Alice Munro: Η αγάπη μιας καλής γυναίκας-προδημοσίευση

8 Μαΐου 2016

Προδημοσίευση από την ανθολογία διηγημάτων της Alice Munro Η αγάπη μιας καλής γυναίκας, σε μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο στις 11 Μαΐου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός, bookpress.gr 

Όταν η Ίνιντ ήταν είκοσι χρονών και κόντευε να τελειώσει την εκπαίδευσή της ως νοσηλεύτρια, ο πατέρας της πέθαινε στο νοσοκομείο του Γουόλι. Τότε ήταν που της είπε: «Δεν ξέρω αν μου αρέσει αυτή η καριέρα που διάλεξες. Δεν θέλω να δουλεύεις σ’ ένα τέτοιο μέρος».

Η Ίνιντ έσκυψε και τον ρώτησε σε τι μέρος νόμιζε ότι βρισκόταν. «Στο νοσοκομείο του Γουόλι βρισκόμαστε» του είπε.

«Αυτό το ξέρω» της απάντησε ο πατέρας της με τον ήρεμο και λογικό τόνο με τον οποίο μιλούσε πάντα (ήταν ασφαλιστής και κτηματομεσίτης). «Ξέρω για τι πράγμα μιλάω. Υποσχέσου μου ότι δεν θα το κάνεις».

«Ότι δεν θα κάνω τι;» είπε η Ίνιντ.

«Ότι δεν θα κάνεις αυτή τη δουλειά» απάντησε ο πατέρας της. Αδύνατον να του αποσπάσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση. Έσφιγγε τα χείλη του λες και οι ερωτήσεις της του προκαλούσαν αποστροφή. «Υποσχέσου», αυτό μόνο έλεγε.

«Μα τι είναι όλη αυτή η ιστορία;» ρώτησε η Ίνιντ τη μητέρα της, κι εκείνη της είπε: «Ω, έλα τώρα. Υποσχέσου το. Τι σημασία έχει έτσι κι αλλιώς;».

Η Ίνιντ θεώρησε εξοργιστική την απάντηση, αλλά δεν τη σχολίασε. Σύναδε με τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα της έβλεπε πολλά πράγματα.

«Δεν πρόκειται να υποσχεθώ κάτι που δεν καταλαβαίνω» είπε. «Μάλλον δεν πρόκειται να υποσχεθώ τίποτα έτσι κι αλλιώς. Αν όμως ξέρεις για τι πράγμα μιλάει, πρέπει να μου το πεις».

«Είναι απλώς μια ιδέα που του έχει κολλήσει τώρα τελευταία» είπε η μητέρα της. «Του έχει κολλήσει ότι η νοσηλευτική εκχυδαΐζει τη γυναίκα».

«Εκχυδαΐζει» επανέλαβε η Ίνιντ.

Η μητέρα της της εξήγησε ότι η πλευρά της δουλειάς της νοσηλεύτριας με την οποία είχε αντίρρηση ο πατέρας της ήταν η οικειότητα που είχαν οι νοσοκόμες με τα αντρικά σώματα. Ο πατέρας της θεωρούσε –είχε αποφασίσει– ότι αυτή η οικειότητα θα άλλαζε μια κοπέλα και θ’ άλλαζε επιπλέον και τον τρόπο με τον οποίο θα την έβλεπαν οι άντρες. Θα κατέστρεφε όποια καλή ευκαιρία είχε και θα της έδινε άλλες ευκαιρίες που δεν θα ήταν τόσο καλές. Ορισμένοι άντρες δεν θα ενδιαφέρονταν πια γι’ αυτή και άλλοι θα ενδιαφέρονταν με άσχημο τρόπο.

«Όλα συνδέονται, υποθέτω, με την επιθυμία του να παντρευτείς» είπε η μητέρα της.

«Αν είναι έτσι, κρίμα» είπε η Ίνιντ.

Τελικά όμως την έδωσε την υπόσχεση. Και η μητέρα της είπε: «Ωραία, ελπίζω ότι αυτό θα σε κάνει ευτυχισμένη». Όχι «θα τον κάνει ευτυχισμένο». «Θα σε κάνει». Φαίνεται ότι η μητέρα της ήξερε πριν από την Ίνιντ τι πειρασμός θα ήταν αυτή η υπόσχεση. Η υπόσχεση στη νεκρική κλίνη, η αυταπάρνηση, η ολοκληρωτική θυσία. Κι όσο πιο παράλογη, τόσο το καλύτερο. Σ’ αυτό ακριβώς είχε ενδώσει. Κι όχι από αγάπη για τον πατέρα της μάλιστα (άφηνε να εννοηθεί η μητέρα της), αλλά για το ρίγος της συγκίνησης. Καθαρή ευγενής διαστροφή.

