Ρευματικές παθήσεις: Ένας στους 10 ενήλικες πάσχει απο κάποια ρευματική πάθηση

30 Ιουνίου 2016

Μύθοι και πραγματικότητα
 

 

Ανάμεσα στο ευρύ κοινό επικρατούν αρκετές λανθασμένες αντιλήψεις σε ό,τι αφορά τις ρευματικές παθήσεις. Το γεγονός αυτό ίσως να μην είχε ιδιαίτερη σημασία, αν δεν είχε πραγματικά  σημαντικές και πολυεπίπεδες προεκτάσεις και επιπτώσεις όχι μόνο στην έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των παθήσεων αυτών, αλλά και στη σωστή στάση της οικογένειας, του κοινωνικού περίγυρου και του εργασιακού περιβάλλοντος απέναντι στα άτομα που πάσχουν από κάποια ρευματική πάθηση. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η απομυθοποίηση των κυριότερων από τις λανθασμένες αυτές αντιλήψεις. 

 


Μύθος Νο 1: Οι ρευματικές παθήσεις είναι 2 ή 3

 

Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι οι ρευματικές παθήσεις είναι λίγες, 2 ή 3, δηλ. τα “αρθριτικά”, τα “ρευματικά” ή και τα “νευροαρθριτικά”. Η αλήθεια είναι ότι οι ρευματικές παθήσεις είναι πολλές, περίπου 200. Οι παθήσεις αυτές διακρίνονται σε οξείες, υποτροπιάζουσες και χρόνιες. Ορισμένες ρευματικές παθήσεις υποχωρούν με την κατάλληλη θεραπεία μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, είναι δηλ. οξείες παθήσεις.

Τέτοιες παθήσεις είναι για παράδειγμα ορισμένες παθήσεις εξωαρθρικού ρευματισμού, όπως οι τενοντοελυτρίτιδες, οι ενθεσοπάθειες, οι ορογονοθυλακίτιδες, το σύνδρομο του  καρπιαίου σωλήνα κ.ά. ʼλλες ρευματικές παθήσεις, όπως π.χ. οικρυσταλλογενείς αρθρίτιδες, η νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet κ.λπ., είναι υποτροπιάζουσες, διαρκούν δηλ. ένα χρονικό διάστημα, που κυμαίνεται από ημέρες μέχρι εβδομάδες ή μήνες, και υποχωρούν για να επανεμφανιστούν μετά από άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, που μπορεί να είναι ημέρες, εβδομάδες ή ακόμη και χρόνια.   

Οι περισσότερες όμως ρευματικές παθήσεις, όπως για παράδειγμα, η οστεοαρθρίτιδα, οι αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις, οι λεγόμενεςοροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες κ.λπ., διαρκούν χρόνια ή δια βίου, είναι δηλ. χρόνιες παθήσεις. Επιπλέον, οι ρευματικές παθήσεις είναι πολύ συχνές και μάλιστα από τις συχνότερες παθήσεις του ανθρώπου. Στην πρώτη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις στο γενικό πληθυσμό ενηλίκων της χώρας μας, που οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας, βρήκαμε ότι η συχνότητα του συνόλου των ρευματικών παθήσεων  ανέρχεται στο 26,9% των ενηλίκων της χώρας μας. Με άλλα λόγια 1 στους 4 Έλληνες ενήλικες παρουσιάζει κάποια ρευματική πάθηση.
 

Μύθος Νο 2: Οι ρευματικές παθήσεις είναι πρόβλημα των ηλικιωμένων

 

Είναι, επίσης, ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι τα “αρθριτικά” και τα “ρευματικά”, δηλ. οι ρευματικές παθήσεις, προσβάλλουν τις μεγάλες ηλικίες και ότι, επομένως, είναι κατ’ εξοχήν πρόβλημα των ηλικιωμένων. Στην πραγματικότητα, όμως, καμία ηλικία δεν είναι απρόσβλητη. Οι σοβαρότερες μάλιστα ρευματικές παθήσεις, όπως είναι οι αυτοάνοσες ρευματικές παθήσεις και οι οροαρνητικές σπονδυλαρθρίτιδες, όχι μόνο προσβάλλουν πιο συχνά τα νεαρά και τα μέσης ηλικίας άτομα, αλλά παρουσιάζονται ακόμη και στα παιδιά. 

