Παιδί που δεν πειθαρχεί: Ακόμα και η σχέση των γονέων μπορεί να φταίει

29 Μαρτίου 2016

Αναζητώντας τα «όρια»: όταν η τιμωρία παράγει μόνο ηττημένες σχέσεις και συναισθήματα

Όπως όλα τα συστήματα έτσι και η οικογένεια ως ένα σύστημα που αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά, προκειμένου να διασφαλίζεται η αρμονία και η λειτουργικότητά της χρειάζεται κάποιους κανόνες για την θέσπιση των οποίων υπεύθυνοι είναι οι γονείς ως ενήλικες και δημιουργοί του οικογενειακού οικοδομήματος. Η επιλογή των κανόνων εξαρτάται από διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων και η ιδιοσυγκρασία των γονέων, η κουλτούρα τους, η ατομική πορεία του κάθε γονέα ξεχωριστά, η συνισταμένη της μεταξύ τους σχέσης, το πολιτισμικό και κοινωνικοιστορικό πλαίσιο της χώρας και της χρονικής περιόδου που βρίσκεται η οικογένεια, ο αριθμός, το φύλο και η προσωπικότητα των παιδιών, οι επιλογές των γονέων ως προς τη διαπαιδαγώγηση ( τι θεωρούν σημαντικό και τι όχι), οι στόχοι που διαμορφώνουν οι γονείς για την οικογένεια και τα παιδιά τους, οι επιθυμίες και οι αξίες τους. Παράγοντες που για κάθε οικογένεια μπορεί να μοιάζουν αλλά και να διαφέρουν σε πολλά σημεία. Οι παράγοντες αυτοί θα επιδράσουν καθοριστικά στο είδος και τον τρόπο ρύθμισης των οικογενειακών κανόνων, καθώς και στην επικοινωνία των κανόνων αυτών στα παιδιά τους. Ο λόγος αφορά το πολυσυζητημένο θέμα των «ορίων», όρος αρκετά διαδεδομένος και ο οποίος ενώ στην πραγματικότητα παραπέμπει σε ένα πολύ δημιουργικό έργο, και συγκεκριμένα στην διαμόρφωση της οικογενειακής κουλτούρας, τη διάπλαση των παιδιών και την καθοδήγησή τους στον κόσμο, δυστυχώς έχει χρωματιστεί με πινελιές άγχους, δυσφορίας, θυμού, έντασης και απογοήτευσης.

Συχνά οι γονείς φθάνουν στο γραφείο του ειδικού κουρασμένοι, θυμωμένοι και με βλέμμα απόγνωσης δηλώνοντας την αδυναμία τους να οριοθετήσουν τα παιδιά τους, τα οποία είναι «ανυπάκουα», «αντιδραστικά» και ενδεχομένως προκαλούν προβλήματα στο σχολείο. Όχι απλώς έχουν πάψει να εισέρχονται δημιουργικά σ’ αυτό το έργο αλλά αναφέρουν πως έχουν δοκιμάσει διάφορες προσεγγίσεις με ελάχιστα αποτελέσματα και πως ο έλεγχος έχει πια ξεφύγει από τα χέρια τους, με συνέπεια να επιχειρούν και σωματικές τιμωρίες, τις οποίες ενίοτε ονομάζουν φυσιολογικές και παραδοσιακές στα πλαίσια της κουλτούρας του τόπου καταγωγής. Αυτό βέβαια δεν ευσταθεί καθώς έχει φανεί και από έρευνες ότι οι σωματικές τιμωρίες και η βίαιη αντιμετώπιση γενικότερα (είτε σωματική είτε λεκτική) δεν είναι αποτελεσματικές καθώς αν οδηγούν σε κάποια συμμόρφωση από την πλευρά των παιδιών αυτή θα υποβαστάζεται αποκλειστικά από το φόβο της τιμωρίας και όχι από την πραγματική εσωτερίκευση του κανόνα και του νοήματός του (ενδεικτικά: Gershoff, Elizabeth Thompson). Επιπρόσθετα, η σωματική τιμωρία μπορεί να ενισχύει την επιθετική συμπεριφορά στο βαθμό που το παιδί μαθαίνει να επικοινωνεί, να υπερασπίζεται την γνώμη του και να λύνει τις διαφορές του με αντίστοιχο τρόπο, τον τρόπο δηλαδή που χρησιμοποιούν και οι γονείς του. Ακόμη, η επιβολή σωματικής τιμωρίας μπορεί να επιφέρει προβλήματα συναισθηματικής φύσεως στο παιδί, δεδομένου ότι η πρόκληση πόνου και παραβίασης της σωματικής του ασφάλειας λειτουργεί υποτιμητικά και ακυρωτικά για την προσωπικότητα του παιδιού. Έτσι, το παιδί μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα ανασφάλειας, κατωτερότητας, χαμηλής αυτοεκτίμησης, άγχους, θυμού, θλίψης, και νιώθοντας πως δεν έχει τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, καθίσταται ευάλωτο σε περιπτώσεις ψυχικής και σωματικής βίας σε άλλα πλαίσια εκτός του οικογενειακού.

