Μαρία Κάλλας: Ο ερώτας και το παιδί του Ωνάση, τα παραπανίσια κιλά, τα προβλήματα στη φωνή και ο γάμος

15 Ιουνίου 2016

Έρευνες έχουν αποδείξει ότι το μέταλλο της φωνής της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο, είναι μοναδικό στα χρονικά και δεν έχει υπάρξει κάποιο αντίστοιχο μέχρι τώρα. Η γυναίκα-μύθος με την μελωδική φωνή και την άστατη προσωπική ζωή γίνεται και πάλι επίκαιρη. Η προτομή της, την οποία επιμελήθηκε η γλύπτρια Ασπασία Παπαδοπεράκη θα στολίζει το Μέγαρο Μουσικής και τα αποκαλυπτήρια θα γίνουν σήμερα, 15/6. Το έργο δώρησαν στον Σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής», ο Δημήτρης και η Αγγέλα Τσίτουρα, καθώς το 2017 συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από τον θάνατο της ντίβας. Με αφορμή τα αποκαλυπτήρια, θυμόμαστε την κινηματογραφική ζωή της. 

Η Μαρία Σοφία Άννα Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν το πλήρες ελληνικό όνομά της, γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Οι γονείς της, μετανάστες στην Αμερική, εργάζονταν σε επαγγέλματα που καμία σχέση δεν είχαν με τον καλλιτεχνικό χώρο: διατηρούσαν ένα φαρμακείο στην Αστόρια με τον πατέρα της να αναγκάζεται να «κοντύνει» το επίθετό του σε «Καλλός» και κατόπιν «Κάλλας» για να μπορούν να το προφέρουν οι πελάτες του.

Ουσιαστικά, ήταν γεννημένη για να τραγουδάει όπερα. Τα πρώτα μαθήματα κλασικής μουσικής και πιάνου τα έκανε όταν ήδη πολύ μικρή, ενώ όταν ήταν μόλις 11 χρονών, κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό παιδικών φωνών. Όλα φαίνεται να κυλούσαν ομαλά στη ζωή της μέχρι το χωρισμό των γονιών της, ο οποίος φέρνει τη Μαρία και την αδερφή της Υακίνθη στην Αθήνα το 1937. Αν και ήταν μικρότερη από το ηλικιακό όριο εισαγωγής, η Κάλλας έδωσε εξετάσεις και κατάφερε να μπει στο Εθνικό Ωδείο δύο χρόνια αργότερα.

Μια νεαρή υψίφωνος που την έλεγαν Μαρία Καλογεροπούλου

Οι δυσκολίες δεν αργούν να φανούν και στο περιβάλλον του Ωδείου. Υπάρχουν μαρτυρίες συμμαθητριών της που έλεγαν ότι ήταν τόσο φτωχή που δεν είχε παπούτσια και της έβαζαν εφημερίδες τον χειμώνα προκειμένου να μην κρυώνει. Το ταλέντο της όμως αναγνωρίζεται και η μοναδική της φωνή τραβάει όλα τα βλέμματα. Τόσο, που τη στέλνει μέχρι την Λυρική Σκηνή του τότε Βασιλικού Θεάτρου και το 1941 πρωτοεμφανίστηκε ως «Βεατρίκη» στην οπερέτα Βοκκάκιος του Σουπέ. Η αρχή είχε ήδη γίνει και μέχρι το 1945 συμμετέχει σε άλλες πέντε παραστάσεις. Έπειτα, βάζει πλεύση για τη γενέτειρά της, τη Νέα Υόρκη, για να συναντήσει τον πατέρα της. 

Πολλοί τότε πίστεψαν ότι η αποχώρησή της από την Ελλάδα έγινε για να προωθήσει τη διεθνή της καριέρα, όμως αρκετοί συνάδελφοί της την είχαν κατηγορήσει ότι συνεργαζόταν με τους κατακτητές. Στην Αμερική, αλλάζει το όνομα της σε Κάλλας, ενώ πριν φύγει, δίνει μια συναυλία για να μαζέψει χρήματα. 

Αναζητούσε καιρό για να κλείσει κάποιο συμβόλαιο, μέχρι που της προσφέρουν δύο ρόλους στα έργα  "Φιντέλιο" του Μπετόβεν και Μαντάμ Μπατερφλάι του Πουτσίνι. Προς έκπληξη όλων, απορρίπτει τους ρόλους αφενός διότι νιώθει ανασφάλεια να τραγουδήσει τον «Φιντελίτο» στα αγγλικά και αφετέρου γιατί θεωρεί ότι είναι πολύ εύσωμη για να ερμηνεύσει της αιθέρια «Μπάτερφλαϊ». Για όλη της τη ζωή είχε ανασφάλεια με τα κιλά της και ένας αστικός μύθος υποστηρίζει ότι κάποια στιγμή η σοπράνο κατάπιε μια ταινία σε μια απελπισμένη προσπάθεια απώλεια βάρους, ενώ μια ακόμη φήμη την ήθελε να πειραματίζεται με ένα ειδικό ζυμαρικό. Η Κάλας είχε απορρίψει τα εν λόγω κουτσομπολιά, υποστηρίζοντας ότι είχε βάσει βάρος φυσικά.



