Δημήτρης Μαρωνίτης: Τον φυλάκισε η Χούντα και έγραφε πάνω σε χαρτοπετσέτες- Ο έρωτας για την γυναίκα του

12 Ιουλίου 2016

Για όσους τον γνώριζαν ήταν ο Μίμης. Για τους υπόλοιπους ήταν ένα από τους πιο σημαντικούς συγγραφείς, ένας σπουδαίος δάσκαλος για τα ελληνικά γράμματα, ο οποίος άφησε σήμερα την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών. Τα νέα ανήγγηλε στο διαδίκτυο η κόρη του, Εριφύλη. Τα συλληπητήρια τους έδωσε και η πολιτική ηγεσία της χώρας, με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνουν μνεία στο έργο του. Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη 14 Ιουλίου, στις 11.00 π.μ., από το Α' Νεκροταφείο της Αθήνας.

Τα μηνύματα της πολιτικής ηγεσίας για το θάνατο του Δημήτρη Μαρωνίτη

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη το 1929, όμως τα τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Από τη μάνα του πήρε τη ζωντάνια, ενώ από τον πατέρα του την δίψα για μάθηση. Είχε άλλη μια αδερφή, τη Μαρίκα. Τα δύο παιδιά μαζί πηγαίνανε τα πρωινά της Κυριακής κινηματογράφο και από τότε άρχισε και ο ίδιος να είναι σινεφίλ.

Ο αριστερός πατέρας του λάτρευε την λογοτεχνία και οδήγησε σιωπηλά τον γιο του στον ίδιο δρόμο. Αυτοκτόνησε όμως και έκτοτε ο Μαρωνίτης τον ενέγραψε διαφορετικά μέσα του. «Πέρασα τη μισή μου ζωή ως γιος τα μάνας μου. Τώρα είμαι γιος του πατέρα μου»  είπε στον Χρήστο Αγγελάκο. Δεν θα ξεχάσει ποτέ όταν τον πήρε μαζί του και πήγαν σε μια διαδήλωση καπνεργατών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Περνάει από τα βιβλιοπωλεία της πόλης και διαβάζει πραγματικά ο,τι πέσει στα χέρια του. Οι βιβλιοπώλεις του χαρίζουν βιβλία και τότε είναι που αρχίζει και του μπαίνει το μικρόβιο για τα γράμματα. Καθοριστική ήταν και η συνάντηση με τον Κωνσταντίνο Μπότσογλου, φιλόλογο στο Πρότυπο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαβάζει, στο πρώτο κιόλας μάθημα, ολόκληρο τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα στην τάξη. 

Αφού τελειώσε το Πειραματικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης, συνέχισε σπουδάζοντας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πιο πριν, είχε γίνει δεκτός στην Θεολογική σχολή της Αθήνας, όμως τα παράτησε. Στη συνέχεια, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία της Humboldt-Stiftung στη Γερμανία και με την επιστροφή του στην Ελλάδα, έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο το 1962. Στο πανεπιστήμιο δίδαξε Αρχαία Ελληνικά από το 1963 έως το 1968 ως εντεταλμένος υφηγητής, στη Φιλοσοφική Σχολή.

Όταν ήταν δόκιμος υφηγητής κι έκανε μαθήματα στην Νομική Σχολή, γνώρισε την Ανθή, τη γυναίκα του: "Λάτρεψα την πλάτη της. Στο σινεμά καθόμουνα από πίσω, έχει υπέροχη πλάτη. Και με τον Σεφέρη έπαθα αυτήν τη δουλειά. Θυμάμαι την πλάτη του Σεφέρη. Νομίζω ότι μ' αυτούς τους δύο ανθρώπους έχω μείνει: με την πλάτη την πανέμορφη της Ανθής κι αυτή την παράξενη πλάτη του Σεφέρη. Μ' αγάπησε η Ανθή, μ' αγάπησε πολύ πιο θαρραλέα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, κι έμεινε θαρραλέα απέναντί μου". εξομολογείται στον Χρήστο Αγγελάκο. 

