Το στρες της εργαζόμενης μαμάς, το άγχος αποχωρισμού στο παιδί

15 Απριλίου 2016

Αναφέρω κάποια αποσπάσματα από τις συζητήσεις μου με παιδιά ηλικίας 9 έως 12 ετών που οι μητέρες τους εργάζονται: «Παλιότερα», λέει ο Γιάκομπ, «το μόνιμο θέμα μέσα στο σπίτι ήταν τα μαθήματα και το σχολείο. Ήταν τρομερό και είχαμε συνέχεια καβγάδες. Και η μητέρα μου ανησυχούσε συνεχώς για μένα. Με πήγαινε στο σχολείο με το αυτοκίνητο. Ερχόταν και στο σύλλογο γονέων. Κι έτσι δεν ήμουν ποτέ μόνος μου στο σχολείο. Παντού χωνόταν κι εκείνη. Πιστεύω πως είναι πολύ καλύτερα τώρα που δουλεύει και σκέφτεται επιτέλους και τον εαυτό της!».

«Κι εγώ το ίδιο πιστεύω κατά βάθος», συνεχίζει κάπως διστακτικά ο Νόρμπερτ, «μόνο που τώρα πρέπει να βοηθάω περισσότερο στο νοικοκυριό, να ετοιμάζω το τραπέζι, να πλένω τα πιάτα κ.τ.λ. Αυτό, για να είμαι ειλικρινής, δεν μου πολυαρέσει. Και μερικές φορές τρώω μόνος μου. Από αυτή την άποψη ήταν καλύτερα πριν. Αλλά γενικά η μαμά έχει καλύτερη διάθεση από τότε που δουλεύει. Και μου δίνει και περισσότερο χαρτζιλίκι. Αλλά νομίζω πως το κάνει μόνο και μόνο επειδή έχει τύψεις!».

Ακούγοντάς τον, η Τζέσικα κουνάει το κεφάλι της: «Καλά, τώρα είμαι μεγαλύτερη. Αλλά παλιότερα δε μ’ άρεσε καθόλου, όταν γύριζα απ’ το σχολείο και δεν εύρισκα κανένα στο σπίτι. Στενοχωριόμουν πολύ. Τώρα όμως πιστεύω πως είναι καλύτερα έτσι. Όταν ακούω από την Κατρίν πόσες ερωτήσεις τής κάνει η μητέρα της, όταν φτάνει στο σπίτι, το βρίσκω πραγματικά απαίσιο. Εγώ μπορώ να προγραμματίζω μόνη μου το χρόνο μου, η μητέρα μου κάνει έλεγχο μόνο το βράδυ».

«Ναι», συμπληρώνει η Νίνα, «το βλέπω κι εγώ. Είμαι πολύ υπερήφανη για κείνη. Έπρεπε να τα βάλει με όλους: Με τη γιαγιά και τον παππού, αλλά και με τον μπαμπά. Δεν ήταν εύκολο. Κι όταν υπήρχαν προβλήματα με μένα, έλεγαν ότι φταίει εκείνη. Το έβρισκα πολύ άδικο. Αλλά μετά ο μπαμπάς ηρέμησε κάπως και τώρα βοηθάει ακόμα και στο νοικοκυριό. Ε, λοιπόν», καταλήγει, «θέλω κι εγώ να δουλεύω, όταν μεγαλώσω».

Στις έρευνες που διαβάζουμε στα περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας τίθεται συνήθως το ερώτημα αν η επαγγελματική δραστηριότητα της μητέρας επηρεάζει αρνητικά τη νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Οι έρευνες αυτές δεν είναι απαλλαγμένες από τις προκαταλήψεις γύρω από αυτό το θέμα («Η γυναίκα μου πρέπει να είναι στο σπίτι!», «Όταν η μητέρα λείπει τα παιδιά παίρνουν τον κακό δρόμο!»). Θεωρούν την απουσία της μητέρας συναισθηματικό έλλειμμα που αναγκαστικά δημιουργεί έντονα προβλήματα στο παιδί. Κυριαρχεί η εικόνα των καημένων, παραμελημένων, μοναχικών παιδιών που στοιχειώνει εδώ και δεκαετίες την κοινή γνώμη.

Τα παιδιά όμως έχουν τις δικές τους απόψεις που δείχνουν πως μπορούν να χειριστούν δημιουργικά την απουσία της μητέρας που εργάζεται. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι πάντα ευτυχισμένα και δεν αντιμετωπίζουν καμιά δυσκολία. Οι καθημερινές συνθήκες ζωής, όποιες κι αν είναι, αφήνουν πάντα τα ίχνη τους στην παιδική ψυχή. Αυτό ισχύει είτε η μητέρα εργάζεται 8 ώρες τη μέρα είτε 4. Δεν αντιδρούν όλα τα παιδιά με χαρά ή με 

νόηση, όταν πρέπει να αποχωριστούν τη μητέρα τους κάθε πρωί. Και πολλά παιδιά στενοχωριούνται, όταν η μητέρα τους δεν μπορεί να τα πάρει από το νηπιαγωγείο, επειδή είναι στο γραφείο εκείνη την ώρα, ή όταν γυρίζουν σπίτι απ’ το σχολείο και δεν τα υποδέχεται κανένας.

