Έως το 2030 ο καρκίνος του θυρεοειδή θα είναι 3ος σε συχνότητα καρκίνος στις γυναίκες

31 Μαρτίου 2016

Σύμφωνα με τα επιστημονικά δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας υπολογίζεται πως τα επόμενα 14 χρόνια ο καρκίνος του θυρεοειδούς θα αποτελεί τον 3ο σε συχνότητα καρκίνο στο γυναικείο πληθυσμό. Θα πρέπει να γίνει σαφές, πως η νόσος παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια ραγδαία αύξηση, σε σχέση με τις άλλες μορφές καρκίνου και αυτό οφείλεται τόσο σε περιβαλλοντικούς παράγοντες ( με κύρια την έκθεση στην πυρηνική ακτινοβολία μετά από ατυχήματα) όσο και στις διαγνωστικές εξετάσεις οι οποίες μπορούν να εντοπίσουν γρήγορα και έγκαιρα τη νόσο.

Πιο ευάλωτες δείχνουν να είναι οι γυναίκες ηλικίας από 25 ως 65 ετών αφού αυτή η μορφή καρκίνου αποτελεί την πιο συχνή κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος και τα ποσοστά της εμφάνισης της είναι από 0,8 για τις γυναίκες και 0,3 για τους άνδρες. 

Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ σε όλες τις μεθόδους με τις οποίες αντιμετωπίζεται αυτή η μορφή καρκίνου αλλά και στη μεγάλη αξία που έχει ο τραχηλικός λεμφαδενικός καθαρισμός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για την εξέλιξη της υγείας των ασθενών που θα νοσήσουν και θα χρειαστούν χειρουργείο. Ξεκινώντας θα πρέπει να σας πω πως αν και η λέξη καρκίνος «τρομάζει» το σύνολο του πληθυσμού, οι ασθενείς οφείλουν να γνωρίζουν πως αν ακολουθηθεί το σωστό θεραπευτικό πρωτόκολλο και η επέμβαση διενεργηθεί από εξειδικευμένο χειρουργό στην Ογκολογική Χειρουργική των Ενδοκρινών Αδένων, η πρόγνωση για τους καρκίνους του θυρεοειδή είναι για τις περισσότερες περιπτώσεις η ίαση.

Πώς εμφανίζεται ο καρκίνος του θυρεοειδούς;

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την μορφή ψυχρού όζου (οι ψυχροί -μη λειτουργικοί- όζοι αποτελούν το 80% του συνόλου των όζων). Αν και οι θυρεοειδικοί όζοι είναι πολύ συχνοί, ευτυχώς μόνο το 5% από αυτούς είναι κακοήθεις. Ο καρκίνος του θυρεοειδούς ταξινομείται βάσει της προέλευσής του. Έτσι έχουμε τις κακοήθεις παθήσεις που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα του αδένα και τις αντίστοιχες από τα μη θυλακιώδη. 

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν: 

1. Ο Θηλώδης τύπος (ο πιο συχνός τύπος θυρεοειδικής κακοήθειας-80% του συνόλου) 
2. Ο Θυλακιώδης (10%) 
3. Ο Καρκίνος από κύτταρα Hurthle (4%) 
4. Ο Αναπλαστικός ή Αμετάπλαστος τύπος (1-2%) 

Στη δεύτερη ανήκουν: 

1. Το Μυελοειδές καρκίνωμα (4-5%) 
2. Το Λέμφωμα (2%) 
3. Το Τεράτωμα (Πολύ σπάνιος τύπος) 
4. Οι μεταστάσεις από κακοήθεις παθήσεις άλλων οργάνων όπως του νεφρού, του πνεύμονα, του μαστού ή από μελάνωμα (Σπάνια).

Ποιοι κινδυνεύουν να νοσήσουν από καρκίνο του θυρεοειδούς; 

Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η έκθεση στην ακτινοβολία (αν ο ασθενής έχει υποβληθεί σε θεραπευτική ακτινοθεραπεία -κύρια στο κεφάλι και τον τράχηλο για την αντιμετώπιση άλλων ογκολογικών παθήσεων- ή η έκθεση του σε ακτινοβολία μετά από πυρηνικά ατυχήματα), το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου θυρεοειδούς, η ύπαρξη συνδρόμων που σχετίζονται με την εμφάνισή του (πχ Πολλαπλή Ενδοκρινική Νεοπλασία MEN, σύνδρομο Oικογενούς Αδενοματώδους Πολυποδίασης FAP, σύνδρομο Gardner κλπ), ενώ τελευταία ερευνάται και η πιθανότητα συσχέτισης της αυτοανόσου θυρεοειδίτιδας με την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς.

