AYSHA έγκυος με δύο παιδιά: Πώς έφτασα από τη Γάζα στη Λέσβο κι από εκεί στη Γερμανία

15 Μαρτίου 2016

Πόλεμος,φυγή, εγκατάλειψη, υψωμένοι φράχτες και στην άκρη το όνειρο μιας ειρηνικής ζωής στην δυτική Ευρώπη. Οι πρόσφυγες της Συρίας ξεκινούν από την πατρίδα τους αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Μια τέτοια ζωή ψάχνει και η Aysha με τα δύο της παιδιά.

Η ζωή της νεαρής γυναίκας δεν ήταν πάντα σκοτεινή με αίμα υπό τους ήχους πυροβολισμών και βομβών.

«Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως πρόσφυγα. Ζούσα σε ένα πανέμορφο μέρος στο Χαλέπι και πέρασα τα 20 μου χρόνια σπουδάζοντας για την ανθρώπινη έρευνα, ταξίδεψα στη χώρα και εργαζόμουν ως πολιτική μηχανικός για την κυβέρνηση», διηγείται στην Corinne Redfern του Marie Clarie, η οποία ταξίδεψε μαζί της από την Ελλάδα στην Γερμανία και κατέγραψε την διαδρομή της.

Στα 34 της, η Aysha γνώρισε τον άντρα της, «ήταν ιατρός. Μου ζήτησε αμέσως να τον παντρευτώ», θυμάται.

«Από τότε ήμασταν αχώριστοι. Το σπίτι μας ήταν παλιό αλλά όμορφο, με τεράστια ψηλά ταβάνια, λευκούς τοίχους και δάπεδο με πλακάκια. Το πρωί δουλεύαμε και το βραδύ τρώγαμε μαζί με φίλους έξω, ακούγοντας μουσική», προσθέτει.

«Ολα ήταν φυσιολογικά», τονίζει.

Οταν άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν στην χώρα, η Aysha δεν τρόμαξε, δεν πίστευε πως αυτό που γινόταν γύρω της θα την επηρέαζε. Ωστόσο, μετά από λίγους μήνες, ο πόλεμος των ανταρτών και των δυνάμεων του Μπασάρ αλ Ασάντ κλιμακώθηκε. Βόμβες άρχισαν να πέφτουν, ο ένας επιτίθεντο στον άλλον και μέσα σε όλα αυτά το ISIS προσπαθούσε να καταλάβει την χώρα.

«Είμαι Παλαιστίνια, αλλά ο πόλεμος στην Γάζα δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με αυτό», λέει η Aysha και συνεχίζει:

«Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, ούτε ηλεκτρικό. Κανόνες άρχισαν να εφαρμόζονται σε ορισμένες περιοχές, απαγορεύοντας μας να κρατάμε φωτογραφίες στα κινητά μας, να χρησιμοποιούμε αμερικανικά προϊόντα και να κυκλοφορούμε έξω το βράδυ. Αν παράκουες, θα εξαφανιζόσουν».

Η Aysha μπορεί να μην σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Ολα ήταν στάσιμα. Ολοι ήταν κρυμμένοι στα δωμάτια τους, πίσω από μισογκρεμισμένους τοίχους.

Οταν γέννησε την πρώτη της κόρη την Sham, η οικογένειά μου δεν μπορούσε να διασχίσει τη χώρα για να έρθει να με δει για πάνω από έναν χρόνο.

«Ημουν έγκυος λίγων μηνών, στη δεύτερή μου κόρη την Bisan, όταν άρχισαν να βομβαρδίζουν τον δρόμο που ζούσαμε. Με την Sham στην αγκαλιά, άρπαξα μια τσάντα με το διαβατήριό μου μέσα και έτρεξα», δηλώνει.

Η Aysha νοίκιασε ένα άλλο σπίτι, υποτίθεται ασφαλέστερο, σε άλλο μέρος της πόλης. Το φαγητό όσο περνούσε ο καιρός λιγόστευε, με την οικογένειά της να τρέφεται πλέον μόνο με ξηρό ρύζι, ωστόσο, την νεαρή γυναίκα δεν την ένοιαζε, οι ανησυχίες της ήταν άλλες.