Η σταθερότητα της σχέσης ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί δεν απειλείται από την επαγγελματική δραστηριότητα της μητέρας. Οσο πιο αποφασισμένες είναι οι μητέρες να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να εργάζονται, τόσο πιο εύκολα μπορούν να δεχτούν τα παιδιά αυτή την κατάσταση. Ισχύει φυσικά και το αντίστροφο: Οσο περισσότερες ανασφάλειες και αμφιβολίες έχουν οι μητέρες σχετικά με το θέμα της δουλειάς, τόσο πιο έντονος είναι ο φόβος, τα κλαματα και η απελπισία των παιδιών που προσπαθούν να κρατήσουν τη μητέρα στο σπίτι.

Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από συζητήσεις με εργαζόμενες μητέρες που έχουν παιδιά ηλικίας 3 έως 6 χρονών: «Αν και ακούμε συνέχεια για τα πλεονεκτήματα που έχει η εργαζόμενη μητέρα», λέει η Μάρλιζ Μπέρενς, «εύκολα νιώθει κανείς ενοχές. Τα πρώτα χρόνια έμενα στο σπίτι, γιατί είχα ακούσει πόσο σημαντικό είναι το δέσιμο με το βρέφος, για να χτιστεί η πρωταρχική εμπιστοσύνη. Η Σβένια μου είναι τώρα 4 χρονών και όταν είναι άρρωστη ή έχει κάποιο πρόβλημα, νιώθω τύψεις που άρχισα να εργάζομαι πάλι σαν πωλήτρια πριν από ενάμισι χρόνο».

«Σας καταλαβαίνω», λέει η Ρόζα Άπελ, «όταν αφήνω τα πρωινά τη μικρή στο νηπιαγωγείο, εκείνη κλαίει σπαρακτικά. Πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου να φύγει, επειδή πρέπει να πάω στη δουλειά. Κι όταν βλέπω μετά τ’ άλλα παιδιά που δεν κλαίνε, ίσως επειδή οι μητέρες τους είναι πιο ψύχραιμες, με πονάει. Κι όταν ακούω μετά πως η Σάρα ηρεμεί πολύ γρήγορα, νιώθω καλύτερα, αλλά παρόλα αυτά ανησυχώ».

Ακούγοντάς την, η Βερόνικα Μέινχαρντ κουνάει το κεφάλι της: «Ακριβώς! Είναι αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα που μας δυσκολεύουν. Με τις καθημερινές δουλειές κουτσά στραβά τα βγάζω πέρα. Ο άντρας μου βοηθάει όσο μπορεί, αλλά και πάλι πολλά πρέπει να τα κάνω μόνη μου. Τα καταφέρνω όμως. Μόνο αυτός ο φόβος μήπως προκαλέσω ψυχικά τραύματα στα παιδιά επειδή τ* αφήνω μόνα, μ’ εξουθενώνει».

Στις συζητήσεις μου με εργαζόμενες μητέρες παρατηρώ το εξής: Μπορεί να χειρίζονται πολύ καλά τα διάφορα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν απ’ τη διπλή επιβάρυνση του νοικοκυριού και του ε 

τος, μπορεί ν’ αντιμετωπίζουν με γενναιότητα αυτές τις προκλήσεις και αποδεικνύονται ικανότατες στη διαχείριση του χρόνου, όταν όμως πρόκειται για τις συναισθηματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η επαγγελματική τους δραστηριότητα στον ψυχισμό των παιδιών τους, οι ενδοιασμοί και οι ανησυχίες τους είναι μεγάλες. Αμφιταλαντεύονται συχνά ανάμεσα στο καθήκον και τις προσωπικές τους επιθυμίες: Από τη μια ανησυχούν για το καλό του παιδιού, από την άλλη θέλουν να πραγματοποιήσουν κάποιες φιλοδοξίες και όνειρα πέρα από την οικογενειακή ζωή.

Υπάρχουν —είτε εκφράζονται ανοιχτά είτε όχι— δύο προκαταλήψεις ττου βασανίζουν τις εργαζόμενες μητέρες. Από τη μια υπάρχει ο ισχυρισμός ότι οι εργαζόμενες μητέρες φροντίζουν πολύ λίγο τα παιδιά τους. Όπως λέει μια μητέρα: «Πάντα κάτι συμβαίνει και το αποδίδω αμέσως στο γεγονός ότι εργάζομαι. Αρχίζω τότε να κατηγορώ τον εαυτό μου». Μια άλλη προσθέτει: «Θέλω να είμαι καλή μητέρα. Και καλή είμαι μόνο, όταν φροντίζω διαρκώς το παιδί μου».

