Προσπαθώντας μάταια “με το καλό”: Όταν το παιδί δε σε ακούει

19 Μαΐου 2016

Πάλι θα στο ξαναπώ;...» — Προσπαθώντας μάταια “με το καλό”

Πολλές φορές τα προβλήματα στη οχέση των γονιών με τα παιδιά ξεκινούν

επειδή οι γονείς δεν χρησιμοποιούν μια ξεκάθαρη και κατανοητή στα παι­διά γλώσσα.

«Τους μιλάω και τους εξηγώ», μου λέει η Γκιζέλα Σβαρτς, «μιλάω μέχρι να μαλλιάσει η γλώσσα μου, κάνω υπομονή, τα παίρνω με το καλό. αλ­λά τίποτα δεν γίνεται. Μόνο όταν γίνομαι κακιά. μ’ ακούνε!». Οι άλλοι γο­νείς κουνάνε το κεφάλι τους συμφωνώντας.

Συχνά οι ενήλικες δεν έχουν ξεκάθαρη συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά. Εκνευρίζονται π.χ. όταν εκείνα χασομερούν ή όταν κάνουν άνω-κάτω το δωμάτιο, προσπαθούν όμως —αν και πιέζονται- να δείχνουν ήρεμοι και φιλικοί. Το παιδί ακούει ερωτήσεις όπως: «Μπορείς να συμμοζέψεις. σε παρακαλώ;» ή «Θα μπορούσες να κάνεις λίγο πιο γρήγορα;». Αλλά οι ερωτήσεις δεν θέτουν όρια. Το παιδί αναγνωρίζει την ένταση στις χειρονο­μίες και τις εκφράσεις των προσώπων των μεγάλων βλέπει τα σφιγμένα χείλη, τα μάτια που στενεύουν, τ’ ανασηκωμένα φρύδια παρόλο που η φωνή τους ακούγεται ακόμα ισορροπημένη.

Τα παιδιά δεν ξέρουν τι να κάνουν με τέτοια διφορούμενα μηνύμα­τα. Γι’ αυτό και αναγκάζουν (με τη συμπεριφορά τους) τους μεγάλους να έρθουν σε συμφωνία με τον εαυτό τους. Αποδέχονται τα όρια μόνον όταν αυτά διατυπώνονται με ξεκάθαρο τρόπο. Αποδέχονται τον ενήλικα μόνον όταν τα λόγια, οι χειρονομίες και ο τόνος της φωνής του έχουν όλα το ίδιο νόημα. Όπως λέει ο 9χρονος Κλαούντιο: «'Οταν δεν ξέρω, τι ακριβώς τρέ­χει, συνεχίζω να κάνω αταξίες. Κι έτσι, οι γονείς μού φέρονται πολύ φιλικά. Αν και καταλαβαίνω, πως όπου να ’ναι θα εκραγούν. Και μετά από λίγο γί­νεται πράγματι η έκρηξη. Ωραία, σκέφτομαι τότε, δεν έκανα λάθος. Είχα δί­κιο. Δεν ξέρω, αλλά οι γονείς μου δυσκολεύουν πολύ τον εαυτό τους. Για τί δεν λένε απ’ την αρχή ένα ξεκάθαρο “όχι” να τελειώνουμε;».

Ο Κλάουντιο γνωρίζει διαισθητικά αυτό που η ψυχολογία της επικοι­νωνίας έχει αποδείξει με πολλές έρευνες: Το 55% της επικοινωνίας με τα παιδιά πραγματοποιείται μέσα από τη γλώσσα του σώματος, από τις εκ­φράσεις του προσώπου και τις χειρονομίες. Το 38% από τον τόνο της φω~ νής και το υφος του ομιλητή. Και μόνο το 7% από το περιεχόμενο και. το νόημα των λέξεων. Οι παρεξηγήσεις στην επικοινωνία ανάμεσα στους γο­νείς και τα παιδιά οφαλονται στην ασάφεια με την οποία πολλοί ενήλικες διατυπώνουν τις προθέσεις τους και προσπαθούν να θέσουν όρια.

Συχνά  οι γονείς δίνουν μεγάλη βαρύτητα  στα  λογικά στοιχεία  της  επι­κοινωνίας τους με τα παιδιά, και  υποτιμούν  τη σημασία που έχουν τα συ­ναισθηματικά στοιχεία - το ενδιαφέρον τους. δηλαδή, για το παιδί και η επιθυμία τους να επικοινωνήσουν μαζί του. Τα παιδιά, όμως -όπως και οι ενήλικες- θέλουν να αισθάνονται πως οι άλλοι απευθύνονται σ’ αυτά.

Η Ρεμπέκα Κάιζερ (μητέρα του Ντάνιελ), είναι στο σουπερμάρκετ με το γιο της. Εχει υττοσχεθεί στο 4χρονο βλαστάρι της ότι σήμερα θα διαλέξει εκεί­νος τα μακαρόνια. Το εννοούσε πράγματι, δεν είχε όμως σκεφτεί ότι τα ρά­φια με τα ζυμαρικά ήταν στο ύψος των δικών της ματιών και όχι του παι­διού, ούτε ότι υπήρχαν πάρα πολλά διαφορετικά είδη.