«Αν σου ζητούσε να παραιτηθείς από κάτι που δεν σ’ ένοιαζε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα του ’λεγες αποκλείεται» είπε η μητέρα της. «Αν, για παράδειγμα, σου ζητούσε να μην ξαναβάλεις κραγιόν. Θα συνέχιζες να βάζεις».

Η Ίνιντ τα άκουγε αυτά με υπομονετικό ύφος.

«Προσευχήθηκες γι’ αυτό;» είπε ξαφνικά η μητέρα της.

Η Ίνιντ απάντησε ναι.

Παράτησε τη σχολή νοσηλευτικής· έμεινε στο σπίτι και ασχολιόταν με διάφορα. Χρήματα υπήρχαν αρκετά, δεν είχε ανάγκη να εργάζεται. Εδώ που τα λέμε, η μητέρα της ήταν αυτή που δεν ήθελε εξαρχής να γίνει η Ίνιντ νοσοκόμα, ισχυριζόταν ότι αυτή η δουλειά ήταν για φτωχά κορίτσια, διέξοδος για κοπέλες που οι γονείς τους δεν μπορούσαν να τις συντηρήσουν ή να τις στείλουν στο πανεπιστήμιο. Η Ίνιντ δεν της υπενθύμισε αυτή την αντίφαση. Έβαφε κανέναν φράχτη, στερέωνε τις τριανταφυλλιές για τον χειμώνα. Έμαθε να ψήνει στον φούρνο και να παίζει μπριτζ, παίρνοντας τη θέση του πατέρα της στις παρτίδες που έπαιζε μια φορά την εβδομάδα η μητέρα της με τον κύριο και την κυρία Γουίλενς από δίπλα. Σε χρόνο μηδέν έγινε –όπως έλεγε ο κύριος Γουίλενς– σκανδαλωδώς καλή παίκτρια. Εκείνος υιοθέτησε τη συνήθεια να καταφτάνει με σοκολάτες ή ένα ροζ τριαντάφυλλο και να της τα προσφέρει για να αναπληρώσει τις δικές του ανεπάρκειες ως συμπαίκτης.

Πήγαινε για πατινάζ τα βράδια του χειμώνα. Έπαιζε μπάντμιντον.

Ποτέ δεν της έλειπαν οι φίλοι, και δεν της έλειψαν ούτε τώρα. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς με τους οποίους ήταν μαζί στην τελευταία τάξη του γυμνασίου τελείωναν το πανεπιστήμιο ή δούλευαν ήδη κάπου αλλού, δάσκαλοι, νοσοκόμες ή πτυχιούχοι λογιστές. Εκείνη όμως έπιασε φιλίες με άλλους που τα ’χαν παρατήσει πριν από την τελευταία χρονιά, για να εργαστούν σε τράπεζες, καταστήματα ή γραφεία, να γίνουν υδραυλικοί ή καπελούδες. Οι κοπέλες σ’ αυτή την ομάδα έπεφταν σαν τις μύγες, όπως έλεγαν η μία για την άλλη· έπεφταν με τα μούτρα στον γάμο. Η Ίνιντ οργάνωνε τις συγκεντρώσεις για τα γαμήλια δώρα και βοηθούσε στο τσάι για τα προικιά. Δυο χρόνια αργότερα έρχονταν τα βαφτίσια, όπου μπορούσε να περιμένει ότι θα ήταν περιζήτητη νονά. Παιδιά με τα οποία δεν είχε καμία συγγένεια μεγάλωναν αποκαλώντας τη θεία. Και ήταν ήδη ένα είδος επίτιμης κόρης για γυναίκες συνομήλικες της μητέρας της και μεγαλύτερες, η μόνη νέα γυναίκα που είχε χρόνο για τη Λέσχη Ανάγνωσης και τον Φυτοκομικό Σύλλογο. Έτσι, γρήγορα κι εύκολα, νέα ακόμη, γλιστρούσε σ’ αυτό τον ουσιαστικό, κεντρικό και παρ’ όλα αυτά απομονωμένο ρόλο.

