Σουφραζέτες στην αντεπίθεση

30 Απριλίου 2016

Του Daniel Paris-Clavel (καλλιτεχνικός δημιουργός και υπεύθυνος της επιθεώρησης "ChériBibi", η οποία είναι αφιερωμένη στη λαϊκή κουλτούρα, www.cheribibi.net)

επιμέλεια Βασίλης Παπακριβόπουλος, εφημερίδα Αυγή

 

Το 1903, η Έμελιν Πάνκχαρστ (1858-1928), απογοητευμένη από την αναβλητικότητα και την προσκόλληση στη μη βία που χαρακτήριζαν τις οργανώσεις των σουφραζετών, ίδρυσε μαζί με τις κόρες της Κρίσταμπελ (1880-1958) και Σίλβια (1882-1960) την Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών (WSPU, Women's Social and Political Union). Όταν η Έμελιν έφτυσε, το 1905, έναν αστυνομικό, ξεκίνησε μια σειρά αυθαίρετων συλλήψεων εναντίον των μελών της οικογένειας Πάνκχαρστ και των γυναικών που είχαν στρατευθεί στη WSPU.

Πολύ σύντομα, η οργάνωση έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της, καθώς ήδη από το 1910 η Έμελιν Πάνκχαρστ διακήρυξε ότι η άμεση δράση αποτελούσε την καλύτερη λύση για να τραβήξουν την προσοχή. Σε αυτή την απόφαση συνέβαλε και η «Μαύρη Κυριακή», η απίστευτα βίαιη καταστολή από την αστυνομία μιας φεμινιστικής διαδήλωσης. Αυτές που τα μέσα ενημέρωσης αποκάλεσαν «σουφραζέτες» θα αρχίσουν να επιτίθενται στην ιερή για τα δεδομένα της εποχής ιδιοκτησία, σπάζοντας βιτρίνες, καίγοντας μερικές εξοχικές βίλες και καταστρέφοντας γήπεδα γκολφ ή τους βασιλικούς βοτανικούς κήπους.

Ωστόσο, όλοι οι ηθελημένοι βανδαλισμοί, για τους οποίους οι σουφραζέτες αναλάμβαναν πλήρως την ευθύνη και οι οποίοι συνδύαζαν την κοινωνική ανυπακοή με το σαμποτάζ, δεν μπορούσαν με τίποτα να συγκριθούν με την αντρική βία που υφίσταντο καθημερινά: θύματα εξοστρακισμού στον χώρο εργασίας τους, στον δρόμο τα μέλη του κινήματος δέχονταν βροχή τις βρισιές όταν διαδήλωναν, ενώ συχνά οι άντρες τις πετροβολούσαν. Στις ομιλίες τους, άντρες ανέβαιναν στο βήμα και χτυπούσαν τις ομιλήτριες κάτω από το κοροϊδευτικό βλέμμα των αστυνομικών που περίμεναν τη σειρά τους για να πάρουν τη σκυτάλη της βίας. Κι όταν οι φυλακισμένες ακτιβίστριες ακολουθούσαν το σύνθημα της οργάνωσης για απεργία πείνας, τους χορηγούσαν τροφή βιαίως.

Ανησυχώντας για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό (αρρένων) πολιτών οι οποίοι συγκινούνταν από τα εν λόγω βασανιστήρια, οι αρχές θέσπισαν, το 1913, τον νόμο «Cat and Mouse Act»: οι γυναίκες απεργοί πείνας ελευθερώνονταν όταν η κατάστασή τους επιδεινωνόταν υπερβολικά, για να ξανασυλληφθούν και πάλι όταν είχε αποκατασταθεί η υγεία τους. Για τις σουφραζέτες, αρχίζει να γίνεται επιτακτική ανάγκη η ακύρωση του ανελέητου παιχνιδιού της γάτας με το ποντίκι που αποσκοπούσε ανοιχτά στο τσάκισμα του κινήματος.

Το 1913, καθώς η WSPU βρισκόταν αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου καταστολή, η Σίλβια Πάνκχαρστ πρότεινε να δημιουργήσει η WSPU μια ομάδα περιφρούρησης η οποία θα προστάτευε τις διαδηλώτριες από τις επιθέσεις των αστυνομικών δυνάμεων. Έτσι προέκυψαν οι Bodyguard, μια ομάδα περίπου σαράντα γυναικών που εκπαιδεύτηκαν από την Έντιθ Γκάρουντ, η οποία μάλιστα δημιούργησε και κρύπτες με όπλα κάτω από τα τατάμι του dojo της. Την ηγεσία της ομάδας ανέλαβε η Γκέρτρουντ (Γκερτ) Χάρντινγκ (1889-1977), Καναδή που ζούσε στο Λονδίνο από το 1912 και είχε γίνει διάσημη επειδή είχε ξεριζώσει τις ορχιδέες των Βασιλικών Κήπων. Μάλιστα, το κατόρθωμά της είχε αρχικά αποδοθεί από τις αρχές σε άνδρες, καθώς δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν ότι ήταν δυνατόν να σκαρφαλώσουν γυναίκες τον περίβολο των κήπων.

