Λεά Σεϊντού: Αριστοκρατικής καταγωγής, ήθελε να γίνει τραγουδίστρια και πώς την διάλεξε ο Γούντι Άλεν

17 Μαΐου 2016

Γαλλική φινέτσα και σέξι αθωότητα. Η Λεά Σεϊντού δεν έμεινε μόνο στον γαλλικό κινηματογράφο και δεν προσπέρασε τις ευκαιρίες που της δόθηκαν για να κάνει διεθνή καριέρα. Έχει καταφέρει να κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα σε καλλιτεχνικές ταινίες, με πιο πρόσφατη τον "Αστακό" του Γιώργου Λάνθιμου αλλά και χολιγουντιανές περιπέτειες, όπως τις "Επικίνδυνες Αποστολές" και την τελευταία ταινία Τζέιμς Μποντ "Spectre". 

Γεννιέται το 1985 στο Παρίσι και είναι γόνος πλούσιας οικογένειας. Παππούς της είναι ο τραπεζίτης και πετρελαιοπαραγωγός Μαρσέλ Σλουμπερζέ ενώ ο πατέρας της Ζερόμ Σεντού είναι σήμερα ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους στη Γαλλία και ιδιοκτήτης της εταιρείας παραγωγών και διανομής φιλμ, Pathe. Έχει πέντε μικρότερα αδέλφια και μία μεγαλύτερη αδελφή, την Καμίγ, που δουλεύει ως στυλίστριά της. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν 3 ετών. Δεν έζησε πολλές στιγμές μαζί τους γιατί και οι δύο είχαν υποχρεώσεις. Ο πατέρας της από τη μία για επαγγελματικούς λόγους έλειπε από το σπίτι, από την άλλη η μητέρα της, πρώην ηθοποιός, βρισκόταν στην Αφρική, όπου και μεγάλωσε. 

"Ενιωθα χαμένη μέσα στο πλήθος... Ήμουν πολύ μοναχική ως παιδί. Στ' αλήθεια είχα το αίσθημα ότι ήμουν ορφανή" έχει δηλώσει αναπολώντας τα παιδικά της χρόνια. Παρόλα αυτά, πολλά κορίτσια θα ζήλευαν την παιδική της ηλικία. Λόγω της οικογένειάς της, η Λεά μεγάλωσε ανάμεσα σε εξέχουσες προσωπικότητες, όπως τη φωτογράφο Ναν Γκόλντιν, τους μουσικούς Λου Ριντ και Μικ Τζάγκερ και τον αξεπέραστο σχεδιαστή υποδημάτων, Κριστιάν Λουμπουτέν. Φόρεσε τα πρώτα της Λουμπουτέν στα 12 της χρόνια, δώρο του νονού της. 

Η σεξοβόμβα (και γόνος) Λέα Σεντού θα είναι το νέο κορίτσι του Τζέιμς Μποντ [εικόνες]

Ο πατέρας της επέμενε στην εφηβεία της να την στείλει σε καλοκαιρινή εξοχή στην Αμερική επειδή ήθελε να μάθει να μιλά καλά Αγγλικά κι απ' ότι φαίνεται έκανε τη σωστή επιλογη. Αν και δηλώνει άθεη, είχε μια αυστηρή προτεσταντική ανατροφή. 

Η οικογένεια της μπορεί να είχε πολλές διασυνδέσεις, όμως δεν την βοήθησαν καθόλου στην πορεία της στον κινηματογράφο. Μικρή, δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός αλλά τραγουδίστρια της όπερας όμως ήταν ντροπαλή και αυτό την κράτησε πίσω. Γι΄αυτό και ασχολήθηκε με τη μουσική από μικρή ηλικία. Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως παιδί σαν ένα κορίτσι με ελαφρώς ατημέλητα κοντά μαλλιά, που την θεωρούσαν λίγο περίεργη: "Αν και ήμουν συμπαθής στον κόσμο, πάντα ένιωθα κάπως απροσάρμοστη." Η συστολή που την χαρακτήριζε ως παιδί την ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή της και έχει παραδεχτεί ότι είχε κρίση άγχους στο Φεστιβάλ Καννών το 2009. 