Τα χρόνια πέρασαν και τον Απρίλιο του 2015, η Aysha έμεινε έγκυος στο τρίτο της παιδί. Τότε αποφάσισε πως έπρεπε να φύγουν.

«Δεν σκόπευα να κάνω άλλο παιδί. Στην αρχή ήθελα να το ''σκοτώσω''. Καλύτερα αυτό, παρά να μεγαλώνει σε μια χώρα γεμάτη φόβο. Η Sham και η Bisan ήταν 2 και 3 ετών, αντίστοιχα, και δεν έπαιζαν ποτέ έξω. Δεν μπορούσαν να πάνε στο νηπιαγωγείο, και μπορεί να μην πήγαιναν ούτε σχολείο», θυμάται.

«Ο σύζυγός μου ως ιατρός δεν ήθελε να έρθει μαζί μας, αισθανόταν την ανάγκη να είναι εκεί. Για πέντε μήνες διαφωνούσαμε κάθε μέρα, αλλά στο τέλος μας άφησε να φύγουμε», προσθέτει.

Το τελευταίο πράγμα που της είπε είναι να μείνουν η ίδια και τα παιδιά ασφαλή, γιατί είναι όλη του η ζωή. «Αν δεν το έκανες», μου είχε πει, «ο πόνος δεν θα άξιζε τον κόπο».

Ενα αντίο για τον δρόμο

«Νομίζετε πως χρειάζονται βαλίτσες για να μετακινηθείτε στον κόσμο, αλλά δεν είναι έτσι. Οταν έρχεται η στιγμή, το μόνο που χρειάζεστε είναι ο εαυτός σας», τονίζει η Aysha και συμπληρώνει:

«Αν έχετε οικονομίες, οι άνθρωποι σας μεταφέρουν οπουδήποτε, ακόμα και πέρα από τα σύνορα».

Πιστοποιητικά γέννησης, το πτυχίο της, στοιβάζονται σε μια τσάντα με φάρμακα και μερικά ρούχα για τις κόρες της.

Μπορεί να είναι μουσουλμάνα αλλά νικάμπ δεν είχε φορέσει μέχρι τότε, την φόρεσε, ωστόσο, για να μην τραβάει την προσοχή. Με το διαβατήριο στερεωμένο με μεμβράνη στην κοιλιά της ξεκίνησε το ταξίδι της.

Νωρίς το πρωί, με τα μάτια μουσκεμένα από το κλάμα, είπε αντίο στον άνδρα της, ενώ περπάταγαν έξω από την πόλη. Κουβαλούσε την Bisan και κρατούσε τη Sham από το χέρι.

«Τη νύχτα, οι λαθρέμποροι την έδειξαν ένα δωμάτιο με περίπου άλλους 20 ανθρώπους. Στη συνέχεια, περπάτησαν λίγο περισσότερο. Οταν πλησιάσαμε στην Τουρκία, πληρώσαμε ένα οδηγό για να μας πάει στα σύνορα. Περάσαμε 4 ώρες κρυμμένοι στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, για να περάσουμε τους ελέγχους και πριν πάρουμε ένα λεωφορείο για να ταξιδέψουμε 14 ώρες για την Σμύρνη. Στις 02:00, βρήκαμε ένα ξενοδοχείο και κρυβόμασταν εκεί τρεις μέρες. Δεν εγκαταλείψαμε το δωμάτιο, για κανέναν λόγο, ούτε καν για φαγητό και καθαρό αέρα. Τίποτα δεν άξιζε τον κόπο, δεν θέλαμε να μας πιάσουν και να μας στείλουν πίσω», λέει η Aysha.

Για τις τρεις τους χρειάστηκαν κάτι λιγότερο από 2.000 ευρώ για να μπουν στο πίσω μέρος ενός φορτηγού προς άγνωστο προορισμό, μαζί με άλλα 30 άτομα. Οταν τους φώναξαν να βγούνε, τους είπαν πως έπρεπε να περπατήσουν για ώρες μέσα από ένα δάσος. Νωρίς το πρωί, σταμάτησαν σε ένα ξέφωτο.

