Συναισθηματική ανταπόκριση: Το κλειδί για να ξαναβρεί το ζευγάρι την αγάπη

4 Ιουλίου 2016

Ο Τιμ και Η Σαρα κάθονται στο γραφείο μου. Ο Τιμ δεν πολυκαταλαβαίνει γιατί βρίσκεται εδώ. Το μόνο που ξέρει είναι ότι είχαν έναν καβγά τρικούβερτο με τη Σάρα. Τον κατηγορεί ότι την αγνόησε σε ένα πάρτι και απειλεί να πάρει το παιδί τους και να πάει στην αδελφή της. Εκείνος δεν καταλαβαίνει. Έχουν έναν καλό γάμο. Η Σάρα απλώς είναι «πολύ ανώριμη» και «περιμένει πολλά». Δεν μπορεί να καταλάβει πόσο πιέζεται στη δουλειά του και ότι δεν μπορεί πάντα να θυμάται ότι «οι καρδούλες και τα λουλουδάκια είναι κύρια συστατικά ενός γάμου».

Γράφει η Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας Dr Sue Johnson 

Mετάφραση, επιστημονική επιμέλεια κειμένου Ρίτα Βεντούρα 

Μ.Α. ΕCP, ψυχοθεραπεύτρια, προσωποκεντρική εκπαιδεύτρια καιπιστοποιημένη EFT επόπτρια.

0 Τιμ στριφογυ­ρίζει στην καρέκλα του και κοιτάζει έξω από το παράθυρο με μια έκφραση που λέει: «Μα με τέτοια γυναίκα, τι άλλο να κάνεις;»

Τα παράπονα του Τιμ ξυπνούν τη Σάρα από τη χαύνωση. Ανα­κοινώνει. σε καυστικό τόνο, ότι ο Τιμ δεν είναι τόσο έξυπνος όσο νομίζει. Του λέει, επί λέξει, ότι είναι «επικοινωνιακά ηλίθιος» με «μηδέν προσόντα». Η λύπη της όμως ξεχειλίζει και ψιθυρίζει, με φωνή που μόλις ακούγεται, ότι ο Τιμ είναι «πέτρα» που της γυρ­νάει την πλάτη την ώρα που εκείνη «πεθαίνει». Δεν έπρεπε να τον είχε παντρευτεί ποτέ. Και κλαίει.

Πώς έφτασαν σε αυτό το σημείο; Η Σάρα, μια μικροκαμωμένη μελαχρινή γυναίκα, και ο Τιμ ένας καλοβαλμένος νέος άνδρας.

είναι παντρεμένοι τρία χρόνια. Στη δουλειά τους ήταν καλοί συ­νάδελφοι και είναι ευτυχισμένοι σύντροφοι, ενώ ταιριάζουν και σε ικανότητες και ενέργεια. Έχουν αποκτήσει ένα καινούργιο σπίτι και μια κορούλα δεκαοκτώ μηνών, για τη φροντίδα της οποίας η Σάρα έχει πάρει άδεια από τη δουλειά της. Και τώρα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ανταλλάσσουν επιχειρήματα.

«Αυτό που ακούω όλη την ώρα είναι ότι επιστρέφω στο σπίτι πολύ αργά και ότι δουλεύω πάρα πολύ», λέει ο Τιμ με απόγνω­ση. «Μα. για μας δουλεύω, το ξέρεις». Η Σάρα μουρμουρίζει ότι δεν υπάρχει «μας». «Λες ότι δεν με ξέρεις πια», συνεχίζει ο Τιμ. «Αυτό σημαίνει αγάπη μεταξύ ενηλίκων: Να κάνουμε παραχωρή­σεις και να είμαστε φιλαράκια».

Η Σάρα δαγκώνει τα χείλη της και απαντά: «Δεν πήρες πο­τέ άδεια για να βρεθείς μαζί μου· ούτε καν τότε που απέβαλα. Τα πάντα για σένα είναι συμφωνίες και παραχωρήσεις...» Κου­νάει το κεφάλι της. «Νιώθω τόσο απελπισμένη, όταν δεν μπορώ να σε προσεγγίσω. Δεν ένιωσα ποτέ τόση μοναξιά- ούτε καν όταν ζούσα μόνη μου».

