Η ανορεξία και η αναστολή της σεξουαλικότητας- Αληθινές ιστορίες

4 Ιουλίου 2016

ΑΚΡΑΙΑ ΑΝΟΡΕΞΙΑ

Γράφει ο ψυχίατρος Παύλος Σακκάς 

Η πρώτη μου εμπειρία με την ψυχογενή ανορεξία ως ψυχίατρος, ήταν αρκετά ανορθόδοξη. Επρόκειτο για έναν νέο άνδρα και όχι κοπέλα όπως θα περίμενε κανείς. Ο νέος αυτός ήταν εξαιρετικά αδύνατος, θυμίζοντας εικόνες από τη γερμανική κατοχή. Το βάρος του ήταν πολύ κάτω του 80% του ιδανικού για το ύψος του, αλλά το εντυπωσιακό για τον άπειρο ψυχίατρο που ήμουν τότε, ήταν η αδυναμία του ασθενούς, να αντιληφθεί το πόσο αδύνατος ήταν. Ενώ ήταν ένας έξυπνος νεαρός, με εξαιρετική κρίση και αντίληψη, που μπορούσε να συζητήσει ευχάριστα, για διάφορα θέματα γενικού ενδιαφέροντος, εντούτοις όταν γινόταν αναφορά για το βάρος του, είχε κανείς την εντύπωση ότι μιλούσε σε τοίχο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν αδύνατος. Και έτσι, ενώ όλοι δίπλα του είχαν καταληφθεί από την αγωνία για το μέλλον της σωματικής του υγείας, φοβούμενοι το χειρότερο, εκείνος αντιμετώπιζε την κατάσταση με μια μακαριότητα, η οποία αν μη τι άλλο, ήταν «ψυχοπροφυλακτική» για τον ίδιο.

Θυμάμαι ότι περιμέναμε τα μεσημέρια με ανυπομονησία, τα αποτελέσματα των βιοχημικών εξετάσεων και ιδιαίτερα των επιπέδων των ηλεκτρολυτών, προκειμένου να αποφασίσουμε, αν θα του βάζαμε ενδοφλέβιους ορούς και παρεντερική σίτιση. Εκείνος αντίθετα, ήταν νηφάλιος, απορούσε μάλιστα με την αγωνία μας και μας απέδιδε προθέσεις υπερπροστασίας. ΙΥ αυτό άλλωστε και αρνιόταν πεισματικά, να αποδεχθεί να λάβει ορούς και έτσι το ενδεχόμενο αυτό απέμενε σαν τελευταία θεραπευτική λύση, με ακούσιο εννοείται τρόπο.

Όπως ήταν έτσι αδύνατος, θα περίμενε κανείς, ότι όταν έβλεπε οτιδήποτε φαγώσιμο, θα προσέτρεχε, με ιδιαίτερη βουλιμία. Αντ' αυτού ο ασθενής μας, μόλις έτρωγε μια μπουκιά από οποιοδήποτε φαγητό, αισθανόταν κορεσμένος. Χαρακτηριστικά λέγαμε ότι γέμιζε το στομάχι του και είχε το αίσθημα του κορεσμού, καταπίνοντας ένα μόνο ρεβίθι, από την υπέροχη ρεβιθάδα που έφτιαχνε τότε ο μάγειρας του νοσοκομείου μας!

Εκείνη την εποχή, αρχές δεκαετίας του '80, ο τομέας της ψυχοενδοκρινολογίας περνούσε μεγάλη άνθιση. Στην Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινητείου πραγματοποιούσαμε όλες τις γνωστές ενδοκρινολογικές δοκιμασίες, που μπορούσαν να αποκαλύψουν, ακόμα και λανθάνουσες ενδοκρινολογικές διαταραχές. Έτσι ήταν επόμενο και στην περίπτωση αυτή να επιβεβαιώσουμε, ό,τι ανέφερε η διεθνής βιβλιογραφία, για την ψυχογενή ανορεξία: η ενδοκρινική εικόνα του ασθενούς, ήταν εικόνα άρρενος σε προεφηβική ηλικία, ενώ η πραγματική ηλικία του, είχε ξεπεράσει πριν από πολλά χρόνια την εφηβεία. Ανάλογα αποτελέσματα βρίζαμε αργότερα και σε γυναίκες, που έπασχαν από ψυχογενή ανορε

ξία. Όχι μόνο υπήρχε αναστολή της εμμήνου ρύσης, αλλά το ορμονικό προφίλ της γυναίκας, επέστρεφε σε προεφηβικό επίπεδο. Αποτέλεσμα αυτής της ορμονικής παλινδρόμησης είναι η αναστολή κάθε σεξουαλικής επιθυμίας των ασθενών.