Αυτό που σίγουρα συμβαίνει είναι πως οι γονείς δυσκολεύονται κατά την επικοινωνία των οικογενειακών κανόνων στα παιδιά τους, με αποτέλεσμα ακόμα και έντονες αντιδράσεις, για τις οποίες τις περισσότερες φορές, αν δεν υπάρχει δική τους έντονη ψυχοπαθολογία, μετανιώνουν και ίσως είναι ακριβώς στη βάση της ενοχής που τις ανάγουν σε κάτι «φυσιολογικό» προκειμένου να το αντέξουν. Οι συνέπειες της σωματικής τιμωρίας βέβαια δεν είναι καθόλου ευχάριστες και είναι σημαντικό να αποφεύγονται, όμως ακριβώς επειδή δεν συμβαίνει συχνά να είναι άμεση επιδίωξη των γονιών ίσως θα είχε περισσότερο νόημα να ασχοληθεί κανείς και να τεθούν ερωτήματα σχετικά με τη δυσκολία αυτή καθεαυτή στην επικοινωνία και την διαχείριση των κανόνων και της διαπαιδαγώγησης. Τι συμβαίνει δηλαδή μέσα στην οικογένεια που προξενεί αυτή τη δυσκολία σε τέτοιο βαθμό κάποιες φορές που να εξωθείται η κατάσταση σε αυτό το σημείο. Τι ωθεί τον έναν ή και τους δύο γονείς να καταφεύγουν σε ένα είδος τιμωρίας που τις περισσότερες φορές δεν επικροτούν ούτε οι ίδιοι. Τι βρίσκεται πίσω από την αίσθηση ανεπάρκειας των γονέων που οδηγεί στην απώλεια του ελέγχου.