Το μήνυμα της Σάρας είναι επείγον, αλλά ο Τιμ δεν το πιά­νει. Τη βρίσκει «πολύ συναισθηματική». Όμως αυτό ακριβώς εί­ναι το επίμαχο σημείο. Ποτέ δεν είμαστε πιο συναισθηματικοί από ό,τι τη στιγμή που απειλείται η πρωταρχική ερωτική μας σχέση. Η Σάρα χρειάζεται απεγνωσμένα να επανασυνδεθεί με τον Τιμ. 0 Τιμ είναι απελπισμένος, φοβάται ότι έχει χάσει την επαφή του με τη Σάρα — ο συναισθηματικός δεσμός είναι σημαντικός και για εκείνον. Η ανάγκη του όμως για σχέση έχει καλυφθεί από κουβέ­ντες για παραχωρήσεις και απαίτηση ωριμότητας. Προσπαθεί να ακυρώσει αυτό που απασχολεί τη Σάρα ώστε να κρατήσει τα πά­ντα «ήσυχα και στη θέση τους». Θα μπορέσουν να «ακούσουν» συναισθηματικά ο ένας τον άλλον ξανά; Θα μπορέσουν να ξανασυντονιστούν; Πώς μπορώ να τους βοηθήσω;

Η κατανόηση του πώς μπορεί κανείς να βοηθήσει ζευγάρια σαν τη Σάρα και τον Τιμ ήρθε σιγά σιγά. Γνώριζα ότι το να ακούς προσε­κτικά και να διερευνάς ορισμένα βασικά συναισθήματα ήταν ένας τρόπος που θα μπορούσε να βοηθήσει την αλλαγή των ατόμων που έρχονταν να με συμβουλευτούν. Έτσι, όταν ξεκίνησα να δουλεύω με ζευγάρια που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη σχέση τους, κάτι ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα στο Βανκούβερ του Καναδά, αρχές του 1980, άρχισα ν’ ακούω τα ίδια ακριβώς συναισθήματα και τη μουσική τους, που συνόδευε τον χορό των δύο συντρόφων. Οι συ­νεδρίες έμοιαζαν να ταλαντεύονται μεταξύ συναισθηματικού χάους και σιωπής. Πολύ σύντομα άρχισα να περνώ όλα μου τα πρωινά στη Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου ψάχνοντας για οδηγίες, για κά­ποιον μπούσουλα στο δράμα που έβλεπα να παίζεται στο γραφείο μου. Ως επί το πλείστον, το υλικό που έβρισκα έλεγε ότι η αγάπη δεν είχε νόημα ή ήταν αδύνατον να την καταλάβεις, ιδιαίτερα τα δυνατά συναισθήματα, τα οποία είναι προφανώς επικίνδυνα και είναι προτιμότερο να τα αφήνει κανείς στην ησυχία τους. Το να προσφέρεις ενορατικές εξηγήσεις στα ζευγάρια, όπως πρότειναν τα βιβλία, εξηγήσεις του τύπου «οι σχέσεις με τους συντρόφους μας επαναλαμβάνουν τις σχέσεις που είχαμε με τους γονείς μας», δεν έδειχνε να αλλάζει τίποτε. Οι προσπάθειές μου να βοηθήσω ζευγάρια να ασκηθούν σε δεξιότητες επικοινωνίας προκάλεσαν το σχόλιο ότι αυτές οι ασκήσεις δεν έφταναν στην καρδιά του προ­βλήματος. Έχαναν την ουσία.

Αποφάσισα ότι είχαν δίκιο — και ότι και εγώ, με κάποιον τρό­πο, έχανα την ουσία. Από την άλλη ήμουν γοητευμένη, τόσο γοη­τευμένη, που καθόμουν και έβλεπα ώρες ατέλειωτες, ξανά και ξα­νά, τις βιντεοσκοπήσεις των συνεδριών. Αποφάσισα ότι θα συνέχι­ζα να τις βλέπω μέχρι να καταλάβω τι γινόταν λάθος σε αυτά τα ερωτικά δράματα· μέχρι να μπορέσω ίσως να καταλάβω τι σημαίνει έρωτας και τι αγάπη! Τελικά άρχισα να διαμορφώνω μια εικόνα για όλα αυτά.