Τα μέλη της Bodyguard ανέλαβαν την προστασία των εκδηλώσεων και των διαδηλώσεων του κινήματος: έκρυβαν κάτω από τα φουστάνια τους τούβλα, κορίνες στίβου ή κλομπ που είχαν κλέψει από αστυνομικούς τους οποίους είχαν αφοπλίσει. Για να αντισταθμίσουν την αριθμητική τους κατωτερότητα, επέδειξαν απίστευτο θάρρος και εφευρετικότητα. Οι σοβαροί τραυματισμοί των ακτιβιστριών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο. Όφειλαν να έχουν οργανώσει προσεκτικά το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαν και να έχουν προβλέψει οδούς διαφυγής ή αναδίπλωσης. Επιπλέον, πολλές από αυτές μεταμφιέζονταν σε σωσίες των ακτιβιστριών που είχαν στοχοποιήσει και αναζητούσαν οι αστυνομικοί -κυρίως της Έμελιν Πάνκχαρστ-, δημιουργώντας αντιπερισπασμό και αναγκάζοντας τους αστυνομικούς να τρέχουν πάνω κάτω κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων.

Ο Τύπος, που έδωσε εξαιρετική προβολή στα κατορθώματά τους, τις αποκάλεσε «Αμαζόνες» ή «Σουφραζίτσου», ενώ οι κυβερνητικοί παράγοντες τραβούσαν κυριολεκτικά τα μαλλιά τους με αυτές τις γυναίκες που είχαν γελοιοποιήσει την εξουσία, ακόμα και ξεβρακώνοντας τους αστυνομικούς, κόβοντας τις τιράντες που συγκρατούσαν το παντελόνι τους. Όπως έγραψε η Έμελιν Πάνκχαρστ αποτίοντας φόρο τιμής στις γυναίκες που είχαν αναλάβει την προστασία της, «οι μαχήτριές μας είναι σε μεγάλη φόρμα και ιδιαίτερα υπερήφανες για τα κατορθώματά τους (...). Μια σύντροφός μας που της άνοιξαν το κεφάλι οι αστυνομικοί, αρνήθηκε τα ράμματα γιατί ήθελε να μείνει μια όσο το δυνατόν περισσότερο εμφανής ουλή. Πραγματική νοοτροπία πολεμίστριας!» (Αναφέρεται στο Tony Wolf, Edith Garrud: «The Suffragette Who Knew Jujutsu», Lulu.com, 2009. Βλέπε επίσης «Suffrajitsu: Mrs. Pankhurst's Amazons», των Tony Wolf και Joao Vieira, Jet City Comics, Τακόμα Ουάσιγκτον, 2015)

Όμως, και η αστυνομία έμαθε με τη σειρά της να καταφεύγει σε τεχνάσματα. Τo 1913, συνέλαβε την Έμελιν Πάνκχαρστ κατά την επιστροφή της από το ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες πάνω στο καράβι, για να αποφύγει την επέμβαση των Bodyguard που περίμεναν στην προκυμαία. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, οι bobbies αρκούνταν σε μαζικές επελάσεις κραδαίνοντας τα κλομπ τους, ποντάροντας στην αριθμητική υπεροχή τους και τη βιαιότητά τους. Χαρακτηριστική υπήρξε η «μάχη της Γλασκώβης» το 1914: κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης της WSPU, η Έμελιν Πάνκχαρστ κατόρθωσε να ξεγελάσει την αστυνομική επιτήρηση, καθώς είχε μεταμφιεστεί σε απλή θεατή. Ωστόσο, όταν κατόρθωσε να φτάσει μέχρι την εξέδρα, 50 αστυνομικοί επιτέθηκαν στην ομιλήτρια, την οποία υπερασπίζονταν 30 Bodyguard. Τη σκηνή παρακολούθησαν σοκαρισμένοι 4.000 θεατές. Η βιαιότητα και ο αυθαίρετος χαρακτήρας της σύλληψης, τη στιγμή μάλιστα που η εκδήλωση είχε πραγματοποιηθεί νόμιμα, κατόπιν αδείας, οδήγησε πολλούς αναποφάσιστους να προσχωρήσουν στις ιδέες που προωθούσαν οι σουφραζέτες.

