Οι φαρμακευτικές θεραπείες για τον διαβήτη τύπου 2;

11 Μαρτίου 2013


Ο πατέρας μου πάσχει από διαβήτη τύπου 2. Θα ήθελα να με ενημερώσετε για τις θεραπείες. Σε ποια περίπτωση χορηγείται ινσουλίνη; Τι πρέπει να προσέχει ο ασθενής  κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής 


Νίκος, 37 ετών 


Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 είναι μία ασθένεια που χρειάζεται μεγάλη προσοχή κατά την αντιμετώπισή της. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην φαρμακευτική θεραπεία και που περιλαμβάνει διάφορα σκευάσματα ανά περίπτωση. Απευθύναμε το ερώτημά σας στον κύριο Γεώργιο Δημητριάδη, καθηγητής Παθολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνο του Διαβητολογικού κέντρου στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αττικόν.


-Τι περιλαμβάνει η φαρμακευτική θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2;


Η φαρμακευτική θεραπεία ξεκινά με τη χορήγηση μετφορμίνης. H μετφορμίνη είναι καλά ανεκτή. Οι συχνότερα αναφερόμενες παρενέργειες αφορούν στο γαστρεντερικό σύστημα, ενώ η γαλακτική οξέωση είναι μία σοβαρή αλλά σπάνια επιπλοκή που εμφανίζεται κυρίως σε συνδυασμό με νεφρική ανεπάρκεια ή υποξυγοναιμία. Επί δυσανεξίας ή αντένδειξης χορήγησης μετφαρμίνης, μπορεί να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία ακαρβόζη, πιογλιταζόνη, σουλφονυλουρίες, σιταγλιπτίνη ή ρεπαγλινίδη.Σε περίπτωση αποτυχίας επίτευξης ή διατήρησης του θεραπευτικού στόχου με τη χορήγηση μετφορμίνης μπορεί να προστεθεί ένα δεύτερο αντιδιαβητικό σκεύασμα και συγκεκριμένα:


Σουλφονυλουρία. Οι σουλφονυλουρίες αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας και μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης πλάσματος, με κόστος όμως υπερινσουλιναιμία, αύξηση σωματικού βάρους και αυξημένο κίνδυνο υπογλυκαιμίας.


Πιογλιταζόνη. Είναι φαρμακευτικό σκεύασμα με ευνοϊκή δράση στο καρδιαγγειακό και στα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα. Σε κάποιες περιπτώσεις η χρήση της συνοδεύεται από κατακράτηση υγρών (οίδημα), ήπια αναιμία και αυξημένη πιθανότητα καταγμάτων. Δεν πρέπει να δίδεται σε άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νεοπλάσματος της ουροδόχου κύστης.


Αναστολείς DPP-4. Πρόκειται για νέα πρωτοποριακά δισκία (σιταγλιπτίνη, βιλνταγλιπτίνη, σαξαγλιπτίνη), τα οποία είναι καλά ανεκτά και δεν προκαλούν υπογλυκαιμίες.


Ανάλογα GLP-1. Πρόκειται για σκευάσματα τα οποία χορηγούνται ενέσιμα μία φορά (λιραγλουτίδη) ή δύο φορές (εξενατίδη) την ημέρα. Αποτελούν μια νέα, πολλά υποσχόμενη θεραπευτική κατηγορία, καλά ανεκτή, αποτελεσματική, χωρίς τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Επιπλέον η χορήγησή τους συνδυάζεται με μείωση του σωματικού βάρους.


Ινσουλίνη. Η πρώιμη έναρξη ινσουλινοθεραπείας είναι επιβεβλημένη ιδιαίτερα σε ασθενείς με εκσεσημασμένη υπεργλυκαιμία (γλυκόζη νηστείας >250 mg/dl, τυχαίες μετρήσεις γλυκόζης σταθερά > 300 mg/dl, HbA1c >10%) ή/και σημεία καταβολισμού (κετονουρία, πολυουρία, πολυδιψία, απώλεια σωματικού βάρους).


Εάν δεν επιτευχθεί ο στόχος με το συνδυασμό δύο φαρμάκων μπορεί να προστεθεί και τρίτο εκ των ανωτέρω. Αν αποτύχει η  επίτευξη στόχου και με τριπλό σχήμα, η μόνη θεραπευτική επιλογή είναι η χορήγηση ινσουλίνης.


Θεραπεία με ινσουλίνη: Ξεκινά με την προσθήκη μίας ένεσης ινσουλίνης μακράς δράσης (το βράδυ ή το πρωί). Το μόνο αντιδιαβητικό σκεύασμα για το οποίο υπάρχει ομοφωνία για συγχορήγηση με ινσουλίνη είναι η μετφορμίνη, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να διακόπτεται ακόμη και σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλινοθεραπείας. Άλλα σκευάσματα που έχουν ένδειξη για συγχορήγηση με ινσουλίνη είναι οι σουλφονυλουρίες, η ακαρβόζη, η πιογλιταζόνη, οι αναστολείς DPP-4 και τα ανάλογα GLP-1, χωρίς όμως να υπάρχει ομοφωνία για τη χρήση τους.


-Τι συνίσταται στον ασθενή κατά την φαρμακευτική θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2;


Ο αυτοέλεγχος των τιμών ζαχάρου στις περιπτώσεις αυτές είναι απαραίτητος. Ο ασθενής θα πρέπει να ελέγχει το ζάχαρό του το πρωί νηστικός και με βάση τις τιμές αυτές να αναπροσαρμόζει τη δόση της ινσουλίνης, έτσι ώστε να επιτύχει να ξεκινά την ημέρα του με ένα σάκχαρο 70-130 mg/dl.  Επιπλέον χρειάζεται να ελέγχει και τα μεταγευματικά ζάχαρα, καθώς με την πάροδο των ετών η έκκριση ινσουλίνης από το πάγκρεας μειώνεται περαιτέρω με αποτέλεσμα την ανάγκη χορήγησης περισσότερων δόσεων ινσουλίνης ημερησίως για να καλυφθούν και η μεταγευματική υπεργλυκαιμία.


Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προστεθεί άλλη μία ένεση ινσουλίνης (ταχείας δράσης) πριν από το μεγαλύτερο γεύμα. Προοδευτικά, καθώς η έκκριση ινσουλίνης ελαχιστοποιείται, χρειάζεται η προσθήκη τριών ενέσεων ινσουλίνης ταχείας δράσης (μίας πριν από κάθε κύριο γεύμα) που σε συνδυασμό με την ινσουλίνη μακράς δράσης (το βράδυ ή το πρωί) θα ρυθμίσουν την υπεργλυκαιμία καθόλη τη διάρκεια της ημέρας.


Στο διαβήτη τύπου 2 μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μίγματα ταχείας και μέσης δράσης ινσουλίνης (ένα, δύο ή και τρία) ημερησίως, κυρίως σε περιπτώσεις που κρίνεται επιθυμητό ένα σχήμα με όσο το δυνατό λιγότερες ενέσεις ημερησίως, καθώς και σε περιπτώσεις που οι στόχοι ρύθμισης είναι λιγότερο αυστηροί (όπως για παράδειγμα σε άτομα μεγάλης ηλικίας). Η θεραπεία με μίγματα απαιτεί αυστηρότερο προγραμματισμό, όσον αφορά στα γεύματα αλλά και στη σωματική δραστηριότητα για την αποφυγή υπογλυκαιμιών αλλά και υπεργλυκαιμικών αιχμών.


 
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