Μόλις στα 18 της ανακάλυψε ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός, επηρεασμένη από έναν φίλο της ηθοποιό"Βρήκα τη ζωή του υπέροχη", σκέφτηκα, 'Θεέ μου, μπορείς να ταξιδέψεις, είσαι ελεύθερος, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, εσύ είσαι το αφεντικό.'". Μετά ερωτεύτηκε κι έναν ηθοποιό, οπότε τότε ήταν που το πήρε απόφαση για να τον εντυπωσιάσει. Παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη Γαλλική δραματική σχολή Les Enfants Terribles ενώ το 2007 πήρε περαιτέρω κατάρτιση στο Στούντιο ηθοποιών της Νέας Υόρκης.

«Δεν μου αρέσει ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Δεν έχω τηλεόραση στο σπίτι μου, ούτε είμαι συνδεδεμένη με το ίντερνετ» αναφέρει. «Το διαδίκτυο με φοβίζει. Επίσης, δεν ξέρω να οδηγώ. Γι αυτό κάνω αυτή τη δουλειά, γι αυτό έγινα ηθοποιός. Για να με φροντίζουν οι άνθρωποι... Το να είσαι ηθοποιός είναι ένα καταφύγιο. Μπορείς να μείνεις σε όποιο μέρος του κόσμου θέλεις, σε υπέροχα ξενοδοχεία και κάποιος να σε φροντίζει...». έχει δηλώσει στη Vogue, αποδεικνύοντας πόσο αληθινή και διαφορετική είναι. 

Το 2005 ήταν που πήρε το πρώτο μεγάλο της ρόλο στην ταινία μικρού μήκους του Νικολά Κλοτζ, La Consolation, που προβλήθηκε το 2007 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.

Παράλληλα, έκανε και το ντεμπούτο της στο μόντελιγκ, ποζάροντας για την καμπάνια της American Apparel. 

Για πρώτη φορά όμως, τραβά την προσοχή κοινού και κριτικών το 2008 όταν εμφανίστηκε στην ταινία του Κριστόφ Ανόρ, The Beautiful Person, ένα ρόλο που της χάρισε το 2009 το βραβείο Trophée Chopard από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών για την «Καλύτερη Ανερχόμενη Ηθοποιό» και μια υποψηφιότητα για Βραβείο Σεζάρ για την πολλά υποσχόμενη ηθοποιό. Την ίδια χρονιά παίρνει κι ένα μικρό ρόλο στην χολιγουντιανή ταινία του Ταραντίνο Άδωξοι Μπάσταρδη.

Η μεγάλη αναγνώριση έρχεται όταν ο Γούντι Άλεν την επιλέγει για το ρόλο της Γκαμπριέλ στην ταινία Μεσάνυχτα στο Παρίσι. Πώς όμως την ανακάλυψε; Το περίεργο είναι ότι δεν πέρασε από κάστιγκ. Στον σκηνοθέτη δόθηκαν εικόνες από τρεις Γαλλίδες ηθοποιούς και από όλες επέλεξε την Σεϊντού.

 

Το 2011 συμμετείχε σε μια άλλη παραγωγή του Χόλιγουντ, το Επικίνδυνη αποστολή - Πρωτόκολλο: Φάντασμα, στην οποία έπαιξε τη δολοφόνο Σαμπίν Μωρό μαζί με τους Τομ ΚρουζΤζέρεμι Ρένερ και Βλαντίμιρ Μασκόφ. 

Lea Seydoux poses in the winners room at the EE British Academy Film Awards at The Royal Opera House on February 8, 2015 in London, England.

Το ταλέντο της αναγνωρίζεται το 2013 με Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, για την ταινία Η Ζωή της Αντέλ, μαζί με τη συμπρωταγωνίστριά της Αντέλ Εξαρχόπουλος και τον σκηνοθέτη της ταινίας Αμπντελατίφ Κεσίς. Για τις ανάγκες της ταινίας, βάφει τα μαλλιά της μπλε, ενώ οι αισθησιακές σκηνές λεσβιακού πάθους μπορεί να σόκαραν το κοινό, όμως κέρδισαν τους κριτικούς. 