Μετά την είσοδο του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, η Έμελιν Πάνκχαρστ επέλεξε να θέσει τέλος στη δράση της WSPU, να διαλύσει τις Bodyguard και να καλέσει τις Αγγλίδες να στηρίξουν την εθνική προσπάθεια. Αυτή η απόφαση, η οποία αποσκοπούσε στο να υπογραμμιστεί ο ρόλος των γυναικών, να αποδειχθεί ότι αποτελούν υπεύθυνους πολίτες και να αποκτήσουν νομιμοποίηση οι διεκδικήσεις τους για αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, απέδωσε καρπούς το 1918. Ωστόσο, προκάλεσε την οριστική ρήξη ανάμεσα στη Σίλβια Πάνκχαρστ -η οποία είχε προσχωρήσει στους κομμουνιστές οπαδούς των εργατικών συμβουλίων- και τη μητέρα της. Η τελευταία, ολοένα περισσότερο τρομοκρατημένη από την προοπτική της κομμουνιστικής επανάστασης, κατέληξε να ενταχτεί, το 1925, στο Συντηρητικό Κόμμα. Όσο για την Έντιθ Γκάρουντ, συνέχισε να παραδίδει μαζί με τον άντρα της μαθήματα ζίου ζίτσου, έχοντας αποκτήσει μεγάλη φήμη ως η πρώτη Δυτική γυναίκα που δίδαξε πολεμικές τέχνες.

Στην απέναντι πλευρά της Μάγχης, στη Γαλλία, αυτές οι ατρόμητες «ζιουζιτσουφραζέτες» προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Ένα από τα άτομα που επηρεάστηκαν από αυτές υπήρξε η Μαντλέν Πελετιέ (1874-1939), η πρώτη γυναίκα ψυχαναλύτρια και στρατευμένη ελευθεριακή σοσιαλίστρια. Μετά από τη συμμετοχή της, το 1908, σε μια διαδήλωση που είχαν οργανώσει οι σουφραζέτες του Λονδίνου, έγραψε τα εξής στην εφημερίδα της «La Suffragiste», υπερασπιζόμενη τον εξαιρετικά βίαιο ακτιβισμό των Βρετανίδων συντρόφων της: «Σίγουρα, το να σπάσεις ένα τζάμι δεν αποτελεί επιχείρημα. Ωστόσο, εάν η κοινή γνώμη κωφεύει απέναντι στα επιχειρήματά μας και ευαισθητοποιείται μονάχα μπροστά στα σπασμένα τζάμια, τότε κι εμείς τι θα κάνουμε; Φυσικά, θα σπάσουμε τα τζάμια».

Την ίδια νοοτροπία ενσάρκωσε με αξιοθαύμαστο τρόπο -μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον- η ποιήτρια Κιού Ζιν (1875-1907), η «πρώτη Κινέζα φεμινίστρια»,η οποία αγωνίστηκε μεταξύ άλλων εναντίον της παράδοσης των σφιχτοδεμένων ατροφικών ποδιών των γυναικών. [Κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, αναπτύχθηκε στην Κίνα μια αντίληψη περί γυναικείας ομορφιάς σύμφωνα με την οποία τα ατροφικά γυναικεία πόδια θεωρούνταν εξαιρετικά όμορφα, καθώς θύμιζαν το εξαιρετικά προσφιλές στους Κινέζους σχήμα του λωτού (αυτό σήμαινε ταυτόχρονα και «αρχοντιά», καθώς η ανάπηρη κάτοχός τους δεν μπορούσε να δουλέψει στα χωράφια, αν και αργότερα επεκτάθηκε και σε πολλές χωρικές -οι «όμορφες» ήταν περιζήτητες στα πορνεία). Σε ηλικία 2-5 ετών, έσπαγαν τα δάχτυλα των ποδιών των κοριτσιών και στη συνέχεια τύλιγαν πολύ σφιχτά το πόδι για να μη μεγαλώσει. Μεγάλος αριθμός κοριτσιών πέθαναν από τις μολύνσεις. Το βάρβαρο αυτό «έθιμο» καταργήθηκε από την κομμουνιστική κυβέρνηση.]

Η Κιού Ζιν έμαθε ιαπωνικές και κινεζικές πολεμικές τέχνες για να προετοιμάσει την εξέγερση εναντίον της μαντζουριανής δυναστείας. Δίδαξε Φυσική Αγωγή σε σχολές κορασίδων, τις οποίες επιπλέον μύησε στη χρήση των όπλων και προκάλεσε σκάνδαλο όταν παρακίνησε τις μαθήτριές της να μάθουν ένα επάγγελμα. Αποκεφαλίστηκε το 1903 με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος. (Βλέπε Suzanne Bernard, Qiu Jin, «Féministe, poète et révolutionnaire», Le Temps des Cérises, Μοντρέιγ Γαλλία, 2006.)

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