Ειδικότερα, θα πρέπει αρχικά να διερευνηθεί εάν υπάρχει ψυχοπαθολογία από την πλευρά των γονέων (π.χ. γονέας που αντιδρά υπερβολικά στα πλαίσια ψυχιατρικής διαταραχής που δεν φροντίζεται κατάλληλα, ψυχοπαθολογία που καθρεφτίζεται σε μία έντονα διαταραγμένη σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι με ρόλους θύτη- θύματος) ή κάποια άλλη διαταραχή του παιδιού (συναισθηματική διαταραχή, τραύμα, αναπτυξιακή διαταραχή, ΔΕΠΥ, μαθησιακές δυσκολίες κ.α.) διότι στις περιπτώσεις αυτές ενδέχεται να επηρεάζεται η συμπεριφορά δευτερογενώς από κάποια τέτοια δυσκολία και η μη τήρηση των κανόνων να μην είναι το βασικό ζήτημα, αλλά να έχουν πρώτα και κύρια να φροντιστούν οι παραπάνω ανάγκες. Για παράδειγμα, ένα παιδί με αδιάγνωστη μαθησιακή δυσκολία που δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα των γονέων για μελέτη επειδή ζορίζεται μαθησιακά, ενδέχεται να γίνεται αντιληπτό ως μη τήρηση του κανόνα, ενώ στην πραγματικότητα το παιδί αντιδρά γιατί δυσκολεύεται και πιέζεται. Όσο οι γονείς δεν έχουν διάγνωση θα συνεχίσουν να πιέζουν στα πλαίσια της επιβολής κανόνων, το παιδί αναμενόμενα δεν θα ανταποκρίνεται,  έτσι στα πλαίσια της δυσφορίας του ενδέχεται να γίνεται αντιδραστικό, οι γονείς θα το εκλαμβάνουν αυτό ως αυθάδεια και θα εντείνουν την δική τους πίεση κ.ο.κ. Είναι επομένως σημαντικό να κοιτάζουμε την κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Σε δεύτερο στάδιο έχουμε να δούμε, εφόσον δεν υπάρχει κάτι παθολογικό στο παιδί, πώς είναι η ζωή της οικογένειας, οι συνθήκες, η ιστορία της, αν έχει συμβεί κάποιο κρίσιμο γεγονός ή σημαντική αλλαγή (απώλεια, κρίση, φυσική καταστροφή, διαζύγιο, μετακόμιση, αλλαγή σχολείου των παιδιών, εργασιακής κατάστασης των γονέων κλπ.) που να έχει διαταράξει την ισορροπία με αποτέλεσμα να υπάρχει ένταση στην επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Είναι συχνό τα παιδιά να μην εκφράζουν με λόγια τη δυσκολία τους να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες, να μεταβολίσουν μία σημαντική αλλαγή ή να διαχειριστούν ένα ψυχοπιεστικό γεγονός , αντιθέτως δείχνουν τη θλίψη, το θυμό, την αγωνία τους με τη συμπεριφορά τους, ζητώντας με τον τρόπο αυτό τη συμπαράσταση και τη φροντίδα των γονιών, οι οποίοι ίσως να μην κάνουν τη μετάφραση που αντιστοιχεί στη συμπεριφορά του παιδιού και να θεωρούν τη στάση του ως ανυπακοή. Αντίστοιχα, εάν οι ίδιοι γονείς συσσωρεύουν ένταση και στενοχώρια μέσα τους χωρίς να επεξεργάζονται τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους με τον/ την σύντροφό τους, ενδέχεται να εισέρχονται φορτισμένοι και με μειωμένη ανθεκτικότητα και αυτοπεποίθηση στις υπόλοιπες εκφάνσεις της οικογενειακής ζωής.

Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η ποιότητα της συντροφικής σχέσης των γονιών. Εάν πέρα από τον γονεϊκό τους ρόλο παραμένουν ζευγάρι ή αν η σχέση τους έχει πάψει να είναι πηγή ευχαρίστησης, φροντίδας και αναζωογόνησης, με αποτέλεσμα να κουράζονται ψυχικά και όντας κουρασμένοι, να είναι αναποτελεσματικοί και στο ρόλο τους ως γονείς. Προσωπικά και συντροφικά αποστερημένοι, με κακή ή εκλιπούσα επικοινωνία, ο χώρος των κανόνων γίνεται πεδίο μάχης όπου τα παιδιά με τη συμπεριφορά τους έρχονται να κινητοποιήσουν τις σκουριασμένες οικογενειακές δυνάμεις και να ενώσουν τους απομακρυσμένους συντρόφους υπό τη σκέπη του οικογενειακού «προβλήματος». Ζητήματα όπως η επικοινωνία ανάμεσα στους συντρόφους, ο τρόπος διαχείρισης των δυσκολιών ανάμεσά τους, η οικειότητα ή η απόσταση που υπάρχει, οι ρόλοι που έχουν αναλάβει κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε κρίσιμες στιγμές και φάσεις της οικογενειακής πραγματικότητας.

