Έλλη Κοκκίνου: «Μαστίγωσα τον εαυτό μου για να γίνω πρώτο όνομα»

29 Μαρτίου 2016

Αν και λέει πως δεν είχε παιδικό ήρωα, μικρή θαύμαζε τη Wonderwoman. Τη γοήτευε το γεγονός ότι μπορούσε να διαχειριστεί περίπλοκες καταστάσεις και να φέρει σε πέρας τα πάντα. Κατά έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, η Ελλη Κοκκίνου κατάφερε με τη σειρά της να πετύχει πολύ περισσότερα απ’ όσα τολμούσε να ονειρευτεί

Στην πραγματικότητα, στα νεανικά όνειρά της δεν χωρούσε ούτε κατά διάνοια μια καριέρα στο τραγούδι. Κι όμως, η ίδια είδε τα άλμπουμ της να βάφονται στο χρώμα του χρυσού και της πλατίνας, εξελίχθηκε σε εξωφυλλικό φετίχ των περιοδικών, έφτασε να τραγουδά σε κατάμεστο νυχτερινό μαγαζί χωρητικότητας 7.000 ατόμων στη Θεσσαλονίκη, ενώ η επιτυχία των τραγουδιών της ήταν τέτοια που οι στίχοι τους γίνονταν σλόγκαν. Ωστόσο, η γυναίκα που έχω απέναντί μου -άβαφη, απλή και ευπροσήγορη- πόρρω απέχει από τα στερεότυπα που είθισται να κατατρύχουν τις ντίβες. Δεν πίνει, δεν καπνίζει και πλέον δεν τρώει ζάχαρη, ξυπνά καθημερινά στις 06.50, επισκέπτεται ευλαβικά το γυμναστήριο τέσσερις φορές εβδομαδιαίως, βγάζει απαραιτήτως τον σκύλο της βόλτα καθημερινά και τις μέρες που δεν έχει κάποιο live κοιμάται όχι αργότερα από τις 10.30 το βράδυ. Λέει ότι όσο τα χρόνια περνούν προσδοκά μια ισορροπημένη και υγιή ζωή, ενώ αν ακόμη έχει κάποιο όνειρο αυτό δεν αφορά τόσο τα επαγγελματικά όσο την ιδιωτική ζωή της. Θα ήθελε να ζει σε μια πολυκατοικία με γείτονες τους στενούς φίλους της, τα παιδιά τους, τα σκυλιά και τα γατιά τους.



Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε ένα νέο single με τίτλο «Μακάρι» από την Cobalt Music. Την περίοδο που διανύει τη χαρακτηρίζει άκρως δημιουργική, αφού ολοκληρώνει στο στούντιο την ηχογράφηση του άλμπουμ που θα ακολουθήσει τις επόμενες εβδομάδες. Αναρωτιέμαι αν η κρίση, που έχει συρρικνώσει τα μεγέθη και στην ντόπια μουσική παραγωγή, την αποθαρρύνει από το να προσπαθεί. «Με αυτή τη λογική θα έπρεπε να σταματούσα τη δουλειά. Αφού δεν γεμίζω τα μαγαζιά χωρητικότητας 3.000 ατόμων γιατί να γεμίσω το 300άρι; Δεν προχωράμε έτσι. Προσαρμοζόμαστε στα δεδομένα. Κανείς δεν πουλάει πια 100.000 δίσκους, όπως κατ’ αναλογία ο κόσμος δεν πηγαίνει διακοπές έναν μήνα το καλοκαίρι. Ολα έχουν συρρικνωθεί. Αυτό όμως δεν θα μας εμποδίσει να κυκλοφορούμε ωραία τραγούδια ή τουλάχιστον τραγούδια που πιστεύουμε εμείς ότι είναι ωραία. Δουλεύω με το ίδιο κέφι, πηγαίνω στο στούντιο τη νύχτα, δοκιμάζουμε τα τραγούδια έτσι, τα δοκιμάζουμε αλλιώς, μετά ηχογραφούμε. Είναι το δημιουργικό, το ωραίο κομμάτι της δουλειάς». 