Εδώ που τα λέμε, όμως, αυτός ήταν ο ρόλος της ανέκαθεν. Στο γυμνάσιο ήταν πάντα γραμματέας της τάξης ή υπεύθυνη για τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Ήταν δημοφιλής, κεφάτη, καλοντυμένη και εμφανίσιμη, αλλά ελαφρώς απομονωμένη. Είχε αγόρια φίλους, αλλά δεν είχε ποτέ αγόρι. Δεν φαινόταν να το ’χει επιλέξει αυτό, αλλά ούτε ανησυχούσε κιόλας. Την απορροφούσε η φιλοδοξία της: να γίνει ιεραπόστολος, σε μια αρχική αμήχανη φάση, και μετά να γίνει νοσοκόμα. Δεν είχε ποτέ σκεφτεί τη δουλειά της νοσοκόμας απλώς σαν κάτι που θα ’κανε ώσπου να παντρευτεί. Η ελπίδα της ήταν να είναι καλή και να κάνει το καλό, κι όχι απαραιτήτως με τον οργανωμένο, συνηθισμένο, συζυγικό τρόπο.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πήγε στον χορό του δημαρ­χείου. Ο άντρας που χόρευε μαζί της συχνότερα, τη συνόδευσε στο σπίτι της και την καληνύχτισε σφίγγοντάς της το χέρι ήταν ο διευθυντής του γαλακτοπωλείου, ένας σαραντάρης, ανύπαντρος, εξαιρετικός χορευτής, φίλος που συνόδευε σαν καλός θείος κοπέλες που ήταν απίθανο να βρουν συνοδό. Καμιά γυναίκα δεν τον έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά.

«Ίσως θα ’πρεπε να πας σε καμιά εμπορική σχολή» της είπε η μητέρα της. «Ή γιατί να μην πας στο πανεπιστήμιο;»

Όπου οι άντρες ξέρουν να εκτιμούν καλύτερα, θα σκεφτόταν ασφαλώς.

«Είμαι πολύ μεγάλη» απάντησε η Ίνιντ.

Η μητέρα της έβαλε τα γέλια. «Αυτό δείχνει απλώς πόσο νέα είσαι» της είπε. Έδειχνε ανακουφισμένη που διαπίστωνε ότι η κόρη της είχε μια δόση αφέλειας φυσιολογική για την ηλικία της με το να νομίζει ότι τα είκοσι ένα απείχαν τόσο πολύ από τα δεκαοχτώ.

«Δεν σκοπεύω να συναγελαστώ με παιδάκια που μόλις τέλειω­σαν το σχολείο» είπε η Ίνιντ. «Μιλάω σοβαρά. Για ποιον λόγο θες να με ξεφορτωθείς εν πάση περιπτώσει; Μια χαρά είμαι εδώ». Αυτή η μουτρωμένη ή απότομη αντίδραση φαινόταν επίσης να χαροποιεί και να καθησυχάζει τη μητέρα της. Έπειτα από λίγο, όμως, αναστέναξε και είπε: «Θα εκπλαγείς με το πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια».

Εκείνο τον Αύγουστο σημειώθηκαν ταυτόχρονα πολλά κρούσματα ιλαράς και μερικά πολιομυελίτιδας. Ο γιατρός που είχε κουράρει τον πατέρα της και είχε προσέξει πόσο ικανή ήταν στο νοσοκομείο τη ρώτησε αν θα ’θελε να βοηθήσει για ένα διάστημα, να φροντίζει ασθενείς κατ’ οίκον. Η Ίνιντ απάντησε ότι θα το σκεφτόταν.

«Θες να πεις ότι θα προσευχηθείς;» είπε η μητέρα της, και το πρόσωπο της Ίνιντ πήρε μια πεισματάρικη, αινιγματική έκφραση, που σε κάποιο άλλο κορίτσι θα αφορούσε ραντεβού με τον φίλο της.

«Εκείνη η υπόσχεση» είπε στη μητέρα της την επομένη. «Αφορούσε το αν θα εργαστώ σε νοσοκομείο, έτσι δεν είναι;»

Η μητέρα της απάντησε ναι, έτσι είχε καταλάβει και η ίδια. «Και το αν θα αποφοιτήσω και θα γίνω διπλωματούχος νοσηλεύτρια;»

Ναι, ναι.

Επομένως, αν υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ανάγκη από νοσηλεία κατ’ οίκον, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ή δεν ήθελαν να πάνε στο νοσοκομείο, και αν η Ίνιντ πήγαινε να τους φροντίσει στα σπίτια τους, όχι ως διπλωματούχος, αλλά ως αυτό που έλεγαν πρακτική νοσοκόμα, δεν θα παρέβαινε σχεδόν καθόλου την υπόσχεσή της, έτσι; Και δεδομένου ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς που θα χρειάζονταν τις φροντίδες της θα ήταν παιδιά ή λεχώνες ή γέροι ετοιμοθάνατοι, δεν θα υπήρχε μεγάλος κίνδυνος εκχυδαϊσμού, έτσι δεν ήταν;

«Αν οι μόνοι άντρες που θα βλέπεις είναι άντρες που δεν πρόκειται να ξανασηκωθούν από το κρεβάτι, έχεις κάποιο δίκιο» είπε η μητέρα της.

