Ψυχολογία και δίαιτα: Έχω προβλήματα και το ρίχνω στο φαγητό

27 Ιουνίου 2016

Ζούμε στην εποχή που το να είσαι λεπτός θεωρείται ομορφιά και αρετή. Υποκύπτοντας σ’ αυτή την νοοτροπία πάρα πολλοί είναι οι άνθρωποι, γυναίκες περισσότερο αλλά και όχι λίγοι άντρες που προσπαθούν απεγνωσμένα ν’ απαλλαγούν από περιττά κιλά είτε αυτά είναι 5, 15 ή 35. Στην προσπάθεια τους αυτή παρατηρούν και αναλύουν την συμπεριφορά τους, τις διατροφικές τους συνήθειες, την ψυχολογική τους κατάσταση. Και από κει που παχείς άνθρωποι ήταν απλώς αυτοί που δεν μπορούν να συγκρατηθούν, που είναι λαίμαργοι, ίσως και τεμπέληδες, τα τελευταία χρόνια θεωρούνται επίσης (και οι ίδιοι βλέπουν έτσι τον εαυτό τους) ψυχολογικά διαταραγμένοι ή έστω επιβαρημένοι.

Από τη συμβουλευτική ψυχολόγο Δρ. Λουίζα Βογιατζή 

mypsychologist.gr 

«Έχω προβλήματα και το ρίχνω στο φαγητό», «αντί να ξεσπάσω σ’ αυτούς που με ταλαιπωρούν, ξεσπάω στον εαυτό μου τρώγοντας», «μου συμβαίνουν πολλά, τα καταπίνω όλα και παχαίνω» είναι μερικές από τις πιο συνηθισμένες απλουστευμένες εξηγήσεις του γιατί κάποιοι παχαίνουν. Θεωρείται από όλους αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο πλέον ότι η παχυσαρκία –ακόμη και όταν πρόκειται για λίγα παραπανίσια κιλά- έχει (και) ψυχολογικά αίτια και σε πολλές περιπτώσεις είναι πράγματι έτσι. Με ποιο τρόπο όμως; Τι σημαίνει ακριβώς αυτό «τα καταπίνω όλα και παχαίνω»;

 

Η Ντόρα, μία κοπέλα «παχουλή» και με μακροχρόνια «καριέρα» σε διάφορες δίαιτες περιγράφει την εξής σκηνή:

«Έκλεισα το τηλέφωνο και κάθισα στον καναπέ. Ξαφνικά μ’ έπιασε μια τρομερή επιθυμία για κάτι γλυκό και μηχανικά σχεδόν, έφερα ένα κουτί μπισκότα απ’ την κουζίνα. Αφού είχα φάει το μισό συνειδητοποίησα τι έκανα. Είχα λιγώσει κι ένιωθα σχεδόν αηδία κι αναρωτήθηκα γιατί το κάνω. Καταρχήν δεν ήξερα, ήταν απλώς μια λιγούρα, μια αίσθηση στο στομάχι μου. Αφού σκέφτηκα όμως λίγο τι μου συμβαίνει κατάλαβα ότι είχε να κάνει με το τηλεφώνημα που είχα πριν, στο οποίο μου γνωστοποίησαν ότι τελικά δεν θα γίνει μια αλλαγή στη δουλειά την οποία περίμενα και ήθελα πολύ. Δεν είχα προλάβει να αισθανθώ τίποτα σχεδόν, όταν μ’ έπιασε αυτή η πείνα για γλυκό. Ήταν ένας τρόπος να αποφύγω το δυσάρεστο συναίσθημα. Δεν έδειξα τη δυσαρέσκεια μου, ούτε σκέφτηκα να πάρω κάποιον να του το πω να ξελαφρώσω, έψαξα αμέσως για αυτό που θα αναισθητοποιούσε την απογοήτευση μου.»

 

«Κατάπινε ό,τι σου λέω!»