Λέει ότι οι περισσότεροι από τους συνεργάτες της είναι πλέον φίλοι της. Τη ρωτάω αν νέοι δημιουργοί την προσεγγίζουν για να ακούσει τη δουλειά τους. «Εννοείται. Αλλοι έρχονται και με βρίσκουν στο καμαρίνι, οι περισσότεροι όμως στέλνουν τα τραγούδια τους μέσω Messenger. Φυσικά και τα ακούω και απαντώ. Ποτέ δεν ξέρεις τι διαμάντι μπορείς να βρεις. Κανένας δεν ξεκίνησε διάσημος, καταξιωμένος, καταπληκτικός. Ολοι μας ξεκινήσαμε και δεν μας ήξερε παρά μόνο η μαμά μας. Αρα, νομίζω ότι όλοι δικαιούνται την ίδια ευκαιρία». 

Τραγουδίστρια από τύχη
Στην κλισέ, αλλά επιβεβλημένη ερώτηση αναφορικά με το γιατί έγινε τραγουδίστρια, η Κοκκίνου έχει μια απάντηση μάλλον αναπάντεχη: «Κατά τύχη έγινα τραγουδίστρια. Για γραφίστρια πήγαινα, γι’ αυτό και σπούδαζα στη σχολή Βακαλό. Και με τη μουσική βέβαια ασχολιόμουν. Εκανα ακουστική κιθάρα από τα χρόνια του σχολείου, αργότερα πήρα και ηλεκτρική. Ξεκίνησα από Νέο Κύμα και έφτασα στους Led Zeppelin. Είχα μπει σε ένα εξωσχολικό γκρουπ για την πλάκα μου. Ακούγοντάς με ο Κώστας Τουρνάς -το σπίτι του τύχαινε να είναι δίπλα στο εξοχικό μας-, είπε στη μητέρα μου “η μικρή έχει καλή φωνή”. Δεν έδωσα σημασία. Μέχρι που μια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο ίδιος και μου είπε πως η Αλέξια έκανε οντισιόν στον τότε “Μικρό Διογένη”. Είπα “δεν με ενδιαφέρει”. Ο Τουρνάς επέμεινε. Πήγα. Για την πλάκα μου. Ανοιγα το πρόγραμμα. Ελεγα το “Άλλη μια νύχτα” της Μαντώς. Δούλεψα και με την Πωλίνα και τον Καρβέλα εκείνα τα χρόνια. Και μετά έφυγα για το Λος Αντζελες». 
Η τελειομανής, όπως καταλαβαίνεις από τις πρώτες κουβέντες της, Ελλη Κοκκίνου στην Αμερική σπούδασε Μουσική και Φωνητική.



Τραγουδούσε soul και τζαζ κομμάτια. Η μαθητεία της αυτή αποδείχτηκε το ισχυρότερο όπλο στη φαρέτρα της άμα τη επιστροφή της στα πάτρια εδάφη. «Πριν επιστρέψω από το Λος Αντζελες στην Ελλάδα είχα κάνει μια στάση για τέσσερις μέρες, για διακοπές, στη Νέα Υόρκη. Τότε θυμάμαι με πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος Θεοφάνους, με τον οποίο ήδη γνωριζόμασταν. Μάλιστα, επειδή δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, είχε πάρει τον αριθμό του ξενοδοχείου όπου έμενα από τη μητέρα μου. Μου είπε λοιπόν: “Κάνω μια παράσταση με την Ευρυδίκη και θέλω να συμμετέχεις”. Ακριβώς μετά από εκείνη την παράσταση η Ευρυδίκη συνεργάστηκε με τον Αντώνη Βαρδή στη Θεσσαλονίκη. Κι έτσι τον γνώρισα κι εγώ. Τότε, ακούγοντας την υπέροχη φωνή του και κάνοντας φωνητικά άρχισα να αγαπώ και τη λαϊκή μουσική. Δεν είχα τέτοια ακούσματα προηγουμένως. Σκέψου ότι η μητέρα μου και ο πατέρας μου στο σπίτι άκουγαν κυρίως ξένη μουσική και από ελληνικά Μαρινέλλα, Γαλάνη, Κανελλίδου. Ενώ λοιπόν στην αρχή της καριέρας μου με έπαιρναν τηλέφωνο και μου έλεγαν “έλα να τραγουδήσεις στο τάδε μαγαζί να κάνεις κι ένα λαϊκό ποτ πουρί”, εγώ έλεγα “δεν τραγουδάω λαϊκά”. Τα λέω τώρα και γελάω. Εχω χάσει πολύ καλές δουλειές έτσι. Βέβαια, δουλεύοντας μετά ανακάλυψα ότι στο λαϊκό τραγούδι δεν είναι όλα μέσα σε ένα σακί. Αρχισα να τα μαθαίνω, να τα αγαπώ, μέχρι που μου έγραψε ο Αντώνης Βαρδής το πρώτο μου τραγούδι. Ετσι ξεκίνησαν όλα. Στην τύχη. Ο,τι ακολούθησε όμως δεν έγινε τυχαία», εξιστορεί με ειλικρίνεια. 