Στην πρόσφατη πανελλήνια επιδημιολογική έρευνα για τις ρευματικές παθήσεις, που πραγματοποιήθηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Ρευματολογίας στο γενικό πληθυσμό, βρήκξαμε ότι πράγματι η συχνότητα των ρευματικών παθήσεων αυξάνει με την πρόοδο της ηλικίας. Ωστόσο, από το σύνολο των πασχόντων από ρευματικές παθήσεις το 67% είναι άτομα του εργατικού δυναμικού, δηλ. ηλικίας 19-65 ετών. 

Επιπλέον, βρήκαμε ότι οι ρευματικές παθήσεις, σε σύγκρισημε όλες τις άλλες ομάδες νοσημάτων, αποτελούν το το πιο συχνό αίτιο 5 δεικτών νοσηρότητας (χρόνιο πρόβλημα υγείας, μακροχρόνια λειτουργική ανικανότητα, βραχυχρόνιος περιορισμός δραστηριοτήτων, όπως απουσίες από την εργασία κ.λπ., επισκέψεις σε γιατρούς και χρήση φαρμάκων με συνταγή) στον εργαζόμενο πληθυσμό (άτομα ηλικίας 19-65 ετών), ενώ αποτελούν πρώτο αίτιο μόνο 2 δεικτών νοσηρότητας (χρόνιο πρόβλημα υγείας, μακροχρόνια λειτουργική ανικανότητα) σε άτομα ηλικίας 66 ετών και πάνω.

Και βέβαια το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι αυξάνει με την ηλικία και μάλιστα με μεγαλύτερο ρυθμό η νοσηρότητα που σχετίζεται με άλλες παθήσεις, όπως είναι π.χ. οι καρδιαγγειακές. Επομένως οι ρευματικές παθήσεις δεν είναι πρόβλημα μόνο των ηλικιωμένων αλλά όλων των ηλικιών και προπαντός είναι το σημαντικότερο πρόβλημα υγείας στον εργαζόμενο πληθυσμό (άτομα ηλικίας 19-65 ετών) και φυσικά είναι πρόβλημα του κοινωνικού συνόλου και των αρμόδιων φορέων της Πολιτείας, αφού πράγματι αποτελούν ένα τεράστιο πρόβλημα δημόσιας υγείας.  

 


Μύθος Νο 3:  Οι ρευματικές παθήσεις δεν αποτελούν σοβαρό πρόβλημα υγείας

 

Ο κόσμος πιστεύει ότι οι ρευματικές παθήσεις είναι μάλλον ελαφρές και όχι σοβαρές παθήσεις. Έτσι, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο οι ασθενείς με τέτοιες παθήσεις να μην αντιμετωπίζονται από πλευράς οικογενειακού και εργασιακού περιβάλλοντος με την απαραίτητη κατανόηση και συμπαράσταση, αλλά και συμβολή για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας τους. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένες ρευματικές παθήσεις είναι ελαφριάς βαρύτητας, άλλες είναι μέτριας και άλλες σοβαρής βαρύτητας. Αρκετές μάλιστα ρευματικές παθήσεις είναι από τις σοβαρότερες παθήσεις του ανθρώπου, όπως π.χ. ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και οι αγγειίτιδες, αλλά με τις σημερινές θεραπευτικές δυνατότητες είναι εφικτή η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και η επίτευξη πλήρους ελέγχου και ύφεσης των παθήσεων αυτών.  