Μια μητέρα που δεν εργάζεται, περνά κατά μέσο όρο περίπου 8 ώρες τη μέρα με τα παιδιά της, ενώ μια εργαζόμενη μητέρα μόνο 5'Λ ώρες. Πριν βιαστούμε όμως να ξεστομίσουμε, «Βλέπεις!», θα πρέπει να σκεφτούμε ότι οι άντρες των γυναικών που δεν εργάζονται ασχολούνται 2 ώρες περίπου τη μέρα με τα παιδιά, ενώ εκείνοι των εργαζόμενων γυναικών 4 Υι ώρες.

Αν αθροίσει κανείς τις ώρες, διαπιστώνει ότι τα παιδιά των εργαζόμενων μητέρων δεν βγαίνουν ζημιωμένα. Και κάτι ακόμα που δεν πρέπει να ξεχνάμε: Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο απ’ τους γονείς τους, τα παιδιά μαθαίνουν κι από τ’ άλλα παιδιά. Οι υπερπροστατευτικές μητέρες αφήνουν συχνά στα παιδιά πολύ λίγο χώρο και χρόνο ν’ αποκτήσουν τις δικές τους εμπειρίες μέσα από τη συναναστροφή τους με άλλα παιδιά. Από αυτή την άποψη τα παιδιά των εργαζόμενων μητέρων είναι σε καλύτερη θέση. Πρέπει να στηριχτούν περισσότερο στον εαυτό τους*.

Κι εδώ έρχεται η δεύτερη προκατάληψη, η βαθιά ριζωμένη άποψη ότι και μόνο η απουσία της μητέρας δημιουργεί σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά.

Χωρίς αμφιβολία η απουσία της εργαζόμενης μητέρας από το σπίτι είναι μια συναισθηματική πρόκληση για το παιδί, που δεν την αντιμετωπίζει συνήθως με χιούμορ αλλά με δάκρυα, πόνο, πείσμα, άρνηση και παθητικότητα. Αλλά ακόμα και τα πολύ μικρά παιδιά μπορούν να χειριστούν τους χωρισμούς:

Αν έχουν την αίσθηση πως ο χωρισμός είναι βραχυπρόθεσμος και γνωρίζουν ότι η μητέρα θα γυρίσει στην ώρα της μετά από ένα ορισμένο διάστημα.

 Αν μπορούν να εμπιστευτούν το άτομο που θ’ αναλάβει τη φροντίδα τους όσο η μητέρα λείπει. Είναι σημαντικό τα άτομα αυτά να μην αλλάζουν συνέχεια. Διαφορετικά το παιδί νιώθει ανασφάλεια και δυσπιστία και δύσκολα αφήνει τη μητέρα του.

Αν τα πρόσωπα που φροντίζουν το παιδί του φέρονται όπως περίπου και οι γονείς. Δεν ασχολούνται μόνο με τις πρακτικές του ανάγκες, καταλαβαίνουν την ανάγκη του για σεβασμό, αποδοχή και στοργή όπως και οι γονείς. Έτσι χτίζεται μια πρωταρχική εμπιστοσύνη και το παιδί αφήνεται σ’ αυτά τα πρόσωπα.

Όσο καλές κι αν είναι οι συνθήκες όμως, όταν πλησιάζει η ώρα του αποχωρισμού, αρχίζουν τα δύσκολα. Συχνά το παιδί αντιδρά με θυμό και οργή. Τα τελετουργικά δεν αποτρέπουν βέβαια τα συναισθήματα που γεννά ο χωρισμός, αλλά τα μετριάζουν κάπως, έτσι ώστε το παιδί να μην αισθάνεται ότι το έδαφος γλιστράει κάτω απ’ τα πόδια του:

Η Μαρία, 3 χρονών, έχει μαζί της ένα δαχτυλίδι της μαμάς περασμένο σε μια αλυσίδα που κρέμεται απ’ το λαιμό της. Όταν αισθάνεται ανασφάλεια, αγγίζει το δαχτυλίδι.

 Η Γκάμπι, 4 χρονών, έχει μαζί της το κασκόλ της μαμάς, επειδή «μυρίζει μαμά!» Τον πρώτο καιρό στο νηπιαγωγείο φοράει συνέχεια αυτό το κασκόλ

0 Τζόναθαν, 5 χρονών, έχει στην τσέπη του μια μπούκλα της μητέρας του. Όταν δεν αισθάνεται καλά την κοιτάει και τη χαϊδεύει.

Η Συμπίλε, 4 χρονών, βγάζει μόνη της τα παπούτσια, όταν μπαίνει στο νηπιαγωγείο, για να της δώσει τις παντόφλες η μαμά. Η μητέρα λέει τότε, «Αντίο!», σηκώνεται, πετάει ένα φιλί στην κόρη της και φεύγει, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει ξανά.

Ο Φριτς και η μητέρα του τραγουδούν το “τραγούδι του αποχωρισμού” κα αγκαλιάζονται για λίγο. Ο Φριτς της δίνει δυο φιλιά και μετά της λέει: «Τώρο μπορείς να φύγεις!».

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο βιβλίο Γονείς και παιδιά δίνοντας και παίρνοντας μαθήματα ανατροφής. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Θυμάρι για την ευγενική παραχώρηση του υλικού

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