Το φαινόμενο αυτό περιγραφόταν ως «περίεργο» από τους ενδοκρινολόγους. Μια ιδιοτροπία της περίεργης αυτής αρρώστιας. Όμως όποιος έχει κλινική εμπειρία με ασθενείς που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία, αντιλαμβάνεται ότι η κατάργηση κάθε σεξουαλικότητας, αποτελεί μάλλον «πρόνοια» της φύσης, γι' αυτούς τους ασθενείς και όχι παθολογικό σύμπτωμα νόσου. Δηλαδή η φύση προνοώντας ουσιαστικά για αυτούς τους ανθρώπους, που βρίσκονται με ελάχιστα αποθέματα θερμίδων, στο όριο του βιολογικού θανάτου, αναστέλλει κάθε επιθυμία για σεξουαλική πράξη, η οποία φυσιολογικά βέβαια θα οδηγούσε σε τεκνοποίηση.

Και πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας, ότι η σεξουαλική πράξη και η τεκνοποίηση, αποτελεί εξαιρετικά σημαντική και μάλιστα επιβιωτική λειτουργία για τα ζώα. Παρατηρούμε δηλαδή ότι όταν ένα ζώο κινδυνεύει, ή γενικά αντιλαμβάνεται το πλησίασμα του θανάτου, αυξάνεται αυτόματα η σεξουαλικότητά του και η προσπάθειά του να αφήσει απογόνους. Το εφήμερο, ένα έντομο που ζει μία μόνο μέρα, το 24ωρο της ζωής του, συνεχώς ψάχνει για ερωτικούς συντρόφους, προκειμένου να προλάβει να αφήσει όσο γίνεται περισσότερους απογόνους. Στον άνθρωπο, αυτό το καταγράφουμε σε περιόδους πολέμου, λιμού, φυσικών καταστροφών, ακόμα και μεγάλων επιδημιών. Άλλωστε μη ξεχνάμε ότι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε αυτό που ονομάστηκε baby booming, δηλαδή μια έκρηξη γεννήσεων. Εντούτοις στην περίπτωση της ανορεξίας, φαίνεται ότι η φύση λαμβάνει ειδική μέριμνα.

Οι παρατηρήσεις αυτές με οδήγησαν στο συμπέρασμα, ότι στους ασθενείς με ψυχογενή ανορεξία, τίθεται σε λειτουργία κάποιο ειδικό πρόγραμμα «ανάγκης». Ένα πρόγραμμα που προσπαθεί να διασφαλίσει την επιβίωση τού ή τής ασθενούς, μειώνοντας στο ελάχιστο τις θερμιδικές απώλειες. Έτσι όχι μόνον αναστέλλεται η σεξουαλική λειτουργία, αλλά ουσιαστικά και η ίδια η σεξουαλικότητα, προκαλώντας παλινδρόμηση ολόκληρου του μηχανισμού των ορμονών της υπόφυσης, που καθορίζουν τη λειτουργικότητα των γονάδων (ωοθηκών και όρχεων). 

Στην ψυχογενή ανορεξία η αναστολή της σεξουαλικότητας γίνεται κεντρικά από τον εγκέφαλο, από τον υποθάλαμο και την υπόφυση.

Η αναστολή αυτή είναι ριζική και δεν μπορεί εύκολα να ανατραπεί. Δεν μπορεί να την ανατρέψει ένα σεξουαλικό μήνυμα, όσο ισχυρό και αν είναι. Είναι δηλαδή ανώφελο να προσπαθούμε να διεγείρουμε σεξουαλικά μια ασθενή με ψυχογενή ανορεξία, ή να προσπαθούμε να της κινητοποιήσουμε την επιθυμία της για το άλλο φύλο. Πρέπει πρώτα να αυξήσει το βάρος της, πάνω από ένα κρίσιμο σημείο, ώστε να ξεκινήσει η υπόφυσή της να λειτουργεί σε ρυθμούς ώριμης γυναίκας. Τότε και μόνο τότε θα αποκτήσει και πάλι την ικανότητα, να έλκεται και να διεγείρεται σεξουαλικά από το άλλο φύλο.

Αλλά και η «μακαριότητα» που δείχνουν οι ασθενείς με ψυχογενή ανορεξία, μπροστά στον κίνδυνο για τη ζωή τους, καθώς και η παντελής έλλειψη του εξαιρετικά δυσάρεστου αισθήματος της πείνας, προφανώς αποτελούν συμπτώματα ενός προστατευτικού βιολογικού μηχανισμού, που τίθεται σε λειτουργία σε αυτές τις καταστάσεις. Δηλαδή πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει στον εγκέφαλο των ζώων, ένας μηχανισμός ανάγκης ο οποίος τίθεται σε λειτουργία, όταν το ζώο δεν μπορεί να βρει τροφή και βρίσκεται σε κατάσταση υποθρεψίας για μακρό διάστημα.