«Άσε λίγο τη μαμά να το κάνει», του εξηγεί. «Διαφορετικά θ’ αργή­σουμε πολύ. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να δεις εκεί ψηλά. Είσαι πολύ μι­κρός!».

Ο Ντάνιελ νιώθει απογοήτευση, σκύβει τους ώμους και περπατά σέρ­νοντας τα πόδια του. Φαίνεται πολύ δυστυχισμένος, μαντεύει κανείς τι σκέ­φτεται: «Πρώτα σου υπόσχονται κάτι και μετά δεν κρατούν ποτέ το λόγο τους!».

Δυο ράφια πιο κάτω ανακαλύπτει στα δεξιά του κάτι κονσέρβες. Βλέ­πει στην ετικέτα τους ραβιόλια με σάλτσα ντομάτα. Ο Ντάνιελ χαμογελάει και οι κονσέρβες μοιάζουν να του χαμογελούν κι αυτές. Πηγαίνει πιο κο­ντά και γονατίζει μπροστά στο ράφι. Απλώνει το αριστερό του χέρι και πιά­νει μια κονσέρβα. Ο Ντάνιελ χαμογελά πονηρά: «Στρογγυλή!». Και ξέρει πόσο υπέροχα τσουλάνε τα στρογγυλά πράγματα.

Τραβά προσεκτικά την κονσέρβα, χιλιοστό χιλιοστό. Συγχρόνως πα­ρατηρεί με προσοχή τη μητέρα του. Εκείνη όμως είναι απασχολημένη. Δια­λέγει τα μακαρόνια.

Η Ρεμπέκα Κάιζερ καταλαβαίνει ότι κάτι σκαρώνει ο γιος της. «Τι είναι Ντάνιελ;». Είναι όμως πολύ απασχολημένη με την επιλογή των κατάλ­ληλων ζυμαρικών κι έτσι δεν κοιτάζει το γιο της. Εκείνος συνεχίζει να τρα­βά την κονσέρβα όλο και πιο έξω.

«Ντάνιελ;», κάνει η μητέρα ξαφνικά. «Ντάνιελ, τι κάνεις εκεί;». Τα μάτια της όμως είναι στραμμένα στα μακαρόνια. Όσο μιλάει με τα μακα­ρόνια, σκέφτεται ο Ντάνιελ, δεν με βλέπει. Κι αφήνει με δύναμη την κον­σέρβα να κυλήσει κατά μήκος του ραφιού. Η μητέρα δεν παίρνει τίποτα εί­δηση, πράγμα που δίνει θάρρος στο Ντάνιελ να τραβήξει άλλη μια κον­σέρβα από το ράφι, για να δει αν κυλάει κι αυτή. Εκείνη τη στιγμή έρχεται μια ηλικιωμένη γυναίκα, σκύβει δίπλα στον Ντάνιελ και του λέει φιλικά: «Κοίτα, δεν παίζουμε μπόουλινγκ εδώ!».

«Μπόουλινγκ!», φωνάζει ο Ντάνιελ και πηδά πάνω απ’ τη χαρά του: «Μπόουλινγκ, μπόουλινγκ!». Τότε η Ρεμπέκα Κάιζερ βλέπει επιτέλους τι συμβαίνει, αφήνει τα μακαρόνια και σαν γεράκι που επιτίθεται, τρέχει κι αρπάζει απ’ το χέρι το γιο της: «Πόσες φορές πρέπει να στο πω, Ντάνιελ; Πες μου, πόσες;».

Εκείνος όμως της χαμογελά επαναλαμβάνοντας: «Μπόουλινγκί».

Το να βάζουμε όρια δεν έχει, καταρχήν, καμία σχέση με την εφαρμογή κά­ποιων παιδαγωγικών μεθόδων. Είναι θέμα της στάσης μας απέναντι στο παιδί. Πρέπει δηλαδή να έχει κανείς υπόψη του πώς σκέφτεται και δρα ένα παιδί.

Όταν μιλούν οι ενήλικες, δίνουν σημασία μόνο στα λόγια, στο συ­γκεκριμένο περιεχόμενο της συζήτησης. Προσπαθούν να πείσουν τα παι­διά με λογικά επιχειρήματα. Κι όταν δεν τα καταφέρνουν, αρχίζουν τις απει­λές και τις απαγορεύσεις ή προσπαθούν να πετύχουν αυτό που θέλουν προσφέροντας ανταλλάγματα (π.χ., “αν συμμαζέψεις θα σε αφήσω να δεις τηλεόραση”).

Τα παιδιά, αντίθετα, επικοινωνούν μ’ έναν πιο ολιστικό τρόπο. Πίσω απ’ τα λόγια ανακαλύπτουν τα συναισθήματα, τις βαθύτερες προθέσεις του συνομιλητή τους. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, όταν μιλάμε μαζί τους.