Στην πρωτεύουσα, βρέθηκε πρώτη φορά το 1971 "σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αλλάξουμε στέκια, κυνηγημένοι καθώς ήμασταν από τη Χούντα. Εγώ κατέβηκα στην Αθήνα το '72, αλλά εκείνη τη φορά δεν απέφυγα τη σύλληψη." όπως αναφέρει σε συνέντευξή του. Κι όντως, δίνεται έντολή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και απολύεται και συλλαμβάνεται για τη δράση του. Παραμένει στη φυλακή για οκτώ μήνες – από τις αρχές του ’73 έως τη γενική αμνήστευση-. Τότε είναι που γράφει σε φθαρμένες χαρτοπετσέτες, όταν βρίσκει μολύβι τη «Μαύρη γαλήνη», που πρωτοδημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1973 στο 8ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Η Συνέχεια», και το 2007, στις εκδόσεις «Το Ροδακιό». 

Ένα βράδυ στο κελί, έπαθε διάτρηση και πέθαινε από τους πόνους και έπρεπε να εγχειριστεί, βγαίνοντας από τις συνθήκες κράτησης: παξ και βγήκα από το κελί και κάθισα με πόνους φριχτούς στον ελεύθερο χώρο, στις σκάλες, για μια στιγμή αισθάνθηκα τέτοια ευτυχία, που δεν μπορώ να σου την περιγράψω, ότι ήμουνα έξω. Σε κάποια δόση με μετέφεραν σ' ένα στρατιωτικό νοσοκομείο και έπειτα από μια δεύτερη κρίση, είχα φτάσει στο αμήν – κάποτε θα σου πω τι σημαίνει να φτάνεις στο αμήν. Δεν θα την ξεχάσω αυτή την αίσθηση, του επερχόμενου τέλους, ήτανε και οι πόνοι φαίνεται, μια περίεργη γλύκα." αναφέρει στην ίδια συνέντευξη. Δίπλα του φυσικά ήταν και πάλι η γυναίκα του, Ανθή. 

Μετά την πτώση της Χούντας, επιστρέφει στην Θεσσαλονίκη το 1975 όπου και διδάσκει στην Φιλοσοφική Σχολή μέχρι έως το 1996 όπου κι έζησε στιγμές που δεν θα ξεχάσει, αφήνοντας πίσω τις κακές αναμνήσεις της φυλακής. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, δεν θα ξεχάσει ποτέ τις διαδρομές ανάμεσα στο πανεπιστήμιο και το σπίτι του, στη Γρηγορίου Παλαμά. Μαζί με τον Τάσο Χρηστίδη, ιδρύει το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, ενώ οι επισκέψεις του στην πρωτεύουσα δεν σταματούν. 

Από τη δεκαετία του '80 αρχίζει να μεταφράζει την Οδύσσεια ενώ μετέπειτα έχει μεταφράσει και την Ιλίαδα. Σύμφωνα με τα δικά του λεγόμενα, η Οδύσσεια είναι έργο αγαπησιάρικο. Αντίθετα η Ιλιάδα είναι ακατάδεκτη, δεν δέχεται τα χάδια μας. Έγραψε βιβλία, μονογραφίες και άρθρα για τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Σοφοκλή, τον Ηρόδοτο, τον Αλκαίο, τη Σαπφώ, ενώ μελέτησε και δημοσίευσε δοκίμια για νεοέλληνες ποιητές, κυρίως εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γεώργιο Σεφέρη, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Τάκη Σινόπουλο και τον Μίλτο Σαχτούρη, αλλά και τον Διονύσιο Σολωμό, τον Κ.Π.Καβάφη και τον Γιώργο Χειμωνά.

Εκτός από συγγραφέας και μεταφραστής, ήταν και αρθρογράφος. Από το 1971 έγραφε στο Βήμα και συνέχισε ως και τον προηγούμενο μήνα, τον Ιούνιο του 2016. 87 χρονών, έδινε μάχη με τον καρκίνο, είχε χάσει τη μία φωνητική του χορδή και συνέχιζε να παραμένει μαχητής.

Σε ειδική εκδήλωση το 2013 στην Διεθνή Εκθεση  Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη γίνεται εκδήλωση προς τιμήν του και βούρκωσε λέγοντας «φασισμός είναι να σε ρωτούν δημοσίως για την ιδιωτική σου ζωή και να σε ανακρίνουν ιδιωτικά για τις δημόσιες πράξεις σου».

H κόρη του, Εριφύλη, δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίου



ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ! :
ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΙΔΙΚΟΥΣ
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Όσκαρ Ουάιλντ
Η Σκέψη της ημέρας
17:58 Όσκαρ Ουάιλντ