Ακόμη, έχουμε να δούμε την πορεία αυτών των ανθρώπων και τις αντιλήψεις τους σχετικά με το γάμο, την οικογένεια, τη σχέση με τα παιδιά, τον τρόπο διαπαιδαγώγησης. Αντικρύζουν τα θέματα αυτά σαν «σκοπό», «υποχρέωση κάθε ικανού ανθρώπου» ή σαν έργο δημιουργίας, χαράς και ισχυροποίησης της μεταξύ τους σχέσης; Μπαίνουν στο γάμο και την ανατροφή των παιδιών διαδικαστικά ή με σκοπό να διαπλάσουν, να καθοδηγήσουν και να μετέχουν στη ζωή; Πώς έχουν καταγράψει το γονεϊκό ρόλο από τη συμπεριφορά των δικών τους γονέων και πώς έχουν επηρεαστεί οι ίδιοι; Πώς έχουν επιδράσει οι συνήθειες του τόπου καταγωγής τους και οι σχετικές αντιλήψεις περί του ρόλου του άνδρα και της γυναίκας στη δική τους συμπεριφορά; Έχουν παράγει δική τους διαφοροποιημένη στάση σαν ζευγάρι με γνώμονα τους δικούς τους στόχους και τις δικές τους επιθυμίες για την οικογένειά τους ή ακολουθούν απλώς συνήθειες και πρακτικές που έχουν «μάθει»;

 

Τα παραπάνω είναι ζητήματα που συνολικά επιδρούν στις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και διαπερνούν  όλα τα επίπεδα ζωής και δράσης τους, ένα από τα οποία είναι η διαπαιδαγώγηση και η θέσπιση ορίων. Εάν κάτι από τα παραπάνω έχει παραμείνει αφρόντιστο και ανεπεξέργαστο είναι πολύ πιθανό να εκφράζεται με ένταση, δυσφορία και αντιδραστικότητα από το οικογενειακό σύστημα, στη συγκεκριμένη περίπτωση υποδυόμενο τη μορφή του «ανυπάκουου» παιδιού και του «βίαιου» γονέα αντίστοιχα. Ρόλοι και σενάρια που υποτιμούν τις πραγματικές προθέσεις και τις αληθινές επιθυμίες τόσο των παιδιών όσο και των γονέων. Σκηνικά που παράγουν συναισθήματα ανεπάρκειας στους γονείς, μοναξιάς και αβοήθητου στα παιδιά, αποξένωση, σκληρότητα και ψυχρότητα ανάμεσά τους.

 

Η διερεύνηση των λόγων που οδηγούν στην εκτός ελέγχου συμπεριφορά καθόλου δεν έχει να κάνει με την ενοχοποίηση ή την στοχοποίηση κάποιου μέλους της οικογένειας, αυτό είναι κάτι που ελάχιστα συνεισφέρει στην αποκατάσταση της οικογενειακής υγείας. Στόχος είναι η αποκατάσταση της αίσθησης επάρκειας στο γονεϊκό ρόλο, και η βελτίωση της επικοινωνίας και των σχέσεων ανάμεσα στο γονέα και το παιδί κάτι που η καταφυγή στη σωματική επιβολή εκμηδενίζει.  Η διαδικασία όπου οι ιστορίες ξετυλίγονται δίνει τη δυνατότητα να διαβαστούν με φρέσκια οπτική, να κατανοηθούν σχέσεις και μπλοκαρίσματα που ίσως δεν τους είχε δοθεί ιδιαίτερη σημασία ενώ ήταν σημαντικό. Να φροντιστούν ζητήματα προσωπικά του κάθε γονέα ή/ και των παιδιών που ενδεχομένως τους ταλαιπωρούσαν κρυφά, να έρθουν στην επιφάνεια οι δυνάμεις τους, τα όνειρα και οι επιθυμίες τους και να διαμορφώσουν πιο ελεύθερα και συνειδητά το δικό τους τρόπο να ζουν και να λειτουργούν στη σχέση και την οικογένειά τους απαλλαγμένοι από μαθημένες και δυσλειτουργικές στάσεις,  πεποιθήσεις και τρόπους σχετίζεσθε.

 

Μαριέττα Μαλτά

Ψυχολόγος, M.Sc., Ψυχοθεραπεύτρια

Ειδ. Συστημική- Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία & Θεραπεία Οικογένειας

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