«Οπου και να κοίταζες είχε σκουπίδια, άδεια μπουκάλια, μεταλλικά κουτιά, περιτυλίγματα και αποφάγια. Μας έβαλαν να κάτσουμε και να περιμένουμε. Ο ήλιος ήταν ζεστός και χτυπούσε τα πρόσωπά μας. Είχα μόνο ένα μπουκάλι νερό και φοβόμουν μήπως δεν μας φτάσει. Αρκέστηκα στο να βρέξω λίγο τα χείλη των μικρών, παρά το κλάμα τους», αναφέρει η Aysha.

Ηταν βράδυ, όταν γύρισαν οι άνδρες επέστρεψαν και τους έβαλαν μέσα σε ένα σκάφος.

«Η λέμβος πήγαινε πάνω-κάτω και λίγο ήθελε για να ανατραπεί και να μας πετάξει όλους. Ενιωθα ναυτία, όσο κρατούσα της Sham και την Bisan στο κατάστρωμα», θυμάται.

Μέσα στο σκάφος ήταν 50 άτομα στριμωγμένα, βρεγμένα, ανίκανα να κουνήσουν τα χέρια και τα πόδια τους.

«Εάν δεν μπορείς να κολυμπήσεις, δεν έχεις ευκαιρία», υπογραμμίζει.

«Οταν φτάσαμε στην βόρεια ακτής της Λέσβου στην Ελλάδα, δεν μπορούσα να μιλήσω. Εσφιξα τις κόρες μου και ξέσπασα σε λυγμούς», ισχυρίζεται.

Διασχίζοντας την Ευρώπη

Το βράδυ έφτασαν στο Καρά-Τεπέ, το βασικό στρατόπεδο στο νότιο τμήμα του νησιού. Αν και είχε χρήματα να μείνει σε ένα ξενοδοχείο, δεν είχε την δυνατότητα ούτε να πάρει ταξί, ούτε να μείνει κάπου αλλού.

«Χρησιμοποιήσαμε το φως από το κινητό τηλέφωνο, για να περάσουμε μέσα από τις σκηνές. Κάποιος είχε γράψει μια προσευχή στα αραβικά με ένα μαρκαδόρο. Τα ρούχα μας ήταν βρεγμένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα για να αλλάξουμε. Η Sham και η Bisan κοιμόντουσαν, αλλά εγώ καθόμουν για ώρες μέσα στο φόβος, τρέμοντας», εξιστορείται η Ayshan.

Το πρωί το στρατόπεδο ήταν γεμάτο. Περίπου 2.000 άνθρωποι είχαν φτάσει μέσα στη νύχτα. Η νεαρή μητέρα δεν ήξερε σε ποιον να πάει να μιλήσει και έτσι κάθισε στη σκηνή. Από τα ηχεία τους είπαν να σχηματίσουν ουρά και προχωρήσουν σε εγγραφή.

«Δανείστηκα ρούχα για την Sham από μία οικογένεια και την πήγα στην τουαλέτα. Ενας άνδρας, ωστόσο, την έσπρωξε και την έριξε μέσα σε λάκκο γεμάτο λάσπη. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, αλλά εκείνη μου έσφιξε το χέρι. ''Μην κλαις'', μου είπε, και φυσικά εγώ έκλαψα περισσότερο».

Μετά την έγγραφή, η Aysha έκανε κράτηση εισιτηρίων για να ταξιδέψει στην Καβάλα. Για εννέα ώρες, καθόντουσαν σε ένα πλοίο, με Ελληνες άνδρες, όπως λέει, «να τις κοιτούν να μουρμουρίζουν μέσα από τα δόντια τους».

«Τα επόμενα 1.500 χλμ. ήταν κάπως θαμπωμένα», υποστηρίζει.

Τρένο και πάλι τρένο και μετά λεωφορείο και πάλι λεωφορείο. Από την Θεσσαλονίκη στην Ειδομένη, από εκεί στην Γευγελή, μετά στο Βελιγράδι μετά στην Kanjiža της Σερβίας, στο Röszke της Ουγγαρίας και από εκεί στο Nickelsdorf της Αυστρίας.