Όταν μετά από μια παρατεταμένη περίοδο, στην οποία ο οργανισμός λαμβάνει λιγότερες θερμίδες από αυτές που χρειάζεται, ο εγκέφαλος συμπεραίνει ότι δεν θα υπάρχει διαθέσιμη τροφή στο περιβάλλον και επομένως το αίσθημα της πείνας είναι περιττό. Η πείνα σαν κίνητρο, στις δύσκολες αυτές περιστάσεις, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των προσλαμβανομένων θερμίδων. Δηλαδή η πείνα πρακτικά απλώς «βασανίζει» το ζώο, έτσι αυτό το βασανιστικό αίσθημα αναστέλλεται. Με αυτόν τον τρόπο το ζώο, που δεν τρώει όσο απαιτεί η βιολογική του διατήρηση, παύει να βασανίζεται από την πείνα, αφού προφανώς δεν υπάρχει διαθέσιμη τροφή τριγύρω.

Αυτό τουλάχιστον ισχύει στο άγριο ζωικό βασίλειο. Το να υπάρχει διαθέσιμη τροφή στο περιβάλλον, αλλά να μην την καταναλώνει, παρά την πείνα που τον βασανίζει, είναι μια ανθρώπινη «διαστροφή», που ως γνωστόν οφείλεται σε κοινωνικούς και ψυχολογικούς λόγους και εμφανίζεται στις μέρες μας, μόνο στην ψυχογενή ανορεξία. 

Ο «διακόπτης» της αναστολής του αισθήματος της πείνας, προφανώς βρίσκεται στον εγκέφαλο του ανθρώπου, για να του χρησιμεύσει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που ενώ προσπαθεί να βρει τροφή, παρακινούμενος από την πείνα του, δεν μπορεί να τη βρει και οδηγείται μοιραία στον θάνατο από ασιτία. Τότε λοιπόν «γυρίζει» ο διακόπτης και ο άνθρωπος παύει να υποφέρει. Καταργείται η πείνα, δεν αισθάνεται πλέον αδύναμος, αλλοιώνεται η σωματική του εικόνα και δεν αντιλαμβάνεται πόσο αδύνατος είναι. Έτσι δεν μπορεί να αντιληφθεί τόσο το πρόβλημα της υποθρεψίας του, όσο και το επερχόμενο μοιραίο τέλος του.

Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός, πιστεύω ότι χαρίζει και τη μακαριότητα, που έχουν οι ασθενείς αυτοί, ακόμα και ένα βήμα πριν από τον θάνατο. Είναι μηχανισμός προστατευτικός. Μηχανισμός που προσφέρει ανακούφιση, σε ανθρώπους που βρίσκονται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Όταν η υποθρεψία βρίσκεται σε κριτικό και ίσως μη αναστρέψιμο σημείο. Η αναστολή της πείνας και η αλλοίωση της εικόνας του σωματικού εγώ, προσφέρει αγαλλίαση στον άνθρωπο, που η φύση νομίζει ότι πρόκειται να πεθάνει. Του προσφέρει ένα αβασάνιστο τέλος, αφήνο-ντάς του μια ψευδαίσθηση χορτάσματος, αφού αισθάνεται χορτασμέ-νος, ακόμα τρώγοντας και «ένα ρεβίθι», όπως ο πρώτος μου ασθενής με ψυχογενή ανορεξία.

Η «επάνοδος» του διακόπτη στο φυσιολογικό σημείο, δηλαδή στο να μπορεί να αισθάνεται ο άνθρωπος και πάλι πείνα, προφανώς απαιτεί προηγουμένως αύξηση του βάρους. Απαιτεί δηλαδή να φάει ο άνθρωπος και να αποκτήσει θετικό ισοζύγιο θερμίδων. Πρέπει ο άνθρωπος που υπέφερε από υποθρεψία, να βρει αρκετή τροφή ώστε να μπορεί και πάλι να συντηρηθεί και να αρχίζει να παχαίνει, προκειμένου να ξαναρχίσει να αισθάνεται πείνα και να του επιτραπεί να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της αδυναμίας του.

Για τον λόγο αυτόν είναι απόλυτα ανώφελο να προσπαθούμε να πείσουμε μια ασθενή με ψυχογενή ανορεξία να φάει. Το μόνο που πρέπει να επιδιώκουμε είναι να φάει χωρίς να πεινάει, ώστε να αυξήσει το βάρος της. Τότε και μόνο τότε θα ξαναρχίσει να αισθάνεται πείνα και θα φύγει από την προθανάτια μακαριότητά της.

 

Από το βιβλίο του Παύλου Σακκά Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΑΛΛΙΩΣ 

 

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