Τα παιδιά με οζώδη ή πολυοζώδη βρογχοκήλη, οι άντρες κύρια με μονήρεις όζους, οι ενήλικες πάνω από τα 60, οι ασθενείς με μεγάλους όζους, εκείνοι που προσέρχονται με ένα ταχέως αυξανόμενο σε μέγεθος θυρεοειδικό όζο και οι ασθενείς με ατομικό ιστορικό κακοήθειας του μαστού εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. 

Πώς θα γίνει η διάγνωση του θυρεοειδικού καρκίνου: 

• Με το λεπτομερές ιστορικό. 
• Με την ψηλάφηση του τραχήλου (40% των όζων άνω των 15 mm και 4% του συνόλου των όζων είναι ψηλαφητοί.) 
• Με τον αιματολογικό έλεγχο (TSH, καλσιτονίνη, θυρεοσφαιρίνη, αντισώματα κ.α). 
• Με το υπερηχογράφημα (ύποπτα απεικονιστικά κριτήρια αποτελούν οι μικροαποτιτανώσεις, η αυξημένη αγγείωση, η υποηχογένεια, τα ανώμαλα όρια κ.α). 
• Με την ελαστογραφία (ελέγχει την σκληρότητα του όζου και επισημαίνει τους ύποπτους όζους με υψηλό ποσοστό αξιοπιστίας) . 
• Με την παρακέντηση διά λεπτής βελόνης (FNA) είτε ενός όζου είτε ενός διογκωμένου τραχηλικού λεμφαδένα (η FNA αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη διάγνωση των κακοήθων παθήσεων και πρέπει να διενεργείται για κάθε όζο μεγαλύτερο του 1 εκατοστού είτε για κάθε όζο ανεξαρτήτως μεγέθους αλλά με ύποπτα απεικονιστικά χαρακτηριστικά ή οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικής κακοήθειας). 

Πώς θεραπεύεται η νόσος;

Αφού τεθεί η ένδειξη από την ενδοκρινολογική ομάδα, η θεραπεία είναι κατ’εξοχήν χειρουργική για όλους τους τύπους θυρεοειδικής κακοήθειας (εξαιρείται το λέμφωμα) και συνίσταται στην ολική αφαίρεση του αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή), καθώς επίσης και σε κάποιες περιπτώσεις στην εξαίρεση των λεμφαδένων του τραχήλου (κεντρικός – ετερόπλευρος ή αμφοτερόπλευρος λειτουργικός ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός ) όταν ανευρίσκεται νόσος και σε αυτούς ή υπάρχει σαφής κλινικοεργαστηριακή ή/και απεικονιστική υποψία. 

Μετά την επέμβαση οι θεράποντες ενδοκρινολόγοι συνεργάζονται – όταν υπάρχει η ένδειξη – με την ομάδα της πυρηνικής ιατρικής και ακολουθεί στις περισσότερες περιπτώσεις, αναλόγως του τύπου του θυρεοειδικού καρκίνου, η χορήγηση θεραπευτικής δόσης ραδιενεργού ιωδίου, με σκοπό την καταστροφή πιθανής ύπαρξης υπολειμματικών κακοήθων κυττάρων ή/και λεμφαδενικών μικρομεταστάσεων, που λόγω ότι είναι κύτταρα και όχι μάζα ή κακοήθης ιστός δεν φαίνονται στις προεγχειρητικές απεικονιστικές εξετάσεις ή διεγχειρητικά, ακόμα και αν χειρουργούσαμε με μικροσκόπιο. 

Η θεραπευτική προσέγγιση ολοκληρώνεται με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η εξωσωματική ακτινοβολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προεγχειρητική ή συμπληρωματική θεραπεία στα αναπλαστικά καρκινώματα ενώ η χημειοθεραπεία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και μόνο για τα αναπλαστικά (προ- ή μετεγχειρητικά), καθώς παρουσιάζει αμφίβολα ή καθόλου αποτελέσματα. Ο ασθενής μετά από την επέμβαση και την οποιαδήποτε συμπληρωματική θεραπεία στην οποία υποβληθεί, τίθεται σε τακτική παρακολούθηση από τη θεράπουσα ενδοκρινολογική ομάδα για την έγκαιρη διαπίστωση πιθανής υποτροπής. 

