαν ότι ο μπαμπάς είναι άρρωστος. Σήμερα έμαθα ότι ο "Ευαγγελισμός" είναι και νοσοκομείο. Σήμερα η μαμά έβαψε τα ρούχα της μαύρα για να είναι έτοιμη».
Κάπως έτσι, με την ανάγνωση του ημερολογίου της ξεκινάει η παράσταση. Η μικρή φωτεινή οθόνη( ipad) που λάμπει καθώς εκείνη περπατάει μέσα στο σκοτάδι φέρνει στην αίθουσα σκόρπιες εικόνες από την επαρχία του ΄50 και από τα δύσκολα χρόνια του ΄60 που η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα ενώ η μικρή ορχήστρα-Παναγιώτης Τσεβάς (ακορντεόν και πιάνο), Γιώργος Λιμάκης (κιθάρα), Τάσος Μισυρλής (βιολοντσέλο)- «διακόπτει» τον μονόλογο εκεί που θέλει το «σενάριο» επιτρέποντας στην τραγουδίστρια και τους στίχους που έχει γράψει όλα αυτά τα χρόνια να πουν τη δική τους ιστορία.
Τα πάντα θα χωρέσουν σ αυτό το συμπυκνωμένο ταξίδι ζωής που διαρκεί 90 λεπτά και το παρακολουθείς με κομμένη την ανάσα. Ίσως γιατί όσο ξένη και μακρινή μπορεί να μοιάζει μια ζωή που έχει όλα τα φώτα στραμμένα πάνω της, τόσο πιο κοντά σου έρχεται όταν σου επιτρέπει να «αγγίξεις» την ανθρώπινη περιπέτεια - κοινό γαρ το ταξίδι για όλους. Το ταξίδι με τα ωραία και τα μεγάλα του, αλλά και τις απώλειες, τους φόβους, τις αγωνίες του. Άλλοτε σαν σκιά, στα μαύρα ντυμένη, άλλοτε με έντονο κόκκινο κραγιόν και «επίσημο» ένδυμα κάτω από τα λαμπιόνια ενός «ένθετου» θεατρικού πάλκου (που κάποια στιγμή τσουλάει και καταλαμβάνει το κέντρο της σκηνής ), πάντα όμως με το «εκτόπισμα» μιας γυναίκας που έχει το κουράγιο να μιλήσει στα ίσια, είναι εκεί για 90 λεπτά που… καίνε. Τόσο κοντά στην καρδιά σου όλο αυτό που ώρες- ώρες θα ευχόσουν να απλώσεις το χέρι να την χαϊδέψεις. Ή την φαντάζεσαι να τα λέτε παρέα, πάνω σε ένα καφέ, σαν παλιές φιλενάδες, μιλώντας για δίαιτες, ψυχολόγους ( το εγχειρίδιο λέει κάτι σαν «σεξουαλική και συναισθηματική πείνα» πίσω από την άνοδο του δείκτη της ζυγαριάς) αλλά και για εκείνο το επίμαχο θέμα που δεν τελειώνει ποτέ: Πού είναι ένας άνδρας ρε παιδιά, ένας άνδρας που θα είναι και ευαίσθητος (λέει) και μάγκας και αρσενικό και θα χορεύει και την ζειμπεκιά του όπως θα όφειλε. Οι άντρες, ο γάμος, το διαζύγιο, η μητρότητα, τα ταξίδια, η σκηνή. Η Σκηνή (με Σ κεφαλαίο). Όλο αυτό που σημαίνει για τη ζωή της κι όλος ο φόβος όταν σβήνουν τα φώτα.
Ναι είναι ωραία η Αλεξίου, γιατί τολμάει και τσαλακώνεται, κατεβαίνει στα υπόγεια και ξανανεβαίνει στο φως, χωρίς όμως να χαθεί δευτερόλεπτο το χιούμορ κι ο αυτοσαρκασμός. Τα εύσημα εδώ πάνε στον σκηνοθέτη Γιώργο Νανούρη (πολλές υποκλίσεις) γιατί ας μην ξεχνάμε ότι ούτε ηθοποιός είναι η Αλεξίου ούτε κείμενο θεατρικό υπήρχε για να πατήσει. Το έργο του είναι η ίδια. Της έδωσε τη φόρα για να «φύγει» κι εκείνη βγάζει όλα τα περιττά από πάνω της και το τολμάει. Μια βουτά στη ζωή, με όλη τη συγκίνηση και την τόλμη που προϋποθέτει αυτό, είναι λυτρωτική και για μας. Μάλλον και για κείνη...

Χάρη Ποντίδα 

tospirtonet.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