Αϋπνία: Η αντιμετώπισή της με ψυχοθεραπεία

27 Απριλίου 2016

Η αϋπνία είναι μια διαταραχή του ύπνου που συνδέεται με διάφορα προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας. Ποιος ειναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να θεραπευτεί; 

Aπό την εκπαιδευτική συμβουλευτική ψυχολόγο Δρ. Καλλιόπη Εμμανουηλίδου 

Ενα Σαββατοκύριακο, πριν από μερικά χρόνια, αποκοιμήθηκα την ώρα που γυρνούσα τη σελίδα ενός βιβλίου που διάβαζα στις κόρες μου. Τότε κατάλαβα ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου να κάνω κάτι για την αϋπνία που με ταλαιπωρούσε επί πολλά χρόνια. Ωστόσο, όπως τελικά αποδείχθηκε, ο δρόμος προς τη θεραπεία διερχόταν όχι μέσα από τα χάπια και τα σκευάσματα αλλά από τα επιστημονικά δεδομένα και τα στοιχεία που υπάρχουν, όπως και από τις συνήθειες στην καθημερινότητά μου που έκαναν τελικά τη νύχτα μέρα.
Η αϋπνία είναι κάτι πολύ σύνηθες στον σύγχρονο κόσμο. Υπολογίζεται ότι περίπου το 30% των ενηλίκων παραπονούνται ότι εμφανίζουν τέτοια συμπτώματα συχνά. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι δεν μεταβάλλονται όλοι όσοι πάσχουν από αϋπνία σε ζόμπι. Η χρόνια αϋπνία, η οποία προκαλεί προβλήματα, είναι μάλλον ασθένεια με πολλές επιπλοκές στην υγεία μας. Επηρεάζει το βιολογικό μας ρολόι και την κανονικότητα που έχει ανάγκη ο ανθρώπινος οργανισμός για να λειτουργήσει σωστά. Ομως οι περισσότεροι πάσχοντες λειτουργούν αρκετά καλά κατά τη διάρκεια της ημέρας, παρότι οι περισσότεροι δεν υποβάλλονται σε καμιά θεραπεία.
Εχω ταλαιπωρηθεί από αϋπνία και, όπως τουλάχιστον αποδείχθηκε, μέρος του προβλήματος ήταν ότι περνούσα τον χρόνο που παρέμενα ξύπνια κάνοντας δουλειά. Σίγουρα το βιογραφικό μου είναι γεμάτο από επιτυχίες τις οποίες οφείλω εν μέρει στην αϋπνία μου. Αλλά χωρίς αμφιβολία αυτή η κατάσταση κατέστρεψε την καλή μου διάθεση, αλλά και την ικανότητά μου να διαβάσω ένα παιδικό βιβλίο στα παιδιά μου.
Η αϋπνία είναι ένα νόσημα που ομολογουμένως αξίζει να δώσουμε σημασία και να θεραπευθεί. Αν και είναι δύσκολο να αξιολογήσει κανείς τη σχέση αιτίου και αιτιατού, η χρόνια αϋπνία συνδέεται με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης άγχους, κατάθλιψης, υπέρτασης, διαβήτη αλλά και με συχνότερα ατυχήματα και διάφορους ανεξήγητους πόνους. Ταυτόχρονα η αϋπνία συνδέεται, όπως όλοι γνωρίζουμε με περιορισμένη παραγωγικότητα στην εργασία. Οι ευτυχείς ασθενείς που θεραπεύονται επιτυχώς νιώθουν σχεδόν άμεσα, καλύτερη διάθεση, αισθάνονται πιο υγιείς, λειτουργούν καλύτερα και έχουν λιγότερα συμπτώματα κλινικής κατάθλιψης.
Τα φάρμακα
Πέρα από τα διάφορα βοηθήματα που κυκλοφορούν στην αγορά αλλά και τις διάφορες μη φαρμακευτικές μεθόδους που επιστρατεύονται για να λύσουν το χρόνιο πρόβλημα, οι ειδικοί, επιμένουν ότι στην αντιμετώπιση της αϋπνίας διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο ο τρόπος με τον οποίο θα την αντιμετωπίσουμε. Χαρακτηρίζοντας, παραδείγματος χάρη, μία νύχτα λίγου ύπνου ως «κακή» και περιμένοντας να ακολουθήσει μία εξίσου «κακή» ημέρα, κατά πάσα πιθανότητα θα δούμε τις προσδοκίες μας να εκπληρώνονται, κάτι δηλαδή σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ταυτόχρονα είναι περισσότερο ή λιγότερο βέβαιο ότι θα επακολουθήσει και μία επόμενη κακή νύχτα. Στην πραγματικότητα η αϋπνία είναι μία κατάσταση του νου που τελικά μολύνει το σώμα.