«Αν θες να μπεις στα βαθιά, κολύμπα»

Αν κάτι μοιάζει με θέσφατο στην καριέρα της Ελλης Κοκκίνου, είναι πως μάλλον δυσκολεύτηκε, παιδεύτηκε αρκετά για να κατακτήσει τα charts, μα κυρίως τις καρδιές του κοινού. «Ναι, κουράστηκα πάρα πολύ για να γίνω αυτό που λέμε “πρώτο όνομα”. Αν αναλογιστείς ότι στη δουλειά μπήκα το 1990, τελικά καριέρα έκανα το 2003. Δούλεψα πάρα πολύ. Μαστίγωσα τον εαυτό μου. Εγινα στρατιώτης. Επρεπε να αλλάξω για να με αποδεχτεί ο κόσμος. Τι να αλλάξω; Την εμφάνισή μου. Ηταν ένας βασικός λόγος που όλα πήγαν πιο αργά. Φυσικά και ήταν άδικο. Και ρατσιστικό. Είδες όμως πώς άλλαξα; Τι έμαθα από εκείνη την εποχή; Αν θες να μπεις στα βαθιά, κολύμπα. Ξέρεις κάτι; Τον κόσμο δεν τον αφορούσε αν είχα παραπάνω κιλά επειδή είχα πρόβλημα με τον θυρεοειδή μου. Το αποτέλεσμα έβλεπε. Κι εγώ αυτό το αποτέλεσμα έπρεπε να το αλλάξω. Εύκολο; Δύσκολο; Εμένα αφορούσε. Είχα να πολεμήσω σε πάρα πολλά μέτωπα. 

Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, οι άνθρωποι μπορούν να καταφέρουν θαύματα. Αυτό που έκανα εγώ δεν ήταν τίποτα», ανακαλεί, ενώ σκέφτομαι αν τελικά όταν πια έγινε πρώτο όνομα αναδύθηκαν μέσα της εκδικητικές τάσεις. «Η απάντησή μου ήταν η επιτυχία μου. Αν την ψώνισα; Δεν το νομίζω. Πού χρόνος να την ψωνίσω; Δούλευα πάρα πολύ. Κάποια στιγμή μου είχε πει ο Φοίβος: “Εχεις κάνει ρεκόρ εξωφύλλων σε έναν μήνα”. Δεν είχα ιδέα. Ημουν από φωτογράφηση σε φωτογράφηση, από κλιπ σε κλιπ, είχα εμφανίσεις πέντε ημέρες την εβδομάδα». 

Πλέον -στο πλαίσιο της γενικότερης συρρίκνωσης- οι πολυήμερες εμφανίσεις έχουν γίνει τρία live εβδομαδιαίως (κάθε Πέμπτη στο «Cabaret» στο Κολωνάκι και κάθε Παρασκευή και Σάββατο στην «Barbarella» στη Θεσσαλονίκη). Η Κοκκίνου δηλώνει περήφανη και χαρούμενη γι’ αυτόν τον εναλλακτικό νυχτερινό κύκλο της. «Πλέον τα συγκεκριμένα προγράμματα είναι αυτό που θέλω. Δεν ξέρω πώς μπορεί να ακούγεται όταν το διαβάζει κάποιος που δεν με ξέρει. Μπορεί να σκεφτεί “τι δηλαδή, τόσα χρόνια δεν σου άρεσαν οι μεγάλες πίστες;”. Φυσικά και μου άρεσαν. Τότε εκείνα ήταν τα θέλω μου. Τώρα είναι άλλα. Δεν μπορώ να ζητάω 15 ή 20 χρόνια τα ίδια. Θα ήταν βαρετό και καθόλου δημιουργικό. Δεν ακυρώνω τίποτα και δεν ωραιοποιώ το τώρα». 