Μετά τη γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, Τζοβάνι Τζενατέλλο μετακομίζει στην Ιταλία όπου και δίνει κάποιες παραστάσεις. Τον ίδιο χρόνο γνωρίζει και τον άνθρωπο που θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην πορεία της, τον Ιταλό βιομήχανο Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι με τον οποίο παντρεύεται στις 21 Απριλίου 1949, παρότι είχε τα διπλά της χρόνια. Όντας ο ίδιος μουσικόφιλος, αναλαμβάνει το ρόλο του μάνατζερ και την υποβάλλει σε σκληρή δίαιτα και της ζητά να αφοσιωθεί μόνο και μόνο στην καριέρα της, αφού τα χρήματα της τα παρείχε αυτός. 

Και όντως η καριέρα της γνώρισε την απογείωση σε ρόλους δραματικής υψιφώνου και δραματικής κολορατούρα. Το 1951 εκπόρθησε και τη «Σκάλα» του Μιλάνου (άντρο της μεγάλης αντιπάλου της Ρενάτα Τεμπάλντι), με τους Σικελικούς Εσπερινούς του Βέρντι. Στα εφτά χρόνια που ακολουθούν, ερμηνεύει μεγάλους ρόλους και αποθεώνεται από το κοινό και τους κριτικούς. Το 1954 η ευτραφής Κάλλας υποβλήθηκε σε διαιτητική θεραπεία για να χάσει κιλά και να μπορεί να ενσαρκώνει τους ρόλους της, όχι μόνο με τη φωνή της, αλλά και με το παρουσιαστικό της. 

Επόμενη στάση στην καριέρα της είναι η Μητροπολιτική Όπερας της Νέας Υόρκης (ΜΕΤ) το 1956 και η άλλη πλευρά της υφηλίου υποκλίνεται στο ταλέντο της. Αναγκάζει τον διευθυντή της Ράντολφ Μπινγκ να της καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό που είχε πληρώσει ποτέ ο θίασος για καλλιτέχνη, αλλά και να δηλώσει ότι η πρώτη εμφάνιση της Κάλλας στη «ΜΕΤ» ήταν η πιο συναρπαστική βραδιά της ζωής του. Ο μύθος της είχε αρχίσει να δημιουργείται. 

 

Οι εξαντλητικές δίαιτες όμως και το γεγονός ότι έφτανε τη φωνή της στα όριά της, έχουν ως αποτέλεσμα να ατονίσει η φωνή της στις υψηλές νότες. Παρόλα αυτά, εμφανίζεται το 1957 στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και κυριολεκτικά αποθεώθηκε. Δύο μήνες πιο πριν, έχει ήδη γνωρίσει τον Αριστοτέλη Ωνάση, σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ.

Η θυελλώδης σχέση με τον Αριστοτέλη Ωνάση:

Ο Ωνάσης ήθελε να την φλερτάρει, όμως δεν είχε την ευκαιρία στο πάρτι. Δύο χρόνια μετά, προσκάλεσε την Κάλλας και τον σύζυγό της, Μενεγκίνι, σε κρουαζιέρα, με την πολυτελή θαλαμηγό του. Παρουσίας της τότε γυναίκας του, Τίνας Λιβανού, φλέρταρε ανοιχτά τη ντίβα και χωρίς καμία αναστολή. Η παθιασμένη τους σχέση ξεκίνησε, όως λέγεται, όταν σε μια στάση στην Κωνσταντινούπολη, πήραν μια βάρκα και απομονώθηκαν σε μια παραλία. Το κουτσομπολιό αναφέρει, ότι στη βάρκα έκαναν έρωτα για πρώτη φορά. Σιγά σιγά, παίρνουν και οι δύο διαζύγιο, παρά τις αντιδράσεις και την πίεση του Μενεγκίνι, που δεν ήθελε να παραδεχθεί την ήττα του απέναντι στον κοσμοπολίτη Ωνάση. 