Θυμήθηκα ότι τίποτε δεν φέρνει τόσο κοντά τους ανθρώπους όσο ένας κοινός εχθρός. Συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να βοη θήσω τα ζευγάρια να δουν ως εχθρό τα αρνητικά μοτίβα των διαδράσεών τους —τους Δαιμονικούς τους Διαλόγους- και όχι ο ένας τον άλλον. Ξεκίνησα μέσα στις συνεδρίες να ανακεφαλαιώνω το σύνολο των συζητήσεων μεταξύ τους, βοηθώντας τους να συνειδη­τοποιήσουν τον φαύλο κύκλο στον οποίο έμπαιναν, παρά να εστιά­ζω και να αντιδρώ μόνο στην τελευταία κουβέντα που άκουγα. Εάν το συγκρίνουμε με το τένις, είναι σαν να μπορούμε να δούμε ολόκληρο τον αγώνα και όχι μόνο το σερβίς ή την τελευταία μπα­λιά καθώς περνάει από το δίχτυ. Οι πελάτες άρχισαν να αντιλαμ­βάνονται ολόκληρο τον διάλογο, να καταλαβαίνουν ότι αυτός είχε ξεχωριστή οντότητα και πως, εντέλει, τους πλήγωνε και τους δύο. Αλλά γιατί αυτά τα μοτίβα ήταν τόσο δυνατά; Γιατί ήταν τόσο ακαταμάχητα και τόσο οδυνηρά; Ακόμη και όταν και οι δύο σύ­ντροφοι αναγνώριζαν πόσο κακό τους έκαναν, αυτοί οι διάλογοι συνέχιζαν να επαναλαμβάνονται. Φαινόταν λες και οι σύντροφοι έβρισκαν εμπόδιο στα συναισθήματά τους, ακόμη και όταν κατα­λάβαιναν τα μοτίβα τους και πόσο αυτά τους εγκλώβιζαν. Γιατί ήταν άραγε αυτά τα συναισθήματα τόσο ισχυρά;

Καθόμουν και παρατηρούσα ζευγάρια όπως η Τζέιμι και ο Χιουγκ. Όσο πιο πολύ θύμωνε η Τζέιμι τόσο περισσότερο ασκού­σε κριτική στον Χιουγκ και τόσο πιο σιωπηλός γινόταν εκείνος. Έπειτα από πολλές ευγενικές ερωτήσεις, μου είπε ότι, μέσα σε αυτή τη σιωπή, ένιωθε «ηττημένος» και «λυπημένος». Η λύπη μάς προκαλεί πένθος· έτσι, ο Χιουγκ, μέσα στη σιωπή του, πενθούσε τον γάμο του. Και, φυσικά, όσο περισσότερο κλεινόταν ο Χιουγκ τόσο περισσότερο η Τζέιμι απαιτούσε να εισχωρήσει στον κόσμο του. Το θυμωμένο της παράπονο ήταν αποτέλεσμα της σιωπηλής του ήτ­τας, η οποία ήταν αποτέλεσμα των θυμωμένων της απαιτήσεων. Γύριζαν γύρω γύρω και παρέμεναν κολλημένοι στο ίδιο σημείο.