Η κυρία διευθύντρια
Το παρόν της, πάντως, εκτός από τραγούδι, δισκογραφία και live έχει και έναν αγγλόφωνο παιδικό σταθμό, με τον οποίο η ίδια ασχολείται σχεδόν καθημερινά. 
Τι ήταν εκείνο που την οδήγησε να επενδύσει τα χρήματά της σε έναν παιδικό σταθμό και όχι, λόγου χάρη, σε ένα μπαρ ή σε ένα εστιατόριο, πρακτική που ακολουθούν πολλοί συνάδελφοί της; «Κάποια στιγμή η δουλειά της νύχτας θα δύσει. Δεν ξέρω σε πόσα χρόνια. Δεν μπορώ να το προδικάσω. Δεν είμαι άνθρωπος που μου αρέσει να κάθομαι. Θα ήθελα όταν αυτή η δουλειά με διώξει ή επιθυμήσω εγώ να φύγω, να έχω και κάτι άλλο ως εισόδημα. Το να τρώω τα έτοιμα δεν μου λέει τίποτα. Επιπλέον, δεν θέλω να με θρέφει κανείς και ακόμη και στα 70 ή στα 75 μου θέλω να έχω ένα εισόδημα. Με ρωτάς γιατί δεν άνοιξα ένα μπαρ. 

Μα με φαντάζεσαι στα 70 μου πάρτυ άνιμαλ; Οπότε μέσω του παιδικού σταθμού θέλησα να επενδύσω στα παιδιά. Πώς με αντιμετωπίζουν οι γονείς; Στην αρχή όταν έρχονται για τα πρώτα ραντεβού βλέπουν την τραγουδίστρια. Κι εγώ στη θέση τους αυτό θα έκανα. Από τη στιγμή όμως που θα με δουν στον παιδικό σταθμό ενεργή -από το να βοηθήσω ένα παιδί να βάλει τα παπούτσια του και να το ταΐσω μέχρι να οργανώνω τις σχολικές γιορτές μαζί με τις δασκάλες- ξεχνάνε το επάγγελμά μου. Βλέπουν μια γυναίκα που αγαπάει και προσέχει τα παιδιά τους», εξηγεί. 

Ο παιδικός σταθμός, πάντως, έχει γίνει πηγή έμπνευσης για -προφανώς φτηνά- λογοπαίγνια, εξαιτίας της διαφοράς ηλικίας μεταξύ της Κοκκίνου και του επί χρόνια συντρόφου της Γιώργου Μπόγρη. Τη ρωτάω αν έχει επισκεφτεί πρόσφατα το Μπιλμπάο, όπου ο Μπόγρης αγωνίζεται στην τοπική ομάδα μπάσκετ. «Εχω πάει μια φορά στο Μπιλμπάο. Δεν πρόλαβα να το δω γιατί ήμουν άρρωστη. Εβρεχε κιόλας... Δεν βγήκα πολύ. Το λίγο που είδα πάντως μου άρεσε πολύ. Αν βρω πάντως χρόνο, θα ξαναπάω. Μη νομίζεις... Κι εγώ το θέλω πολύ», απαντά με μια ιδέα νοσταλγίας. Δεν της αρέσει να μιλά για την ιδιώτευσή της. Αυτό πάντως δεν την εμποδίζει να επισημάνει ότι «τα χιλιόμετρα δεν καθορίζουν αν μια σχέση είναι στενή ή όχι. Δύσκολη ή εύκολη την κάνουν».


Πηγή: Πρώτο Θέμα

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