Διακοπή καπνίσματος: Μειώνει άμεσα τον κίνδυνο υποτροπής σε πάσχοντες από τη νόσο Crohn

20 Μαΐου 2016

Εκτός από τις βλαβερές συνέπειες για την καρδιά και τα αγγεία, το κάπνισμα αποτελεί το σημαντικότερο περιβαλλοντικό παράγοντα στην εμφάνιση Νόσου Crohn (NC). Επιπλέον, ασθενείς με NC που καπνίζουν αντιμετωπίζουν συχνά πιο επιθετική νόσο και έχουν επιβαρυμένη μακροχρόνια έκβαση σε σχέση με τους μη καπνιστές. Πιο συγκεκριμένα το κάπνισμα έχει συσχετισθεί με συχνότερη προσβολή του τελικού ειλεού, συχνότερη εμφάνιση στενωτικής και συρριγοποιητικής μορφής NC, αυξημένη ανάγκη θεραπείας με ανοσοκατασταλτικά, αλλά και ταχύτερη υποτροπή της νόσου έπειτα από εντερεκτομή. Βάση πληθώρας μελετών που υποστηρίζουν τον επιβαρυντικό του ρόλο, η διακοπή του καπνίσματος έχει παγιωθεί ως κεντρικής σημασίας παρέμβαση στην αντιμετώπιση της NC. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί πως τα περισσότερα δεδομένα προκύπτουν από αναδρομικές μελέτες παρατήρησης που έγιναν σε προηγούμενες δεκαετίες, όταν τα σημερινά αποτελεσματικά φάρμακα για τον έλεγχο της νόσου (βιολογικοί παράγοντες) δεν ήταν διαθέσιμα. Θα ωφεληθεί λοιπόν ένας ασθενείς με NC από την διακοπή του καπνίσματος στη σημερινή εποχή των βιολογικών παραγόντων; Και πόσο άμεσο είναι το κλινικό όφελος;

Τα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να απαντήσει με σαφήνεια μια προοπτική πολυκεντρική μελέτη από την Ισπανία (Spanish Working Group on Crohn’s Disease and Ulcerative Colitis: TABACROHN project). Στη μελέτη συμμετείχαν 573 ασθενείς με NC σε κλινική ύφεση, οι περισσότεροι εκ των οποίων ελάμβαναν θεραπεία συντήρησης με ανοσοκατασταλτικά ή/και βιολογικούς (anti-TNF) παράγοντες. Από τους ασθενείς της μελέτης οι 190 δεν είχαν υπάρξει ποτέ καπνιστές, οι 160 ήταν πρώην καπνιστές (τουλάχιστον 6 μήνες πλήρους αποχής από το κάπνισμα κατά την είσοδο στη μελέτη) ενώ οι 223 ήταν ενεργοί καπνιστές. Από τους τελευταίους ζητήθηκε να διακόψουν άμεσα, και 75/225 θεωρήθηκε ότι το πέτυχαν όταν απείχαν από το κάπνισμα για τουλάχιστον ένα τρίμηνο και καθ’ όλη τη μετέπειτα παρακολούθηση. Προέκυψαν συνεπώς 4 ομάδες ασθενών: 1. μη-καπνιστές, 2. πρώην καπνιστές, 3. καπνιστές που διέκοψαν, και 4. καπνιστές που συνέχισαν να καπνίζουν. Όλοι οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν ανά τρίμηνο και για τουλάχιστον 1 έτος (ενδιάμεσος χρόνος: 3.25 έτη, εύρος: 1-4 έτη) ως προς το ενδεχόμενο κλινικής υποτροπής της NC.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ασθενείς που συνέχισαν να καπνίζουν είχαν σημαντικά αυξημένη πιθανότητα υποτροπής της νόσου σε σχέση με τους μη καπνιστές (OR: 1.53). Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στα ποσοστά υποτροπής μεταξύ ασθενών που διέκοψαν το κάπνισμα και πρώην ή μη καπνιστών. Η συνέχιση του καπνίσματος εντοπίστηκε ως ανεξάρτητος παράγοντας και συσχετίσθηκε θετικά με τον κίνδυνο εμφάνισης υποτροπής (ΗR: 1.58). Τέλος, ο ενδιάμεσος χρόνος εμφάνισης υποτροπής βρέθηκε να είναι σημαντικά βραχύτερος σε ασθενείς που συνέχιζαν το κάπνισμα (29.6 μήνες), εν συγκρίσει με εκείνους που διέκοψαν ή ήταν πρώην ή μη καπνιστές (>33.5 μήνες και στις 3 ομάδες).

Συμπερασματικά, η διακοπή του καπνίσματος φαίνεται να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο των μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων σε ασθενείς με NC, αφού οδηγεί σε άμεση και αποτελεσματική μείωση του κινδύνου κλινικής υποτροπής της νόσου.

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