Τι ακριβώς συνέβη στη Ντόρα; Η πιο απλή εξήγηση είναι ότι αναζήτησε αυτόματα παρηγοριά σε κάτι γλυκό επειδή της συνέβη κάτι δυσάρεστο που επιπλέον δεν είχε την δυνατότητα να κάνει τίποτε για να το αλλάξει. Ίσως όμως να είναι πιο σύνθετη η εξήγηση. Σύμφωνα με τον εξαίρετο ψυχολόγο και ιδρυτή της ψυχοθεραπευτικής σχολής Gestalt, Fritz Perls, η «ανατροφή» των παιδιών στον δυτικό πολιτισμό ενισχύει την άβουλη ενσωμάτωση κάθε γνώμης, κριτικής, απαίτησης, πληροφορίας όπου ο καθένας μαθαίνει να «καταπίνει» αμάσητο ο,τι του προσφέρεται χωρίς να ερευνά το νόημα του, να το «δοκιμάζει» ώστε να το δεχτεί ή να το απορρίψει μετά. Αυτή την άκριτη κατάποση απόψεων και προτύπων την ονομάζει «ολική ενδοβολή» (total intojection). Καθώς ένας άνθρωπος αναπτύσσεται και ωριμάζει έχει την δυνατότητα, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του, των αναγκών, των συναισθημάτων και των επιθυμιών του και μια πιο κριτική στάση απέναντι στα πράγματα που του συμβαίνουν. Σιγά-σιγά δεν χρειάζεται να «καταπίνει» τα πάντα αλλά μαθαίνει να επιλέγει. Αν όμως η ανάπτυξη αυτής της ικανότητας εμποδιστεί, από δύσκολες συναισθηματικές συνθήκες, υπερβολικά αυταρχική ή υπερπροστατευτική συμπεριφορά της οικογένειας, τότε μπορεί να διατηρηθεί αυτή η πρώιμη τάση της «ενδοβολής». Στην πιο ακραία της μορφή η τάση αυτή κάνει έναν άνθρωπο να είναι εξαρτημένος, ανασφαλής, χωρίς επίγνωση του εαυτού του και των δυνατοτήτων του, ένα συνηθισμένο προφίλ γυναικών που πάσχουν από διατροφικές διαταραχές.

 

«Τρώγε ό,τι σου δίνω!»

Η τροφή είναι ζωή, χωρίς τροφή πεθαίνουμε. Όπως τρώμε έτσι ζούμε και έτσι σχετιζόμαστε με τους άλλους. Μέσα από την σχέση με την μητέρα που μας έτρεφε μαθαίνουμε τον κόσμο. Η προσφορά τροφής στο βρέφος είναι ταυτόχρονα και προσφορά σχέσης και ανταλλαγή συναισθημάτων, είναι πράξη αγάπης, τρυφερότητας. Ο τρόπος με τον οποίο ταίζεται ένα παιδί δεν επηρεάζει μόνο την κατοπινή διατροφική του συμπεριφορά αλλά καθορίζει και τη στάση ζωής του. Αυτό εξαρτάται από την ευαισθησία με την οποία αντιδρούν η μητέρα, οι γονείς, το περιβάλλον και τον τρόπο που ερμηνεύουν τα «μηνύματα» του παιδιού. Αν κάθε κλάμα και κάθε δυσφορία ενός παιδιού, στην βρεφική ηλικία και αργότερα, ερμηνεύεται σαν πείνα και «μπουκώνεται» γρήγορα με φαγητό, αν το φαγητό είναι για την οικογένεια η εύκολη λύση για να καθησυχάσει το παιδί, είναι πιθανό το παιδί αυτό να συνεχίσει και σαν ενήλικας να αντιλαμβάνεται σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες σαν μία απροσδιόριστη αίσθηση «πείνας», την οποία κατασιγάζει με φαγητό. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ’ αυτού του είδους την «πείνα» δεν ψάχνουμε για κανονικό φαγητό αλλά τις περισσότερες φορές «πεινάμε» για κάτι «εύκολο», μωρουδίστικο, γλυκό, μαλακό, αμυλώδες.

 

Η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε σωστά και να διαφοροποιούμε την πείνα μας και άλλα «σήματα» που στέλνει το σώμα μας είναι κάτι που πρέπει να μάθει ένα παιδί νωρίς μέσα από την σωστή αναγνώριση των αναγκών του απ’ τους δικούς του. Αν αυτή δεν υπάρχει, μπορεί ένα παιδί να αναπτύξει την αίσθηση ότι οι επιθυμίες και οι ανάγκες του (και μιλάμε για πρωταρχικές σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες κι επιθυμίες φυσικά) είναι ασήμαντες ή λανθασμένες. Αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα στην ενήλικη ζωή να μην τολμάμε να πούμε τι χρειαζόμαστε και τι θέλουμε, να μην μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας.

 

Είναι λοιπόν τα «παραπανίσια» μας κιλά αποτέλεσμα ψυχολογικής ανεπάρκειας, έλλειψης αυτοπεποίθησης, αδυναμίας να διεκδικούμε, να απαιτούμε, να φροντίζουμε τον εαυτό μας; Σίγουρα όχι μόνο και όχι πάντα. Αυτή θα ήταν μια υπεραπλουστευμένη και γενικευμένη εξήγηση.

Καταρχήν είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε έναν διαχωρισμό, ανάμεσα στα λίγα ή περισσότερα παραπανίσια κιλά που μας ενοχλούν και στην παθολογική παχυσαρκία που βάζει σε κίνδυνο την υγεία μας. Και προσοχή, κριτήριο γι’ αυτό δεν είναι το λεγόμενο «ιδανικό βάρος» γιατί όλο και πιο πολλοί γιατροί προειδοποιούν, ότι το πάχοςαρχίζει να θεωρείται επικίνδυνο για την υγεία σε επίπεδα αρκετά πιο υψηλά απ’ αυτά που θεωρούνται αισθητικά αποδεκτά.