Όταν επιβραδύναμε τη «δίνη» αυτών των περιστροφικών χο­ρών, ηπιότερα συναισθήματα όπως λύπης, φόβου, αμηχανίας ή ντροπής πάντοτε έκαναν την εμφάνισή τους. Συζητώντας για αυ­τά τα συναισθήματα, πιθανόν και πρώτη φορά και βλέποντας πώς το μοτίβο τους εγκλώβιζε και τους δύο, η Τζέιμι και ο Χιουγκ κατάφεραν να νιώσουν μεγαλύτερη ασφάλεια ο ένας με τον άλλον. Η Τζέιμι δεν φαινόταν τόσο επικίνδυνη, όταν ήταν σε θέση να πει στον Χιουγκ πόσο μόνη ένιωθε. Εδώ δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχει φταίχτης. Άρχισαν να μιλάνε με νέο τρόπο και ο ρυθμός ανάμεσα στις μομφές της μίας και τις σιωπές του άλλου άρχισε να επιβραδύνεται. Οταν άρχισαν να μοιράζονται πιο ήπια συναι­σθήματα, ξεκίνησαν να βλέπουν ο ένας τον άλλον διαφορετικά. Η Τζέιμι παραδέχτηκε ότι «Δεν είχα ποτέ πλήρη εικόνα. Αυτό που ήξερα ήταν ότι δεν τον ένιωθα κοντά μου. Τον έβλεπα αδιάφο­ρο. Τώρα καταλαβαίνω πως απέφευγε τα πυρά μου και προσπα­θούσε να με καθησυχάσει. Πυροβολούσα όταν ένιωθα απελπισμέ­νη και όταν δεν κατάφερνα να έχω με άλλον τρόπο κάποια αντί­δρασή του».

Είχα αρχίσει να βρίσκω κάποια κατεύθυνση στη θεραπευτική μου πρακτική. Τα ζευγάρια ήταν πιο ευγενικά μεταξύ τους. Το δράμα των οδυνηρών συναισθημάτων δεν φαινόταν πια τόσο κα­ταλυτικό. Τα επαναλαμβανόμενα αρνητικά μοτίβα φαινόταν ότι ξεκινούσαν, όταν ο ένας από τους συντρόφους ένιωθε ότι δεν μπο­ρούσε να κάνει ασφαλή σύνδεση. Αυτή ακριβώς τη στιγμή άρχιζε ένας Δαιμονικός Διάλογος. Όταν το ζευγάρι συνειδητοποιούσε ότι και οι δύο ήταν θύματα αυτού του διαλόγου και μπορούσαν να αποκαλύψουν περισσότερο τους εαυτούς τους, να πάρουν το ρίσκο της ανταλλαγής βαθύτερων συναισθημάτων, τότε οι συγκρούσεις καταλάγιαζαν και μπορούσαν να αισθανθούν πιο κοντά μεταξύ τους. Τότε όλα ήταν μια χαρά! Ήταν όμως;

Τα ζευγάρια μου μου έλεγαν «όχι». Η Τζέιμι, για παράδειγ­μα, μου είπε: «Είμαστε πιο καλοί μεταξύ μας και καβγαδίζουμε λιγότερο. Όμως μου φαίνεται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει στ’ αλή­θεια. Εάν σταματήσουμε να ερχόμαστε εδώ, θα ξαναρχίσουν όλα από την αρχή. Το ξέρω ότι έτσι θα γίνει». Και άλλοι μού έλεγαν το ίδιο πράγμα. Ποιο ήταν λοιπόν το πρόβλημα; Όταν ξανακοίτα­ξα τις βιντεοσκοπήσεις, είδα ότι τα πιο βαθιά συναισθήματα, όπως της θλίψης και του άκρατου «τρόμου», όπως είπε κάποιος πελά­της, δεν είχαν ακόμη δουλευτεί. Οι πελάτες μου ακόμη φοβό­ντουσαν τον ίσκιο τους.

Τα συναισθήματα είναι έννοια συναφής με τη συγκίνηση, την εσωτερική κίνηση που μας προκαλούν τα συναισθήματά μας και την εσωτερική κίνηση που αισθανόμαστε, όταν αγαπημένα μ πρόσωπα μας δείχνουν τα βαθύτερά τους συναισθήματα. Εάν επρό- κειτο δύο σύντροφοι να επανασυνδεθούν, θα χρειαζόταν πράγματι να αφήσουν τα συναισθήματά τους να τους κινήσουν προς νέους τρόπους ανταπόκρισης μεταξύ τους. Οι πελάτες μου θα έπρεπε να πάρουν ρίσκα, να δείξουν τις πιο ευαίσθητες πλευρές του εαυτού τους, τις πλευρές που είχαν μάθει να κρύβουν όταν βρίσκονταν σε Δαιμονικό Διάλογο. Παρατήρησα ότι, όταν οι πιο εσωστρεφείς από τους δυο συντρόφους κατόρθωναν να αποκαλύψουν ότι φοβούνταν την απώλεια και την απομόνωση, τότε μπορούσαν να ομολογήσουν και την επιθυμία τους για φροντίδα και σύνδεση. Αυτή η αποκά­λυψη «συν-κινούσε» τους συντρόφους που έκαναν επιπλήξεις προς τρυφερότερη απόκριση και ομολογία των δικών τους αναγκών, των δικών τους φόβων. Ήταν λες και οι δύο ξαφνικά να έρχονταν πρό­σωπο με πρόσωπο, ευάλωτοι αλλά δυνατοί, και να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον.