 

Σε επιδημιολογικές μελέτες σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανόμενης και της Ελλάδος,  έχει διαπιστωθεί ότι οι ρευματικές παθήσεις, σε σύγκριση με όλες τις άλλες ομάδες παθήσεων, είναι το πιο συχνό χρόνιο πρόβλημα υγείας και το πρώτο αίτιο μακροχρόνιας λειτουργικής ανικανότητας, βραχυχρόνιου περιορισμού των δραστηριοτήτων (απώλεια ημερών εργασίας κ.λπ.) και επισκέψεων σε γιατρούς όχι μόνο στο σύνολο του γενικού πληθυσμού ενηλίκων, αλλά και στον εργαζόμενο πληθυσμό, δηλ. σε άτομα ηλικίας 19-65 ετών. Επίσης, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχει υπολογιστεί ότι το άμεσο κόστος (δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εργαστηριακών και απεικονιστικών εξετάσεων, χειρουργικών επεμβάσεων και βοηθητικών οργάνων) και το έμμεσο κόστος (απώλεια ημερών εργασίας) των ρευματικών παθήσεων ανέρχεται σε ετήσια βάση στο 2,5% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος.

 

Επομένως, οι ρευματικές παθήσεις ως σύνολο αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα και σοβαρότερα προβλήματα δημόσιας υγείας.

 


Μύθος Νο 4: Δεν μπορεί να γίνουν πολλά πράγματα για την αντιμετώπιση του πόνου και της λειτουργικής ανικανότητας που προκαλούν οι ρευματικές παθήσεις

 

Η αντίληψη ότι “τίποτε δεν μπορεί να γίνει για την αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων”, ότι δηλ. δεν υπάρχουν προληπτικά μέτρα και κυρίως ότι δεν υπάρχουν θεραπευτικές δυνατότητες για την αντιμετώπισή τους είναι ευρύτατα διαδεδομένη.  Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει ίαση για τις περισσότερες χρόνιες ρευματικές παθήσεις, πράγμα που συμβαίνει άλλωστε με όλες τις άλλες χρόνιες παθήσεις του ανθρώπου, όπως π.χ. την υπέρταση, το σακχαρώδη διαβήτη, τις καρδιαγγειακές παθήσεις κ.λπ.. Έτσι, είναι πιθανό να πιστεύετε ότι πολύ λίγα μπορεί να γίνουν για να σας βοηθήσουν σε σχέση με τη ρευματική σας πάθηση, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια.

 

Βελτίωση τόσο του πόνου όσο και της λειτουργικής ικανότητας μπορεί να επιτευχθεί σε κάθε ασθενή με ρευματική πάθηση, ενώ σχεδόν σε όλους τους ασθενείς με σοβαρές ρευματικές παθήσεις, όπως είναι π.χ. η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, οι αγγειίτιδες κ.λπ., μπορεί να επιτευχθεί έλεγχος και καταστολή των κλινικών τους εκδηλώσεων, δηλ. των συμπτωμάτων και σημείων, αναστολή των καταστροφικών αλλοιώσεων στις αρθρώσεις, αποκατάσταση των βλαβών σε άλλα όργανα και ύφεση των παθήσεων αυτών χάρις στις σύγχρονες θεραπευτικές δυνατότητες. Η ύφεση μιας πάθησης ισοδυναμεί πρακτικά με ίαση, αφού η πάθηση έχει πια σταματήσει, δεν προκαλεί πόνο ή κινητικές λειτουργικές διαταραχές και δεν απειλεί την ακεραιότητα των αρθρώσεων ή άλλων οργάνων που είχαν προσβληθεί πριν από την έναρξη της θεραπείας, ενώ δεν θα προσβάλλει πλέον άλλες αρθρώσεις ή όργανα. Η ύφεση μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστο με την προϋπόθεση της συνεχούς και μακροχρόνιας εφαρμογής του θεραπευτικού προγράμματος υπό την παρακολούθηση του θεράποντος γιατρού ρευματολόγου.

 

Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων υπάρχουν σήμερα τέτοιες δυνατότητες, οι οποίες πριν από 25 χρόνια αποτελούσαν απλώς ένα όνειρο.

 

Δρ Αλέξανδρος Ανδριανάκος, Ρευματολόγος

Α.Ε. Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόεδρος Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας

 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