Ο δεύτερος διαχωρισμός είναι αυτός ανάμεσα στα παραπανίσια κιλά που θα θέλαμε να χάσουμε και τις σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές της βουλιμίας και της νευρικής ανορεξίας, στις οποίες το σωματικό βάρος και η αδυναμία αποκτούν χαρακτήρα εμμονής και η προσπάθεια απώλειας βάρους γίνεται ένας φαύλος κύκλος ανεξέλεγκτης λήψης τροφής και αποβολής της τροφής και των θερμίδων με κάθε είδους τεχνικές: εμετούς, λήψη καθαρτικών και διουρητικών, σωματική άσκηση μέχρι εξάντλησης και περιόδους σχεδόν απόλυτης νηστείας.

 

!! Προσοχή! Το «τα καταπίνω όλα και παχαίνω» κρύβει συχνά μια μεγάλη παρεξήγηση επειδή παραπέμπει σχεδόν αυτόματα στην εξής αντιδιαστολή-κλισέ: παχουλός- παθητικός-νωθρός- καλόβολος-καταπιεσμένος-αποτυχημένος σε αντίθεση με τον αδύνατο-δυναμικό-διεκδικητικό-επιθετικό-επιτυχημένο. Σε καμία περίπτωση ο δυναμισμός, η διεκδικητικότητα και η επιτυχία (π. χ. στη δουλειά) δεν είναι ταυτόσημη με την συναισθηματική πληρότητα και την πραγματική αυτοεκτίμηση. Ας μην ξεχνάμε ότι πάρα πολλοί άνθρωποι με πολύ σοβαρές διατροφικές διαταραχές έχουν ιδανικό σωματικό βάρος κι ένα «αξιοζήλευτο» προφίλ επιτυχημένου ανθρώπου. Στις περιπτώσεις αυτές θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει περισσότερο το «τα καταπίνω όλα και αδυνατίζω»!

 

 

Συνήθως το πώς παίρνουμε βάρος είναι μια σύνθετη διαδικασία στην οποία πολλοί παράγοντες παίζουν ρόλο.

 

Καταρχήν είναι, αποδεδειγμένα, τα γονίδια μας που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό μάλιστα με τις διατροφικές συνήθειες που κληρονομήσαμε μαζί με τα γονίδια από την οικογένεια μας, το πόσο και πώς τρώμε και παχαίνουμε.

 

Είναι οι πειρασμοί από την τεράστια ποικιλία πολύ ελκυστικών φαγητών που μας προκαλούν καθημερινά και μπορούμε να δοκιμάσουμε. Πόση αυτοπειθαρχία χρειάζεται για να αντισταθεί κανείς και να μην αγοράσει τα ψωμιά, τα τυριά, τις σοκολάτες, τα μπισκότα, τα αλλαντικά, τις κρέμες, τα παγωτά, τις πίτσες, τιςdelicatessen που συναντάμε παντού μπροστά μας!

 

Έπειτα είναι οι εκάστοτε δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις και το άγχος που μπορεί να έχουμε και που μας κάνουν πιο επιρρεπείς στις γρήγορες κι εύκολες απολαύσεις-παρηγοριές.

 

Και είναι φυσικά, η σχέση που έχουμε αναπτύξει με το σώμα μας, με την εμφάνιση μας. Και ας μην παρασυρόμαστε από γελοίες αντιλήψεις διαφημιστικού τύπου «αγαπώ το σώμα μου» που συνοδεύονται συνήθως από γυναίκες-μοντέλα που κοιτούν με λατρεία και χαμόγελο αυτοικανοποίησης το είδωλο τους στον καθρέφτη. Μια σχετικά ισορροπημένη σχέση με το σώμα μας δεν σημαίνει ότι δεν του βρίσκουμε ατέλειες, ότι δεν θα θέλαμε κατά καιρούς να μην έχουμε ή να έχουμε αυτό ή το άλλο ή στην ανάγκη να το ανταλλάξουμε εξ’ ολοκλήρου με ένα ωραιότερο, τουτέστιν τελειότερο.

Σημαίνει πολύ περισσότερο ότι κινούμαστε σχετικά άνετα μέσα σ’ αυτό, το φροντίζουμε ώστε να έχει σχετικά καλή υγεία, του επιτρέπουμε πότε-πότε να απολαμβάνει με σχετικά λίγες αναστολές, το κοιτάμε καμιά φορά με σχετική συμπάθεια στον καθρέφτη και το αφήνουμε ενίοτε στην ησυχία του. Γιατί τόσο πολλά «σχετικά»; Γιατί αν ζητάμε, στην εποχή του «είσαι αυτό που φαίνεσαι» την απόλυτη σχέση με το σώμα μας είναι σαν να κυνηγάμε την ουρά μας, την οποία φυσικά δεν πρόκειται να πιάσουμε ποτέ!

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