Στιγμές συναρπαστικού δράματος. Άλλαζαν τα πάντα και ξε­κινούσε ένα νέο θετικό σπιράλ αγάπης και σύνδεσης. Τα ζευγάρια μού έλεγαν ότι αυτές οι στιγμές άλλαζαν τη ζωή τους. Όχι μόνο μπορούσαν να φύγουν από τους Δαιμονικούς Διαλόγους, αλλά μπο­ρούσαν και να κινηθούν προς μια νέου τύπου ανταπόκριση αγά­πης με ασφάλεια και εγγύτητα. Μπορούσαν τότε να μιλήσουν αλ­λιώς μεταξύ τους, να σχετιστούν με νέο τρόπο, σε ατμόσφαιρα άνετης συνεργασίας, να φροντίσουν τη σχέση τους και να προφυ- λάξουν τη νέα τους οικειότητα. Ακόμα όμως δεν είχα ακριβώς κα­ταλάβει γιατί αυτές οι στιγμές ήταν τόσο έντονες!

Αυτή η σειρά των ανακαλύψεων μου φάνηκε τόσο συναρπα­στική, που έπεισα τον καθηγητή Les Greenberg, ο οποίος επέβλε­πε το μεταπτυχιακό μου, να κάνουμε μια πρώτη μελέτη για να δοκιμάσουμε αυτή την προσέγγιση και να την ονομάσουμε Emo­tionally Focused Therapy [(EFT) Συγκινησιακά Εστιασμένη Θερα­πεία]. Θέλαμε να τονίσουμε πως μερικά συναισθηματικά ερεθί­σματα ήταν ικανά να αλλάξουν τον δεσμό μεταξύ συντρόφων. Η πρώτη μελέτη επιβεβαίωσε την ελπίδα μου ότι αυτός ο τρόπος δουλειάς με τις σχέσεις όχι μόνο βοηθούσε τους ανθρώπους να βγουν από τις αρνητικές τους συνήθειες, αλλά φαινόταν να δη­μιουργεί και νέα αίσθηση δεσμού αγάπης μεταξύ τους.

Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια οι συνεργάτες μου και εγώ κάναμε όλο και περισσότερες μελέτες πάνω στο μοντέλο EFT. Βρή καμε ότι βοηθούσε πάνω από το 85% των ζευγαριών, που έρχο­νταν σ’ εμας, να κάνουν σημαντικές αλλαγές στη σχέση τους, οι οποίες φαίνονταν να αντέχουν στον χρόνο, ακόμη και ζευγάρια που αντιμετώπιζαν δοκιμασίες τρομακτικού στρες, όπως, για πα­ράδειγμα, ένα παιδί με σοβαρή χρόνια ασθένεια. Βρήκαμε ότι το EFT έφερνε αποτελέσματα σε φορτηγατζήδες και δικηγόρους, σε ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους, σε ζευγάρια από διαφορε­τικούς πολιτισμούς, σε ζευγάρια όπου οι γυναίκες αποκαλούσαν τους άνδρες τους «ανέκφραστους» και οι άνδρες τις γυναίκες τους «θυμωμένες» και «απαράδεκτες». Σε αντίθεση με άλλες προσεγ­γίσεις θεραπείας ζευγαριών, το επίπεδο δυσαρέσκειας του ζευγα­ριού όταν ερχόταν για θεραπεία δεν επηρέαζε και πολύ το επίπε­δο ικανοποίησης που ένιωθε στο τέλος της θεραπείας. Γιατί όμως; Ήθελα να το καταλάβω* υπήρχαν, ωστόσο, και άλλοι γρίφοι που έπρεπε να λύσω πριν.