To 2015, δύο είναι οι ταινίες που την κάνουν να ξεχωρίζει: ο Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου ενώ γίνεται το νέο «Bond girl» στην ταινία Spectre.


Παράλληλα, έχει εργαστεί και σαν μοντέλο. 

Πώς είναι στην καθημερινή ζωή της; Η Λεά είναι καλή φουρνάρισσα, της αρέσει η βιετναμέζικη κουζίνα, έχει ένα αγόρι τον Andre Meyer που "είναι πολύ καλός στη φιλοσοφία” και για την Αντέλ Εξαρχόπουλος έχει δηλώσει ότι “είναι ένα ηφαίστειο ερμηνείας”.

 Η Λέα μέσα από τις δηλώσεις της: 

Για τους ρόλους που της αρέσει να ενσαρκώνει: “Συνήθως μ’ αρέσει να παίζω ηρωίδες που παλεύουν, αγωνίζονται για κάτι, είναι θαρραλέες. Προτιμώ να παίζω φτωχούς ανθρώπους, τους βρίσκω πιο κινηματογραφικούς.”

Για τις γυναίκες: “Μ’ αρέσει να δουλεύω με γυναίκες σκηνοθέτες... Οι γυναίκες μπορούν να γίνουν πολύ σκληρές. Μ’ αρέσουν αυτές οι γυναίκες, η θηλυκότητά τους, ο άγριος ρομαντισμός. Είναι καλή εποχή για μας, γιατί η θηλυκότητα έχει αλλάξει. Τώρα οι άντρες γίνονται πιο θηλυκοί κι ευάλωτοι κι οι γυναίκες πιο αρρενωπές και δυναμικές.”

“Μ’ αρέσει η δράση, όταν το σώμα εκφράζει κάτι. Στο γαλλικό σινεμά όλοι μιλούν συνέχεια. Στο αμερικανικό παίζεις με το σώμα σου. Νιώθω ακόμα πιο άνετα, όχι μόνο να παίζω, αλλά και να κάνω συνεντεύξεις στα αγγλικά παρά στα γαλλικά. Για ν’ απαντήσω στα γαλλικά σκέφτομαι, αργώ. Στα αγγλικά το σκέφτομαι λιγότερο. Δε με νοιάζει ούτε πώς ακούγομαι, ούτε τι λέω.”

“Είμαι πολύ σταθερός χαρακτήρας. Αυτό όμως που δεν μπορώ με τίποτα είναι όταν προσπαθούν να με βάλουν στον αυτόματο πιλότο. Έχω ανάγκη από κάτι πολύ απλό: να μου μιλούν ευθέως, με ειλικρίνεια, για να μπορώ και εγώ να απαντάω με τον ίδιο τρόπο. Μου αρέσει να ψάχνομαι, να πειραματίζομαι, να αλλάζω κατεύθυνση.”

“(Mετά τη Ζωή της Αντέλ) νιώθω περισσότερο γυναίκα. Μια γυναίκα που ναι μεν περπατά σαν αγόρι, όμως παραμένει θηλυκή. Πλέον δεν με ενοχλεί να με αποκαλούν ‘κυρία’.”

“Παλιότερα ένιωθα άβολα όταν καταλάβαινα ότι είμαι επιθυμητή. Δεν έδινα στον εαυτό μου αυτό το δικαίωμα. Σήμερα μου είναι πιο εύκολο να ξέρω τι θέλω, αλλά και να κατανοώ τις ανάγκες του άλλου. Η επιθυμία δηλώνει ζωή, το αντίθετο είναι συνώνυμο της κατάθλιψης για μένα. Υπάρχει μια φράση του σκηνοθέτη Ζαν-Λικ Γκοντάρ που αγαπώ πολύ. ‘Το σινεμά μάς βοηθά να αγαπήσουμε την πραγματικότητα’. Ναι, θεωρώ ότι το σινεμά μάς βοηθά να ζούμε καλύτερα.”






 





ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