Το πάθος και ο έρωτας ήταν δεδομένος, όμως δεν έλειπαν και οι εντάσεις. Από τη μια οι προσβολές του μεγιστάνα ακόμα και δημόσια, διότι η Κάλλας δεν είχε καμία σχέση με τις πειθήνιες γυναίκες που είχε συνηθίσει. Έτσι σιγά σιγά απομακρύνθηκε ο ένας από τον άλλον, με την Κάλλας να αραιώνει τις εμφανίσεις της για να τον περιμένει στη θαλαμηγό. Μετά από δέκα χρόνια σχέσης, το 1968 ο Ωνάσης γνωρίζει την Τζάκι Κένεντι και όταν μαθαίνει για το γάμο του μαζί της από την τηλεόραση, κλονίζεται. Ένας λόγος παραπάνω ήταν το γεγονός ότι περίμενε πως θα παντρευτεί εκείνη. 

Ο χωρισμός της στοίχισε πολύ. Δε θύμιζε πια την κοινωνική ντίβα που όλοι είχαν γνωρίσει. Κλεινόταν στο δωμάτιό της κλαίγοντας και αδιαφορούσε για την εμφάνισή της. Στις σπάνιες δημόσιες εμφανίσεις της, προσπαθούσε να φαίνεται δυνατή και ψύχραιμη. Υποστήριζε, ότι ο χωρισμός αποφασίστηκε από κοινού με τον Ωνάση και προσπαθούσε να φαίνεται έτοιμη να προχωρήσει τη ζωή της. 

 

Η σχέση τους όμως στην ουσία δεν είχε τελειώσει. Ο Ωνάσης συνέχισε να την επισκέπτεται και να ζούνε μαζί λίγες στιγμές. Δεν έπαψαν ποτέ να αγαπιούνται και η Κάλλας ήταν το στήριγμά του μέχρι το τέλος της ζωής του. Υπήρχε μάλιστα και η θεωρία πως η ντίβα δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. όμως έφερε στον κόσμο τον καρπό του έρωτά της με τον εφοπλιστή. Σύμφωνα με τις φήμες, το παιδί γεννήθηκε το 1960 και πέθανε λίγες ώρες αργότερα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η Κάλας είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον μια έκτρωση κατά τον δεσμό της με τον Ωνάση. Η σχέση της με τον Έλληνα Κροίσο υπήρξε ιδιαίτερα τρικυμιώδης, καθώς πιστεύεται ότι εκείνος ήταν αθεράπευτα άπιστος.

Από το θρίαμβο στην πτώση

Το 1958 αποχωρεί από τη Σκάλα του Μιλάνο και αποδοκιμάστηκε από το κοινό και τον Μάιο η «Σκάλα» του Μιλάνου της διέκοψε το συμβόλαιο. Από το 1960 οι εμφανίσεις της αραιώνουν, ενώ τραγουδά στην Επίδαυρό και η καριέρα της στα ιταλικά θέατρα είχε ήδη τελειώσει. Το 1962 τραγούδησε Όμπερον του Βέμπερ στο Λονδίνο και οι Τάιμς έγραψαν «Τώρα πια η φωνή της μπορεί να χαρακτηριστεί άσχημη και εκτός τόνου», όμως το κοινό συνέχισε να την αποθεώνει.



Το 1965 αποσύρεται οριστικά από τις λυρικές παραστάσεις παρά την εξαιρετική Τόσκα που τραγούδησε στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης. Το κύκνειο άσμα της ήταν η Νόρμα, που ανέβηκε στο Παρίσι, στις 29 Μαΐου του 1965. Στην τρίτη πράξη της όπερας του Μπελίνι κατέρρευσε επί σκηνής και μεταφέρθηκε λιπόθυμη στο καμαρίνι της.

Μετά το χωρισμό της με τον Ωνάση, προπαθεί να βάλει τα επαγγελματικά της σε μια τάξη και να επανακάμψει. Παίζει στην κινηματογραφική εκδοχή της Μήδειας του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Πιερ-Πάολο Παζολίνι (1969), ηχογραφεί δίσκους, διδάσκει όπερα στη μουσική σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης και δίνει ρεσιτάλ με ένα παλιό της γνώριμο, τον ιταλό τενόρο Τζουζέπε Ντι Στέφανο, που κι αυτός αντιμετώπιζε φωνητικά προβλήματα.

http://letteradonna.it/wp-content/blogs.dir/3037/files/2013/12/maria-callas-e-pasolini-a-napoli-settembre-1970.jpg

Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σαπόρο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

 


 

Έκτοτε, η Μαρία Κάλλας κλείστηκε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα έφυγε από τη ζωή το πρωί της 16ης Σεπτεμβρίου 1977 από καρδιακή προσβολή. Ήταν μόλις 54 ετών.


Το σπίτι της στο Παρίσι






ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Φράντς Κάφκα
Η Σκέψη της ημέρας
9:10 Φράντς Κάφκα