Ποιο ήταν λοιπόν το βαθύτερο κίνητρο όλου αυτού του συναι­σθηματικού δράματος; Γιατί οι Δαιμονικοί Διάλογοι ήταν τόσο συ­νηθισμένοι και τόσο ισχυροί; Γιατί αυτές οι στιγμές συναισθημα­τικής επαφής μεταμόρφωναν τις σχέσεις; Ήταν σαν να είχα βρει έναν δρόμο σε μια άγνωστη χώρα, δεν είχα όμως ακόμη χάρτη, δεν ήξερα ακόμα ακριβώς που ήμουν. Είχα δει ζευγάρια στα πρό­θυρα διαζυγίου να ξαναερωτεύονται, είχα μάλιστα βρει έναν τρό­πο να ενθαρρύνω και να κατευθύνω αυτή την τάση. Απαντήσεις όμως στα ερωτήματα ακόμα δεν είχα.

Καμιά φορά, κάτι ασήμαντο καταλήγει να καθορίσει τη ζωή μας, τη ζωή ερωτευμένων ζευγαριών, τη ζωή θεραπευτών και ερευ­νητών που αγωνίζονται να καταλάβουν κάτι, όπως εγώ. Κάποια απροσδόκητη στιγμή που ένας συνάδελφός μου αναρωτήθηκε «Αν υποθέσουμε ότι οι ερωτικές σχέσεις δεν είναι συμβόλαια, δεν εί­ναι εμπορικές συμφωνίες με κέρδη και ζημιές, τότε τι είναι;», εγώ άκουσα τον εαυτό μου να λέει απλά: «Μα είναι συναισθηματικοί δεσμοί... Στον έρωτα δεν υπάρχει υπολογισμός, δεν γίνονται πα­ζάρια. Είναι μια συναισθηματική ανταπόκριση». Και ξαφνικά στη σκέψη μου ανοίχτηκε ένας καινούργιος κόσμος.

Έπιασα και ξανακοίταξα τις βιντεοσκοπήσεις μου, προσέχο­ντας ιδιαίτερα τις ανάγκες και τους φόβους για τους οποίους μι­λούσαν οι άνθρωποι. Κοίταξα πάλι αυτές τις δραματικές στιγμές που μεταμόρφωναν τις σχέσεις. Δεν έβλεπα τίποτε άλλο παρά συ­ναισθηματικούς δεσμούς! Τώρα καταλάβαινα. Έβλεπα τη συναι­σθηματική ανταπόκριση που περιέγραφε ο John Bowlby ως τη βά­ση τού να αγαπά κανείς και να αγαπιέται. Πώς μου διέφευγε τό­σον καιρό; Ήταν επειδή είχα διδαχτεί ότι αυτός ο δεσμός τελειώ­νει με την παιδική ηλικία. Αυτός όμως ήταν ο χορός της αγάπης μεταξύ ενηλίκων. Έτρεξα σπίτι μου να γράψω και να προσθέσω κι αυτή την ιδέα στη δουλειά μου με τα ζευγάρια.

Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού (attachment theory) μου έδωσε απάντηση στα τρία ερωτήματα που με βασάνιζαν. Μου εί­πε, πολύ απλά, ότι:

  1. Τα δυνατά συναισθήματα που αναδύονταν στις συνεδρίες με τους πελάτες μου δεν ήταν παράλογα. Είχαν απόλυτο νόημα. Οι σύντροφοι, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ενεργούσαν σαν να πάλευαν για την ίδια τους τη ζωή, διότι ακριβώς αυτό έκαναν. Η απομόνωση και η εν δυνάμει απώλεια κάποιου δεσμού αγάπης είναι κωδικοποιημένη από τον ανθρώπινο εγκέφαλο ως αντίδραση στον πρωταρχικό/αρχέγονο πανικό. Η ανάγκη για ασφαλή συναισθη­ματικό δεσμό με μερικούς αγαπημένους ανθρώπους είναι εγγε­γραμμένη στον ανθρώπινο εγκέφαλο εδώ και εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης. Σύντροφοι που περνούν δύσκολες στιγμές πιθανόν να χρησιμοποιούν διαφορετικά λόγια, πάντα όμως κάνουν την ίδια βασική ερώτηση: «Είσαι διαθέσιμος; Έχω σημασία για σένα; Όταν σε χρειαστώ, όταν σε φωνάξω, θα έρθεις;» Η αγάπη είναι ο κα­λύτερος μηχανισμός επιβίωσης και είναι τρομακτικό να νιώσεις ξαφνικά αποκομμένος συναισθηματικά από τον σύντροφό σου, αποσυνδεδεμένος. Πρέπει να επανασυνδεθούμε, να μιλήσουμε για τις ανάγκες μας με τέτοιον τρόπο ώστε να κινητοποιηθεί ο/η σύ­ντροφός μας και να ανταποκριθεί. Αυτή η λαχτάρα για συναισθη­ματικό δεσμό με τους κοντινούς μας ανθρώπους είναι η κατεξο- χην συναισθηματική προτεραιότητα, επισκιάζει ακόμη και την ανά­γκη για τροφή ή για σεξ. Το δράμα του έρωτα συνδέεται με την ανάγκη για ασφαλή συναισθηματικό δεσμό, απαράβατο όρο επι­βίωσης από την πρώτη μέρα της ζωής μας ώς την τελευταία. Ένας δεσμός αγάπης είναι η μόνη φυσική ασφάλεια που διαθέτουμε.
  1. Αυτά τα συναισθήματα και η ανάγκη για συναισθηματικό δεσμό ήταν η βάση για αρνητικές αλληλεπιδράσεις όπως οι Δαι­μονικοί Διάλογοι. Τώρα καταλάβαινα γιατί αυτά τα μοτίβα ήταν τόσο πιεστικά και ατελείωτα. Όταν ο ασφαλής δεσμός πάει να χαθεί, οι σύντροφοι μπαίνουν σε κατάσταση «μάχης ή φυγής». Επιρρίπτουν ευθύνες και γίνονται επιθετικοί για μια ανταπόκρι­ση, μια οποιαδήποτε ανταπόκριση· ή κλείνονται στον εαυτό τους και προσπαθούν να αδιαφορήσουν. Είναι και οι δυο τρομοκρα­τημένοι* απλώς το αντιμετωπίζουν διαφορετικά. Το πρόβλημα εί­ναι ότι, όταν ξεκινάει ο φαύλος κύκλος του «κατηγορώ - απομα­κρύνομαι», όλοι οι φόβοι επιβεβαιώνονται και προστίθενται στην αίσθηση μοναξιάς. Επιταγές των συναισθημάτων, παλιές όσο και ο χρόνος, επιβάλλουν αυτόν τον χορό* και η λογική δεν τον αλλά­ζει. Οι περισσότερες αλληλοκατηγορίες σε αυτούς τους διαλόγους είναι απελπισμένες κραυγές για επανασύνδεση, διαμαρτυρίες κα­τά της αποσυνδεσης. Και κατευνάζουν μόνο όταν ο ένας από τους δύο πλησιάσει συναισθηματικά, με διάθεση ν’ αγκαλιάσει, να κα­θησυχάσει. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Εάν αυτή η επανασύνδεση δεν γίνει, ο αγώνας θα συνεχιστεί. 0 ένας σύντροφος θα προσπαθεί με μανία να αποσπάσει την ανταπόκριση του άλλου. Ο άλλος, ακού- γοντας ότι έχει αποτύχει στην αγάπη, θα παγώσει. Ακινησία μπρο­στά στον κίνδυνο είναι η βιολογικά εγγεγραμμένη στάση απένα­ντι στην ανημπόρια.