Περισσότερο αποτελεσματική η ψυχοθεραπεία
Ποια, όμως είναι η καλύτερη θεραπεία για ένα τόσο δυσεπίλυτο πρόβλημα;
Υπάρχουν πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα τα οποία διαφημίζονται κατά κόρον και υπόσχονται ότι μπορούν να αποκοιμίσουν ακόμα και τα πιο ανήσυχα πνεύματα.
Ισως όμως είναι καλύτερο να γίνει μια συγκριτική μελέτη όλων αυτών των παρεχομένων λύσεων του προβλήματος προκειμένου να επιλεγεί η καλύτερη. Τέτοιες συγκριτικές μελέτες, που γίνονται πολύ συχνά από τους ειδικούς, υποδεικνύουν ότι τα διάφορα υπνωτικά που κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά δεν αποτελούν την καλύτερη θεραπεία παρά τις υποσχέσεις των διαφημίσεών τους.
Η γνωσιακή θεραπεία της συμπεριφοράς φαίνεται ότι τα καταφέρνει καλύτερα, παρότι δεν είναι λίγοι αυτοί που αγνοούν τις επιταγές της λεγόμενης «υγιεινής του ύπνου» όπως είναι, παραδείγματος χάρη, η αποχή από την κατανάλωση οινοπνεύματος ή καφεΐνης κοντά στην ώρα του ύπνου και η διατήρηση του κρεβατιού ως ενός χώρου που κοιμόμαστε μόνο.
Σε μία κλινική μελέτη συγκρίθηκε η αποτελεσματικότητα της γνωσιακής θεραπείας της συμπεριφοράς με αυτή της δραστικής ουσίας στο σκεύασμα Restoril σε ασθενείς μεγαλύτερους των 55 ετών. Οπως διαπιστώθηκε η πρώτη μέθοδος κατέληξε σε περισσότερες βελτιώσεις του ύπνου με μεγαλύτερη διάρκεια. Ομως και άλλες μελέτες που έγιναν έδειξαν ότι η γνωσιακή θεραπεία της συμπεριφοράς κατάφερνε να διώξει την αϋπνία καλύτερα από τα διάφορα εξειδικευμένα φαρμακευτικά σκευάσματα.
Μεγάλη και συστηματική αξιολόγηση του συγκεκριμένου τύπου ψυχοθεραπείας δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Annals of Internal Medicine. Η μελέτη καταφέρνει να δείξει πόση ανακούφιση μπορεί να φέρει η συγκεκριμένη θεραπευτική προσέγγιση.
Συνδυάζοντας τα δεδομένα από 20 κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 1.000 ασθενείς με χρόνια αϋπνία, οι συντάκτες της μελέτης υπολόγισαν τη βελτίωση της κατάστασης που επήλθε μετά την ψυχοθεραπεία συγκριτικά με αυτή που επήλθε χωρίς ο άρρωστος να υποβληθεί σε οποιαδήποτε θεραπεία.
Κατά μέσο όρο, οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία κοιμόντουσαν 20 λεπτά ταχύτερα και παρέμεναν ξύπνιοι την νύχτα κατά μισή ώρα λιγότερο από τους υπολοίπους που δεν είχαν υποβληθεί σε θεραπεία. Επίσης, η συνολική ώρα που περνούσαν κοιμώμενοι όταν έπεφταν στο κρεβάτι αυξήθηκε κατά 10%. Τα αποτελέσματα της ψυχοθεραπείας ήταν παρόμοια ή και καλύτερα από αυτά των διαφόρων υπνωτικών, ενώ είχαν και μεγαλύτερη διάρκεια.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