Δεν μπόρεσε όμως να μην προσθέσει ότι όλο αυτό σήμαινε πως η Ίνιντ είχε αποφασίσει να παρατήσει την προοπτική μιας αξιοπρεπούς εργασίας σε νοσοκομείο, για να κάνει μια άθλια και κοπιαστική δουλειά σε άθλια και πρωτόγονα σπίτια για πενταροδεκάρες. Η Ίνιντ θα αναγκαζόταν να αντλεί νερό από μολυσμένα πηγάδια, να σπάζει πάγο σε νιπτήρες τον χειμώνα, να παλεύει με τις μύγες και να χρησιμοποιεί υπαίθριες τουαλέτες. Η απόφασή της σήμαινε μπουγάδες σε σκάφη και λάμπες πετρελαίου αντί για πλυντήρια και ηλεκτρικό. Θα καλούνταν να φροντίσει αρρώστους σ’ αυτές τις συνθήκες και να τα βγάλει πέρα με νοικοκυριό και με φτωχά παιδιά ύπουλα σαν νυφίτσες από πάνω.

«Αν όμως αυτός είναι ο σκοπός σου στη ζωή» της είπε «όσο πιο μαύρα τα παρουσιάζω εγώ, τόσο πιο ανυποχώρητη θα γίνεσαι εσύ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου ζητήσω να μου υποσχεθείς δύο πράγματα. Υποσχέσου μου ότι θα βράζεις το νερό που θα πίνεις. Κι ότι δεν θα παντρευτείς αγρότη».

«Μα τι παράλογες ιδέες είναι αυτές;» είπε η Ίνιντ.

Αυτό έγινε δεκάξι χρόνια πριν. Τα πρώτα απ’ αυτά τα χρόνια οι άνθρωποι γίνονταν όλο και φτωχότεροι. Όλο και περισσότεροι ήταν αυτοί που δεν είχαν τη δυνατότητα να πάνε στο νοσοκομείο και πολύ συχνά τα σπίτια όπου εργαζόταν η Ίνιντ είχαν ξεπέσει σχεδόν στην κατάσταση που είχε περιγράψει η μητέρα της. Σεντόνια και πάνες έπρεπε να πλένονται στο χέρι σε σπίτια όπου είχε χαλάσει το πλυντήριο και ήταν αδύνατον να επισκευαστεί, ή είχε κοπεί το ηλεκτρικό ή δεν υπήρχε καν ηλεκτρικό. Η Ίνιντ δεν εργαζόταν αμισθί, επειδή κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δίκαιο για τις άλλες γυναίκες που παρείχαν τις ίδιες υπηρεσίες και δεν είχαν τις ίδιες εναλλακτικές δυνατότητες. Έδινε όμως πίσω τα περισσότερα χρήματα, σε παπούτσια για τα παιδιά, παλτά για τον χειμώνα, επισκέψεις στον οδοντίατρο και παιχνίδια για τα Χριστούγεννα.

Η μητέρα της έκανε εξορμήσεις στις φίλες της και μάζευε παλιές βρεφικές κούνιες, καρεκλάκια για νήπια, κουβέρτες, λιω­μένα σεντόνια, που τα ’κοβε και τα στρίφωνε για να φτιάξει πάνες. Όλοι έλεγαν πόσο περήφανη πρέπει να ήταν για την Ίνιντ κι εκείνη απαντούσε ναι, και βέβαια ήταν.

«Αλλά μερικές φορές αυτή η δουλειά σού βγάζει την πίστη» έλεγε. «Το να είσαι μάνα μιας αγίας».

Έπειτα ήρθε ο πόλεμος και η μεγάλη έλλειψη γιατρών και νοσοκόμων, και η Ίνιντ ήταν πιο καλοδεχούμενη από ποτέ. Όπως ήταν και για ένα διάστημα μετά τον πόλεμο, με τόσα μωρά που γεν­νιούνταν. Μόνο που τώρα, καθώς τα νοσοκομεία είχαν επεκταθεί και πολλά αγροκτήματα ευδοκιμούσαν, φαινόταν ότι τα καθήκοντά της θα περιορίζονταν σιγά σιγά στη φροντίδα όσων είχαν παράξενες και ανίατες ασθένειες ή τόσο ανεπανόρθωτα δύσκολο χαρακτήρα, που τα νοσοκομεία τούς πέταγαν έξω.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