Οι κομβικές στιγμές της αλλαγής στη θεραπεία EFT, ήταν εκείνες στις οποίες εξασφαλιζόταν ο δεσμός. Σε αυτές τις στιγμές, του σταθερού συντονισμού και της επαφής, και οι δύο σύντροφοι μπορούν να ακούσουν την απελπισμένη φωνή του άλλου για επαφή και να τον/την ησυχάσουν με τη φροντίδα τους, φτιάχνοντας έναν δεσμό που μπορεί να αντέξει τις διαφορές, τις πληγές και τη δοκι­μασία του χρόνου. Αυτές οι στιγμές διαμορφώνουν ασφαλή σύνδε­ση και αυτό αλλάζει τα πάντα. Στην ερώτηση «Είσαι διαθέσιμος;» απαντούν καταφατικά και καθησυχάζουν τον/την άλλον/η. Από τη στιγμή που οι σύντροφοι αναγνωρίζουν την αμοιβαία τους ανάγκη να προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, κάθε δοκιμασία που αντιμετω­πίζουν μαζί κάνει την αγάπη τους ακόμη πιο δυνατή. Δεν χρειάζε­ται να αναρωτηθεί κανείς γιατί αυτές οι στιγμές, όταν συμβαίνουν με βάση το μοντέλο EFT, ξεκινούν μία νέα κίνηση εμπιστοσύνης και επαφής στα ζευγάρια. Δεν είναι επίσης παράξενο που και ως άτομα ενισχύονται. Εάν ξέρεις ότι ο αγαπημένος σου είναι διαθέ­σιμος και θα τρέξει όταν το ζητήσεις, είσαι πιο σίγουρος για την προσωπική σου αξία. Και ο κόσμος γίνεται λιγότερο απειλητικός, όταν μπορείς να υπολογίζεις σε κάποιον και δεν είσαι μόνος.

Με την πρώτη μελέτη του μοντέλου EFT, ήξερα ότι είχα βρει μια δίοδο που θα οδηγούσε τα ζευγάρια από απελπισμένη δυστυ­χία σε πιο ευτυχισμένη επαφή. Από τη στιγμή, όμως, που είδα ότι όλες οι διαφορές και τα δράματα περιστρέφονταν γύρω από θέ­ματα επαφής και ασφάλειας, κατάλαβα ότι είχα πια χαρτογραφή­σει τους τόπους του έρωτα και μπορούσα πια συστηματικά να σχε­διάσω τη διαδρομή ενός ταξιδιού προς την εξαιρετική ψυχική επα­φή της αγάπης.

Οι συνεδρίες μου με τα ζευγάρια αμέσως άλλαξαν. Καθώς πα­ρατηρούσα τους συντρόφους να απαιτούν και να υποχωρούν, έβλε­πα στην πράξη τις έννοιες του Bowlby για το άγχος του αποχωρι­σμού. Κάποιοι σύντροφοι φώναζαν όλο και πιο δυνατά για να κά­νουν τον άλλο να τους προσέξει, άλλοι ψιθύριζαν όλο και πιο σι­γά, για να μην διαταράξουν την «ηρεμία». Άκουσα συντρόφους παγιδευμένους στους Δαιμονικούς Διαλόγους να μιλάνε τη γλώσσα του συναισθηματικού δεσμού. Απεγνωσμένη ανάγκη για συναισθη­ματική ανταπόκριση που καταλήγει σε κατηγορητήριο, και ένας απεγνωσμένος φόβος απόρριψης και απώλειας που καταλήγει σε απόσυρση — αυτή ήταν η «σκαλωσιά» που στήριζε τις αέναες συ­γκρούσεις. Μου ήταν τώρα πιο εύκολο να συντονιστώ με τα συναι­σθήματα των συντρόφων. Καταλάβαινα πόσο επείγοντα ήταν. Κα­θώς έδειχνα την καινούργια μου κατανόηση στα ζευγάρια, τοποθε­τώντας τα συναισθήματά τους, τις ανάγκες τους, τους ατελείωτους καβγάδες τους σε πλαίσιο συναισθηματικού δεσμού και καθοδη­γώντας τους προς στιγμές επαφής, μου είπαν πως αυτό τους ταί­ριαζε.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