«Στην Σερβία η μαφία ήταν παντού, προσπαθώντας να βγάλει χρήματα από τον αγώνα μας. Στην Ουγγαρία, ήμασταν τυχεροί, τα σύνορα δεν είχαν κλείσει, ωστόσο, περάσαμε 2 ώρες κλειδωμένοι μέσα σε ένα σταθμευμένο τρένο. Μέχρι τη στιγμή, που φτάσαμε στη Βιέννη, είχα κοιμηθεί μόλις 3 ώρες. Η πλάτη μου πονούσε και αισθανόμουν τον ιδρώτα και τη σκόνη», διηγείται στο Marie Claire και συμπληρώνει:

«Ημασταν στην ουρά για 6 ώρες, μέχρι να αγοράσουμε εισιτήρια για το Μόναχο. Η Bisan φώναζε, ενώ η Sham καθόταν σιωπηλά στα χέρια ενός ξένου. Εκείνο το βράδυ, βρήκα ένα διαμέρισμα. Εστειλα μήνυμα στον άνδρα μου και έπεσα για ύπνο, βάζοντας στη μύτη μου ένα μπουκάλι με δικό του after shave που είχα μαζί μου».

Την επόμενη ημέρα, πήραν το τρένο και ταξίδεψαν μέσα στα καταπράσινα λιβάδια μέχρι το Σάλτσμπουργκ. Εκεί, όμως, το τρένο σταμάτησε, με τους αστυνομικούς να φωνάζουν να αποβιβαστούν όσοι δεν ήταν από χώρα-κράτος μέλος της ΕΕ.

Ενας Αραβας ταξιτζής τους είπε πως να πάνε με τα πόδια στη Γερμανία και αυτό έκαναν. Πήραν ένα λεωφορείο και σταμάτησαν σε ένα χωρίο κοντά στα σύνορα και έπειτα διέσχισαν τα βουνά.

Οταν η Aysha είδε την ταμπέλα «Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας της Γερμανίας» τα πόδια της λύγισαν.

Το μέλλον

Μπορεί να έφτασαν στον προορισμό τους, αλλά αυτό το μακρύ ταξίδι δεν τελείωσε. Η αστυνομία έφτασε μέσα λίγη ώρα και τους είπες πως έχουν περάσει στη χώρα παράνομα. Κάπως έτσι οδηγήθηκαν σε ένα αστυνομικό τμήμα κοντά στο Freilassing.

Για τρεις ολόκληρες ώρες, με την βοήθεια μεταφραστή, οι αρχές τους έκαναν ερωτήσεις «για το εάν είχαν γνωστό στην Γερμανία», «για το εάν πλήρωσαν κάποιον για τη μεταφορά τους» και «για το πού θα θέλανε να πάνε».

Στη συνέχεια, τους είπαν πως θα αν ήθελαν να πάνε στο σταθμό του τρένου θα έπρεπε να πληρώσουν περίπου 64 ευρώ. Αφού τους φόρεσαν βραχιολάκια, ξεκίνησαν το ταξίδι και μετά από ώρες έφτασαν στο Μόναχο.

«Δεν ήξερα τι να περιμένω, φτάνοντας στο Μόναχο. Ηταν απλά ένας ασφαλής προορισμός, μέχρι να επιστρέψουμε στην Συρία, όταν τελειώσει ο πόλεμος. Ολοι θέλουν να πάνε πίσω», υποστηρίζει η Aysha.

Το πρώτο τους βράδυ το πέρασαν σε ένα παγκάκι και την επόμενη μέρα βρέθηκαν σε ένα στρατόπεδο.

«Το διαβατήριό μου κατασχέθηκε και κανείς δεν μου είπε πότε θα το πάρω πίσω. Εκανε κρύο, όλοι εδώ ήταν άρρωστοι και δεν υπήρχε κανένα φάρμακο. Φοβάμαι πως θα με ξεχάσουν και μερικές φορές νιώθω μοναξιά, μου είναι δύσκολο να μην κλαίω», αναφέρει και καταλήγει:

«Ξέρω ότι είμαστε ασφαλείς και τυχεροί. Αυτό σημαίνει τα πάντα. Το να είμαστε, όμως, στην Ευρώπη δεν σημαίνει και το τέλος των προβλημάτων μας. Η άφιξη στην Ευρώπη ήταν μόνο η αρχή».



Πηγή: inews

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