Πρώτα απ’ όλα πρέπει να κοιτάμε το παιδί στα μάτια — κι ακόμα κα­λύτερα αν τα μάτια μας είναι στο ίδιο ύψος με του παιδιού. Σημαντική εί­ναι επίσης η σωματική επαφή. Μπορούμε π.χ. να πιάσουμε το χέρι του παι­διού, για να δώσουμε έμφαση στα λόγια μας. Προσοχή όμως να μη καταλήξει σε σωματική τιμωρία. Και τέλος πρέπει να χρησιμοποιούμε μια ξεκάθαρη γλώσσα.

Υπάρχει κάτι ακόμα που είναι πολύ σημαντικό για τα παιδιά: Οι εκ­φράσεις του προσώπου και οι χειρονομίες μας πρέπει να συμφωνούν με τον τόνο της φωνής μας κι ο τόνος της φωνής μας πρέπει να συμφωνεί με αυτό που λέμε. Ένα «Όχι!» που λέγεται χαμογελώντας δεν θα το πάρει στα σοβαρά το παιδί. Όπως δεν θα πάρει στα σοβαρά κι ένα αδιάφορο «αστό κάτω αυτό!». Τα παιδιά χρειάζονται γνήσια μηνύματα, θέλουν να ξέρουν που βρίσκονται. Όταν το μήνυμα που παίρνουν δεν είναι σαφές, προσπα­θούν να το ξεκαθαρίσουν με τις δικές τους μεθόδους.

Η Μανουέλα Χαρντ λέει: «Ο γιος μου, ο Στέφαν, είναι 4 ετών. Πα- λιότερα του έλεγα συνέχεια: “Σταμάτα!”, “Έλα εδώ αμέσως!”, “Άφησε το!”. Τα ίδια και τα ίδια..., χωρίς αποτέλεσμα. Και γιατί να μ’ ακούσει; Εγώ ήμουν στην κουζίνα, πάντα απασχολημένη με κάτι, κι εκείνος έπαιζε μόνος του στο σαλόνι».

«Τι άλλαξε τώρα;», τη ρωτάω.

«'Οταν θέλω κάτι, π.χ να συμμαζέψει, δεν του λέω “Συμμάζεψε αμέσως ή ‘Πότε θα συμμαζέφεις επιτέλους;”. Όχι, πηγαίνω εκεί, κάθομαι μπροστά του, τον κοιτάω στα μάτια, παίρνω καμιά φορά τα χέρια του μέσα στα δικά μου και του λέω μια σύντομη φράση: “Στέφαν, θέλω να συμμαζέφεις!” Συνήθως πετυ­χαίνει. Άλλοτε πάλι του φωνάζω από απόσταση πολύ καθαρά: “Στέφαν!”. Εκεί­νος τότε ξέρει τι πρέπει να κάνει και συνήθως τηρεί τη συμφωνία. Κι αν δεν την τηρήσει, ξέρω πως το ζήτημα εκείνη τη στιγμή δεν είναι το συγύρισμα αλλά ότι θέλει ν’ αρχίσει μια μάχη εξουσίας μαζί μου». Σκέφτεται: «Το σημαντικότερο εί­ναι ότι έχει σταματήσει πια εκείνη η ατέλειωτη φλυαρία!».

Η Μανουέλα Χαρντ αποφάσισε να έχει μια ξεκάθαρη και κατανοητή συμπεριφορά απέναντι στο γιο της: Η επικοινωνία των ματιών και η σω­ματική επαφή κάνουν τον Στέφαν να αισθάνεται αποδεκτός. Αισθάνεται πως η μητέρα του δεν μιλάει με μισόλογα, τη νιώθει να του λέει αυτό που περιμένει από κείνον. «Η σχέση μας έγινε πιο ξεκάθαρη», θυμάται η Μα­νουέλα Χαρντ. «Κι εκείνος έγινε πιο ξεκάθαρος. Παλιότερα μ’ εκβίαζε με τα κλάματα και τις φωνές. Τώρα λέει καθαρά: “Θέλω αυτό! Θέλω εκείνο!”. Κι όταν με βλέπει καμιά φορά χαμένη στις σκέψεις μου, ανεβαίνει στα γόνατά μου και λέει αποφασιστικά: “Μαμά!”. Κι αν ακόμα και τότε δεν τον κοιτά­ξω, πιάνει το πρόσωπό μου και το στρέφει προς το μέρος του».

Η ξεκάθαρη γλώσσα και το σταθερό συναίσθημα δημιουργούν έναν αμοιβαίο σεβασμό. Η συντροφικότητα και η ισότητα στις σχέσεις δεν γεννι­ούνται αυτόματα ούτε υπάρχουν πάντα στον ίδιο βαθμό. Χτίζονται μέσα από συνεχείς προσπάθειες, είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας.

 Κείμενο του ψυχολόγου Δρ Jan Rogge 

Απόσπασμα από το βιβλίο Δίνοντας και παίρνοντας μαθήματα ανατροφής Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Θυμάρι για την ευγενική παραχώρηση του υλικού. 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ
Τα νέα της ημέρας
11:39 Νέα επίθεση του ISIS αναμένει η ΕΕ