Πότε είναι απαραίτητος ο τραχηλικός λεμφαδενικός καθαρισμός; 

Αρκετά συχνά η χειρουργική θεραπεία της θυρεοειδικής κακοήθειας απαιτεί εκτός της βασικής επέμβασης και το συμπληρωματικό ριζικό λειτουργικό λεμφαδενικό καθαρισμό του τραχήλου. Αυτό το ενδεχόμενο περιλαμβάνει την αφαίρεση των λεμφαδένων και του κυτταρολιπώδους ιστού από το κεντρικό (τμήμα 6 κατά Robbins) ή τα πλάγια τμήματα του τραχήλου (τμήματα 2-5 κατά Robbins), όταν έχει διαγνωστεί διά ιστολογικής επιβεβαίωσης ή υπάρχει ισχυρότατη υποψία ότι περιέχουν μεταστατικές κακοήθεις εστίες. 

Στην ασφαλή διενέργεια του τραχηλικού λεμφαδενικού καθαρισμού τα τελευταία χρόνια συμβάλλει η χρήση νευροπαρακολούθησης που μας δίνει πληροφορίες διεγχειρητικά για τη λειτουργική κατάσταση όλων των νευρικών δομών. 

Υπάρχουν δύο τύποι λεμφαδενικού καθαρισμού: 

Κεντρικός τραχηλικός λεμφαδενικός καθαρισμός 

Κατά τη διάρκεια αυτού, αφαιρούνται οι προλαρυγγικοί, προτραχειακοί και παρατραχειακοί λεμφαδένες και ο κυτταρολιπώδης ιστός που εντοπίζονται ανατομικά μεταξύ των 2 κοινών καρωτίδων, του υοειδούς οστού και της στερνικής εντομής, που ουσιαστικά είναι οι λεμφαδένες πέριξ του θυρεοειδούς . Η επέμβαση διενεργείται από την τομή της θυρεοειδεκτομής ( μικρή εγκάρσια τομή στην πρόσθια επιφάνεια του κατώτερου τμήματος του τραχήλου) και απαιτεί ιδιαίτερη εμπειρία και εξειδίκευση γιατί στην περιοχή υπάρχουν ευπαθείς δομές (παραθυρεοειδείς αδένες) και μείζονα νευρικά (λαρυγγικά νεύρα) και αγγειακά στελέχη που υπάρχει κίνδυνος να τραυματιστούν. 

Πλάγιος λειρουργικός ετερόπλευρος ή αμφοτερόπλευρος τραχηλικός λεμφαδενικός καθαρισμός 

Πρόκειται για μία εξαιρετικά λεπτή χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαιρούνται οι λεμφαδένες και ο κυτταρολιπώδης ιστός της μιας πλάγιας ή και των δύο πλαγίων τραχηλικών χωρών επί τα εκτός των καρωτίδων, μεταξύ στερνοκλειδομαστοειδούς και τραπεζοειδούς μυός. Η επέμβαση αυτή πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένο χειρουργό ενδοκρινών αδένων, διότι από την εν λόγω ανατομική περιοχή διέρχονται μείζονα αγγεία - λεμφαγγεία (καρωτίδα-έσω σφαγίτιδα, μείζων θωρακικός πόρος κ.α ) και πολύ σημαντικά νεύρα για τη λειτουργία του οργανισμού όπως το βραχιόνιο πλέγμα (νεύρωση του άνω άκρου), το φρενικό νεύρο (νευρώνει το διάφραγμα και άρα είναι εξαιρετικά σημαντικό για τις αναπνευστικές κινήσεις), το υπογλώσσιο (κινεί τη γλώσσα), το παραπληρωματικό (νευρώνει τον τραπεζοειδή και τον στερνοκλειδομαστοειδή μυ και είναι απαραίτητο για την ανύψωση της ωμοπλάτης) και το πνευμονογαστρικό νεύρο (νευρώνει τον πεπτικό σωλήνα, την καρδιά και το λάρυγγα). 

Οι κακώσεις των προαναφερθέντων νεύρων μπορεί να αποφέρουν σημαντικότατα προβλήματα στους ασθενείς, τα οποία εξαρτώνται από την εντόπιση και το είδος της κάκωσης. Η τομή είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που πραγματοποιείται για τον κεντρικό τραχηλικό καθαρισμό αλλά το αισθητικό αποτέλεσμα είναι άριστο.

medicalblog.gr

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